Feb 112013
 

Η καμπάνια της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου κι ένα παλιό – αλλά επίκαιρο – άρθρο του Gazmend Kapllani στα Νέα (17/11/2007)



 

«Όταν μιλάς ελληνικά σε κοιτούν σαν εξωγήινο»

τουΓκαζμέντ Καπλάνι

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ήρθε στην Ελλάδα για να σπουδάσει, τη δεκαετία του ΄70. Ύστερα από κάποια χρόνια έφερε και τη μητέρα μου. Από τα παιδικά μου χρόνια δεν θυμάμαι πολλά πράγματα. Στο δημοτικό τα πήγαινα μια χαρά με τα άλλα παιδιά. Μόνο όταν τσακωνόμασταν στο ποδόσφαιρο με στολίζανε με βρισιές του τύπου «αράπης» και τα σχετικά. Ήμουν ο μόνος μαύρος στο σχολείο μου. Θυμάμαι επίσης ένα σκηνικό. Μια μέρα, έπειτα από τσακωμό, κάποια παιδιά με είχαν βάλει στη μέση και με έβριζαν. Τότε ένα παιδί που τον έλεγαν Ηλία όρμησε εναντίον τους για να με υπερασπιστεί. Από τότε γίναμε κολλητοί φίλοι. Τα πρώτα χρόνια στο σπίτι μιλούσαμε νιγηριανά και αγγλικά. Αυτό όμως με εμπόδιζε για τα μαθήματα. Μέχρι που ο δάσκαλος κάλεσε τους γονείς μου και τους είπε ότι έπρεπε να μιλήσουμε ελληνικά στο σπίτι. Με τα χρόνια επικράτησαν τα ελληνικά στο σπίτι μας.

Ελληνικά και hiphop. Από εννέα χρόνων μιλώ μόνο ελληνικά. Μιλώ επίσης άψογα αγγλικά, ενώ τα νιγηριανά τα καταλαβαίνω αλλά δεν τα μιλώ πια. Το πάθος για τη μουσική το «κόλλησα», ίσως, επειδή μεγάλωσα ανάμεσα σε διάφορους γλωσσικούς ήχους. Στο γυμνάσιο παθιάστηκα με τα γκράφιτι, τη hip-hop και τη Dram΄Ν΄ Βase. Είναι χρόνια που περνούν διοργανώνοντας πάρτι και ανταλλάσσοντας κασέτες με τα φιλαράκια. Εκείνη την περίοδο μπήκε έντονα η θρησκεία στη ζωή μου. Μαζί της και η πρώτη υπαρξιακή σύγκρουση. Γιατί η θρησκεία έλεγε «ειρήνη υμίν», ενώ το hip-hop μιλούσε για εξέγερση. Η θρησκεία ήταν ευχή, το hip-hop δράση. Το hip-hop και τα γκράφιτι ήταν για μένα ένα είδος ξεσπάσματος. Τότε, για πρώτη φορά, άρχισα να γράφω στίχους. Έγραφα και για τον ρατσισμό. Ξαφνικά συνειδητοποίησα κάτι που είχα απωθήσει: το χρώμα της επιδερμίδας μου.

Το να είσαι μαύρος. Εγώ είμαι περήφανος που είμαι μαύρος. Το να είσαι μαύρος όμως σημαίνει ότι συναντάς μπροστά σου έναν τοίχο. Σημαίνει ότι πρέπει να ξοδεύεις πολλή ενέργεια για να πείσεις τους γύρω σου ότι δεν είσαι γεννημένος μόνο για να πουλάς CD και να παίξεις μπάσκετ. Ότι μπορείς να γίνεις γιατρός, λογοτέχνης, σχεδιαστής μόδας, οτιδήποτε. Το να είσαι μαύρος σημαίνει ότι ζεις με αυτό το χρώμα, το αναπνέεις, ότι δεν σε αφήνουν ποτέ να νιώσεις αόρατος. Τη μεγαλύτερη έκπληξη την προκαλείς όταν μιλάς ελληνικά χωρίς προφορά. Παθαίνουν πλάκα. Μερικοί κάθονται με το στόμα ανοιχτό και σε κοιτάνε σαν εξωγήινο. Τέλος πάντων…

Ένα καλοκαίρι στη Σύρο. Η ανατροπή στη ζωή μου συνέβη ένα καλοκαίρι στη Σύρο. Μόλις είχα τελειώσει το λύκειο. Ήθελα τότε να μπω στη Σχολή Καλών Τεχνών και άρχισα να κάνω ιδιαίτερα μαθήματα ελευθέρου σχεδίου. Το καλοκαίρι πήγα στη Σύρο για να δουλέψω στο εργαστήριο της δασκάλας μου. Έκανα βόλτα ένα απόγευμα, όταν ξαφνικά μπροστά στα πόδια μου σταμάτησε ένα αστυνομικό τζιπ. Βγήκαν έξω δυο αστυνομικοί και μου ζήτησαν τα χαρτιά. Είχα μαζί μου τη ληξιαρχική πράξη γέννησης. Θεωρούσα ότι ήταν αρκετή, αφού είχα γεννηθεί στην Ελλάδα. Με πήγαν στο Τμήμα. Μου είπαν ότι τα χαρτιά μου είναι ελλιπή.

Ένας από τους αστυνομικούς μού είπε ότι θα με απελάσουν. «Πού θα με απελάσετε;» ρώτησα. «Στα σύνορα και να πας από εκεί που ήρθες», μου απάντησε. «Εγώ δεν ήρθα από πουθενά. Έχω γεννηθεί στην Ελλάδα», είπα. Δεν πήρα απάντηση. Απέλαση, σύνορα, όλα αυτά μου φαίνονταν σαν ταινία. Έφυγε η γη κάτω από τα πόδια μου και είχα κατατρομάξει. Έμεινα εκεί τρεις μέρες, στο σκοτάδι, κοιμόμουν χάμω, σε ένα μικροσκοπικό κελί με δυο Πακιστανούς που δεν μιλούσαν ούτε ελληνικά ούτε αγγλικά. Αυτές οι τρεις μέρες ανέτρεψαν τα πάντα μέσα μου. Με τη μεσολάβηση φίλων και δικηγόρων με άφησαν ελεύθερο. Τότε άρχισαν να με βασανίζουν τα ερωτήματα. Ποιος ήμουν; Τώρα καταλάβαινα γιατί δεν με καλούσαν φαντάρο, όπως συνέβαινε με όλους τους φίλους μου. «Φίλε μου, εσύ είσαι ξένος», έλεγα στον εαυτό μου. Και πάλι δεν ήθελα να το πιστέψω όμως. Σκεφτόμουν ότι οι αστυνομικοί είχαν κάνει λάθος. Ήταν ένας μηχανισμός άμυνας για να μη διαλυθώ.

Τα χαρτιά, τα χαρτιά, τα χαρτιά. Όταν εισέβαλε στη ζωή μου η λέξη χαρτιά και αλλοδαπός όλα καθάρισαν πλέον. Ρώτησα τους υπαλλήλους στον δήμο εάν μπορώ να βγάλω ελληνική ταυτότητα επειδή έχω γεννηθεί εδώ. Μου απάντησαν κοφτά: «όχι». Μετά ήρθαν οι ουρές, οι βεβαιώσεις, τα ένσημα, τα γραφεία, οι υπάλληλοι, η ατελείωτη αναμονή. Και όταν βγαίνει η άδεια παραμονής είναι ληγμένη. Ξανά ουρές, βεβαιώσεις, ένσημα, γραφεία, υπάλληλοι, ατελείωτη αναμονή. Με αυτά θα φας όλη τη ζωή σου. Τα καλύτερα χρόνια σου φεύγουν κυνηγώντας τα χαρτιά. Δεν μπορείς να πας πουθενά. Τα όνειρα για το πανεπιστήμιο τα εγκατέλειψα γιατί κυνηγούσα τα χαρτιά. Με κάλεσαν το 2002 στη Γαλλία για να εκπροσωπήσω την Ελλάδα σε ένα φεστιβάλ θεάτρου δρόμου. Δεν πήγα γιατί δεν είχα χαρτιά. Ήθελα να ανοίξω μια δική μου δουλειά, δεν μπόρεσα γιατί δεν είχα χαρτιά.

Feb 052013
 

Πηγή: tvxs.gr

Άνθρωποι που δίνουν εντολές, που βιαιοπραγούν ή που απλά παρακολουθούν -ως συνένοχοι- βασανισμό κρατουμένων, είναι ψυχοπαθητικές προσωπικότητες που χρήζουν μακράς ψυχολογικής υποστήριξης. Αυτό είναι κάτι που θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να το αναγνωρίσουμε, και όχι να τους προστατεύουμε με το να κωφεύουμε… Η Ελένη Νίνα, κλινικός ψυχολόγος και ψυχοθεραπεύτρια, μιλά με την δημοσιογράφο και σύμβουλο ψυχικής υγείας Κρυσταλία Πατούλη για το tvxs.gr, θέτοντας το ζήτημα των παράνομων διώξεων, των βασανισμών, της καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως και κάθε βίας – κακοποίησης, στον πυρήνα της φασιστικοποίησης της κοινωνίας μας.

Ελ.Ν.: Πιθανώς, η συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν μια ατυχής παραποίηση. Προσπάθησαν να παραποιήσουν και να καλύψουν το έγκλημά τους αλλά συγχρόνως και να το δείξουν.

Κρ.Π.: Μήπως να το επιδείξουν;

Ελ.Ν.: Είναι το θράσος. Υπάρχει ένα θράσος μέσα σε μία ανάλογη πράξη, όπως και μια επίδειξη ισχύος:

«Καλύπτω αυτό που έχω κάνει, αλλά όχι τόσο ώστε να μη το δεις. Πρέπει και να το δεις. Πρέπει να καταλάβεις ότι εγώ είμαι ο ισχυρός. Και έχω την ισχύ, και να σου κάνω κακό, και να το καλύψω, και να το αφήσω να φανεί. Άρα, εγώ έχω τον έλεγχο».

Είναι μία επίδειξη ισχύος και ελέγχου.

Κρ.Π.: Όχι μόνο στους δράστες, αλλά και στους απλούς πολίτες, ώστε π.χ. να σοκαριστούν και να φοβηθούν;

Ελ.Ν.: Βεβαίως, είναι σοκαριστικό, γιατί η πράξη μπορεί να είναι αξιόποινη, αλλά ο οποιοσδήποτε έχει το δικαίωμα μιας έντιμης δίκης.  Αυτό, λοιπόν, το δικαίωμα, καταστρατηγείται σταθερά, γενικά από την ανθρωπότητα.  Δεν είναι η πρώτη φορά. Είναι… άλλη μια φορά, που καταστρατηγούνται τα ανθρώπινα δικαιώματα και το δικαίωμα του καθενός να δικαστεί και να καταδικαστεί, ή οτιδήποτε, για την πράξη που έχει κάνει.  Λοιπόν, η βία, έχει γεννηθεί με τον άνθρωπο. Αυτό είναι το σοκαριστικό. Το πόσο ο άνθρωπος ορμάει στον άλλον άνθρωπο για να τον ελέγξει και να τον νικήσει κατά κράτος.

Σε μια παλιότερη συνέντευξη που σου έχω δώσει, το έχω τονίσει αυτό: Ότι, δεν αρκεί να νικηθεί ο αντίπαλος. Πρέπει να καταστραφεί! Αυτό είναι που ξεχωρίζει τον άνθρωπο, ως πολύ άγριο θηρίο. Αντίθετα στα θηλαστικά, που ζουν σε αγέλες, ο ισχυρός καλεί σε μάχη τον αντίπαλο, κι αν ο αντίπαλος πέσει και κάνει μια πράξη υποταγής, ο άλλος υποχωρεί και είναι ο νικητής. Η αγέλη τον ανακηρύσσει νικητή. Δεν χρειάζεται να τον καταστρέψει! Αντίθετα, ο άνθρωπος, δεν σταματάει πουθενά!

Κρ.Π.: Ο άνθρωπος γεννά τη βία, αλλά, ο άνθρωπος γεννά και τον πολιτισμό, τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα…

Ελ.Ν.: Και τα καταστρατηγεί επίσης…

Κρ.Π.: Επίσης γεννά τους νόμους, τη δικαιοσύνη, που θέτουν τις βάσεις του τρόπου συνύπαρξης. Όταν το ίδιο το κράτος, δεν λαμβάνει υπόψιν του τους νόμους που το ίδιο έθεσε και υποτίθεται υπηρετεί, και τους καταργεί με ανάλογες επιδείξεις εγκληματικής βίας, τότε, το μόνο που μπορούμε να περιμένουμε είναι η γενίκευση της βίας. Δηλαδή επιστρέφουμε στις σπηλιές… ξανά.

Ελ.Ν.: Ή μπαινοβγαίνουμε στις σπηλιές. Δεν γυρνάμε πίσω. Μπαινοβγαίνουμε.  Ο πολιτισμός, είναι προϊόν των ολίγων. Οι λίγοι παράγουν πολιτισμό. Οι περισσότεροι, παράγουν καταστρατήγηση του πολιτισμού και βία. Οπότε, υπάρχει ένα συνεχές πήγαινε-έλα στις… σπηλιές! Κάποιοι πηγαινοέρχονται, κάποιοι έχουν αποφασίσει να βγουν, και άλλοι μένουν. Πολύς κόσμος, όμως, πηγαινοέρχεται…

Και η βία, είναι αυτό που είδαμε, το οποίο είναι το απόγειο της βίας, αλλά είναι και η κακοποίηση των παιδιών, είναι η κακοποίηση των γυναικών, είναι οι προσβολές, είναι οι ύβρεις, πράξεις πολιτικών, πολιτών…

Κρ.Π.: Και η εξαθλίωση…

Ελ.Ν.: Η εξαθλίωση, και τόσα άλλα. Και αυτή τη στιγμή, το βλέπουμε και ωμά, όπως λες, με αυτό το γεγονός των βασανισμών. Με την κακοποίηση, γίνεται η καταστρατήγηση του φυσικού ορίου που είναι το σώμα μας. Έκει βρίσκεται και η συνειδητοποίηση, ότι είναι ένας Άλλος άνθρωπος.

Κρ.Π.: Δηλαδή;

Ελ.Ν.: Δηλαδή, το σώμα του καθενός για τον οποιονδήποτε, είναι ο Άλλος. Είμαστε άλλοι, διαφορετικοί. Στους βασανισμούς καταργείται αυτό το φυσικό όριο, ότι δηλαδή, έχουμε να κάνουμε με έναν άλλον άνθρωπο που έχει δικαιώματα, που έχει την δική του ύπαρξη, που έχει τη ζωή του. Δεν υπάρχει τίποτα, λοιπόν. Δεν υπάρχει σεβασμός στην ύπαρξη του Άλλου!

Κρ.Π.: Οι άνθρωποι που φτάνουν στο σημείο να μην αναγνωρίζουν την ύπαρξη του Άλλου, ασκώντας οποιαδήποτε μορφή κακοποίησης, δηλαδή βίας, τί άνθρωποι είναι;

Ελ.Ν.: Οι βασανιστές, είναι άνθρωποι, φυσικά, που δεν έχουν κανένα όριο. Μιλάμε για παθολογία. Είναι άνθρωποι ψυχοπαθητικοί, σαδιστές, και δεν έχουν κανέναν ηθικό φραγμό. Ο άνθρωπος ο οποίος χτυπάει, βασανίζει, κακοποιεί, δεν έχει κανένα φραγμό. Και δεν υπάρχει καμία δικαιολογία, καμία βία δεν είναι καλή, ωφέλιμη, χρήσιμη…

Κρ.Π.: Εκτός αν είναι άμυνα…

Ελ.Ν.: Ακριβώς. Επίσης, όταν κάποιος κακοποιεί, π.χ. ένας άντρας μια γυναίκα, ή ένας ενήλικος ένα παιδί, κλπ., ή όταν κακοποιούν συλληφθέντες και φυλακισμένους, ή ανθρώπους στο δρόμο…

Κρ.Π.: … που γενικά, για οποιονδήποτε λόγο, δεν μπορούν να υπερασπίσουν τον εαυτό τους…

Ελ.Ν.: …ακριβώς… σημαίνει, ότι αυτός που κακοποιεί έχει παθολογία. Και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζουμε ανάλογες περιπτώσεις ανθρώπων. Σαν ανθρώπους, οι οποίοι πο-τέ δεν είχαν όρια, που σαφέστατα ανήκουν σε κατηγορία ψυχικής διαταραχής, και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται. Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία.

Κρ.Π.: Και οι οποίοι βρίσκονται και σε διάφορες θέσεις, π.χ. στην αστυνομία…

Ελ.Ν.: Στην αστυνομία, και σε θέσεις εξουσίας. Σε μια άλλη περίπτωση θα μπορούσε να είναι ο μπαμπάς ενός παιδιού, ή ο άντρας μιας γυναίκας, ή ένας νέος που χτυπάει έναν γέροντα.

Κρ.Π.: Ο άνθρωπος που δεν έχει όρια, τι σχέση μπορεί να έχει με κάθε μορφή εξουσίας;

Ελ.Ν.: Αμφισβητεί οποιαδήποτε εξουσία. Δεν υπάρχει. Την παίρνει μόνος του. Είναι αυτός η εξουσία. Την ενδύεται και την υποδύεται την εξουσία. Είναι ο ίδιος, η απόλυτη εξουσία, και μάλιστα η αυταρχική εξουσία. Δηλαδή: Θα κάνεις ότι λέω εγώ. Γι’ αυτό και είπα πριν, ότι δεν αναγνωρίζει τον Άλλον ως ύπαρξη. Ο Άλλος είναι το υποχείριό του, είναι κάτι που μπορεί να το κάνει ότι θέλει ο ίδιος. Οπότε, δεν έχει ενδοβάλει κανένα πρότυπο ιεραρχίας, ένας τέτοιος άνθρωπος, ούτε κανένα πρότυπο ύπαρξης του Άλλου. Είναι μόνος του, και ο άλλος είναι εκεί για να εξυπηρετήσει τις διαθέσεις του. Ως εκ τούτου, μπορεί να τον παραβιάσει, να τον βιάσει, να τον κακοποιήσει και να τον σκοτώσει. Γι’ αυτό, μιλάμε για μεγάλη ψυχοπαθολογία.

Κρ.Π.: Δηλαδή χρειάζονται…

Ελ.Ν.: Αυτοί οι άνθρωποι χρήζουν ψυχολογικής βοήθειας, μακρόχρονης βεβαίως, για να γίνει επανεκπαίδευση σε βασικές αρχές, πάνω στο πως μπορεί να ζει ένας άνθρωπος μέσα σε κοινότητα. Διότι έχουν καταστρατηγήσει αυτό ακριβώς: Την συμβίωση, την συνύπαρξη. Δεν υπάρχει εγγεγραμμένη, σ’ αυτούς τους ανθρώπους, η συνύπαρξη…

Κρ.Π.: Εκτός από αυτούς τους ανθρώπους που ασκούν βία και κάθε είδους κακοποίηση(η οποία είναι φασισμός, διότι φασισμός δεν είναι μόνο ο ναζισμός)…

Ελ.Ν.: Βεβαίως…

Κρ.Π.: …οι οποίοι όπως είπες, χρήζουν ψυχολογικής βοηθείας, υπάρχουν και οι άλλοι, που αδιαφορούν(και η αδιαφορία επίσης είναι φασισμός). Αυτοί οι άνθρωποι που αδιαφορούν, δεν χρήζουν βοηθείας, επίσης;

Ελ.Ν.: Η απάθεια, δεν είναι αρετή. Η απάθεια, είναι επίσης διαταραχή. Και αυτό πρέπει να το βάλουμε καλά στο νου μας. Και γι’ αυτό, με ότι μέσα διαθέτει ο καθένας από μας, θα πρέπει να δίνουμε τον αγώνα μας, ενάντια στη βία, απ’ όπου κι αν βρισκόμαστε. Κι αυτό πρέπει να το έχουμε καλά στο νου μας.

Κρ.Π.: Αυτό για να το κάνουμε, πρέπει πρώτα να έχουμε επίγνωση τι σημαίνει βία… Γιατί κάποιοι το αντιλαμβάνονται, μόνον όταν…

Ελ.Ν.: … χτυπήσει την πόρτα τους.

Κρ.Π.: Ούτε και τότε. Εφόσον, αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα, παραβιάζεται κατ’ εξακολούθησιν το Σύνταγμα(πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, επιβολή επιτάξεων εργαζομένων, στάση εργασίας δημοσίων δικαστικών λειτουργών), διώκονται άνθρωποι που έχουν καταθέσει κοινωνικό έργο για δεκαετίες, όπως η Κατερίνα Μάτσα, η υπεύθυνη του 18Άνω, διώκονται άνθρωποι που υποστηρίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, και τόσα άλλα… Κι όμως, κάποιοι, μόνον, από την κοινωνία, το αντιλαμβάνονται. Μοιάζει, ο κόσμος –στην καλύτερη περίπτωση- να μην διαθέτει το κριτήριο του τι σημαίνει βία, ή –στην χειρότερη- αδιαφορούν γι αυτό ή πιστεύουν ότι δεν τους αφορά. Τί περιμένουν να δούνε για να το καταλάβουν; Νεκρούς;

Ελ.Ν.: Ακόμη και τότε, θα υπάρξουν άνθρωποι, πάρα πολλοί που θα είναι απαθείς. Συνεργοί! Γιατί με την απάθεια, γίνεσαι συνεργός στο έγκλημα. Και αυτό θα πρέπει να το ακούσουμε όλοι μας. Υπάρχουν οι βίαιοι, αλλά και οι συνεργοί της βίας, όλοι αυτοί, που είναι οι απαθείς!

Ας θυμηθούμε πριν κάποια χρόνια, που μετέδιδε το CNN, σκηνές από τον πόλεμο στο Ιράκ και οι άνθρωποι έπαιρναν τα ποπ κορν και καθόντουσαν και βλέπαν τον πόλεμο στο Ιράκ, σα να ήταν σήριαλ. Εκατομμύρια άνθρωποι, παρακολουθούσαν το σήριαλ… του πολέμου. Πότε ανεβαίνουν οι ακροαματικότητες στις τηλεοράσεις; Όταν υπάρχει αίμα, όταν υπάρχει βία, κι όταν αισθάνονται ασφαλείς οι άλλοι, μέσα στο σπιτάκι τους, γιατί δεν συμβαίνει στους ίδιους, αλλά συμβαίνει σε κάποιους άλλους! Και σχολιάζουνε: Καλώς τους κάνουνε, ή κακώς τους κάνουνε. Αλλά; Δεν κινούνται! Γι αυτό λέω, ότι η απάθεια δεν είναι αρετή. Είναι συνενοχή!

Κρ.Π.: Και στις μέρες μας η απάθεια είναι στο απόγειό της, γιατί ακριβώς μέσω της τηλεόρασης, οι άνθρωποι έχουν γίνει ενεργοί τηλεθεατές, είναι κατά πλειοψηφία αδρανοποιημένοι, δηλαδή, κυρίως ενδιαφέρονται να μάθουν «Τί έγινε;» αλλά δεν αναρωτιούνται, «Τί μπορώ να κάνω εγώ, γι’ αυτό που έγινε, ως πολίτης; Πώς μπορώ να αντιδράσω, να πράξω, να συμμετέχω σ’ αυτό που γίνεται; Ή πώς μπορώ να κάνω εγώ ο ίδιος κάτι να γίνει;». Και τέλος «Τί ευθύνη έχω εγώ, γι αυτό που συμβαίνει;»

Ελ.Ν.: Και υπάρχει όλο και μεγαλύτερη αποδιοργάνωση στον συνδετικό, κοινωνικό ιστό. Οι άνθρωποι απομονώνονται! Γι αυτό και εμείς οι ψυχολόγοι, λέμε (κι όχι μόνον εμείς, και άλλοι) ότι χρειάζεται να γίνει ενίσχυση των κοινωνικών ομάδων: Σε γειτονιές, σε θεραπευτικές ομάδες, σε ομάδες αλληλεγγύης, σε ομάδες κοινωνικής δράσης. Να ενισχυθούν οι κοινωνικοί ιστοί!

Αυτό που συμβαίνει σ’ αυτά τα παιδιά, μπορεί να συμβεί και σε μας! Είναι αξιόποινη πράξη, η πράξη τους, να δικαστούν, αλλά όχι να κακοποιηθούν! Κανείς δεν έχει δικαίωμα να αποδώσει δικαιοσύνη. Υπάρχουν άνθρωποι εξειδικευμένοι στο να αποδώσουν δικαιοσύνη, και κει πρέπει να απευθυνθούμε.

Κρ.Π.: Οι οποίοι (κάποιοι από αυτούς τουλάχιστον), καταστρατηγούν το Σύνταγμα και αυθαιρετούν –και άρα ασκούν βία και κακοποίηση, δηλ. διαπράττουν αξιόποινες πράξεις, και εγκλήματα- από θέση εξουσίας, επίσης…

Ελ.Ν.: Έτσι είναι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα πάρουμε εμείς το δικαίωμα να αποδώσουμε δικαιοσύνη, γιατί τότε καταστρέφεται η συνύπαρξη στις κοινότητες.

Κρ.Π.: Μα, έχει καταστραφεί ήδη, με αυτά που γίνονται…

Ελ.Ν.: Συμφωνώ.

Κρ.Π.: Οι νέοι είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας, είναι ο καθρέφτης μας…

Ελ.Ν.: Και ο ένας καταπατά το δικαίωμα του άλλου. Όπως αυτά τα παιδιά πήγαν να κλέψουν… αξιόποινη η πράξη, που σημαίνει ότι εκεί έχει γίνει μια ρωγμή μέσα τους, ως προς την ένταξή τους στο κοινωνικό σύνολο.

Κρ.Π.: Κάποιοι ήταν φίλοι με τον δολοφονημένο Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο…

Ελ.Ν.: Οπότε λες, ότι έχουν πολύ θυμό μέσα τους και αδικία, κλπ. Αυτό, όμως δεν είναι μέσον… να κλέψουν για να εκδικηθούν… Η εκδίκηση γεννά βία, η βία γεννά βία, κλπ. Όπως, λοιπόν, και αυτοί έχουν μια ρωγμή σε σχέση με την συνύπαρξή τους με τους άλλους ανθρώπους, και τους όρους και τα όρια και τους κανόνες που διέπουν ένα σύστημα, έτσι και άλλοι -ακόμα χειρότερα!- αναλαμβάνουν να αποδώσουν το δικό τους δίκιο με τον δικό τους τρόπο, που επίσης καταστρατηγούν, ακόμη περισσότερο, κακοποιώντας. Και το αδίκημα στοιβάζεται το ένα πάνω στο άλλο! Δεν βγαίνει έτσι τίποτα!

Κρ.Π.: Και μπορεί, μετά, κάποιοι να θέλουν να εκδικηθούν…

Ελ.Ν.: Ακριβώς. Μία βεντέτα η οποία δεν έχει τέλος… Και μετά μπορεί να θέλουν οι γονείς να εκδικηθούν τους αστυνομικούς, κλπ. Δεν θα τελειώσει πουθενά.

Κρ.Π.: Η δήλωση ενός από τους βασανισμένους συλληφθέντες ήταν ότι θεωρώ τον εαυτό μου αιχμάλωτο πολέμου… Κι ένας από τους πατεράδες είπε ότι αν πάθει κάτι το παιδί μου θα…

Ελ.Ν.: Οπότε, μέσα από όλο αυτό που συμβαίνει, έχουμε γίνει ένα έθνος το οποίο οι μισοί κυνηγάνε τους άλλους μισούς, ή βρίζουν, προσβάλλουν, καταδιώκουν, κακοποιούν… Και αυτό δεν θα μας οδηγήσει πουθενά! Και οι υπόλοιποι, παρακολουθούν! Και οι λίγοι, αντιδρούν… Δεν αρκεί οι γονείς και η κοινωνία να μεγαλώνουν τα παιδιά και να τους παρέχουν όλα τα αναγκαία. Πρέπει να τους εμφυσήσουν και αρετές, όπως τον σεβασμό του Άλλου, τα όρια, και τη συμμετοχή στον πολιτισμό και την εξέλιξη του είδους. Και να τους τονίζουν ότι δεν είναι αρκετό να μην κάνουν κακές πράξεις, δηλαδή να ασκούν βία, αλλά να μην μένουν και απαθείς σ’ αυτήν!

Κρ.Π.: Κάποτε στην αρχαιότητα, οι άνθρωποι του πνεύματος βρίσκονταν μέσα στα δρώμενα, έπαιρναν θέση, συμμετείχαν ενεργά. Αντιδρούσαν. Τώρα, ούτε και αυτό βλέπουμε να συμβαίνει κατά πλειοψηφία επίσης… Δεν έμενε σπίτι του ο Σωκράτης, για παράδειγμα, να μελετήσει και να παράγει έργο… Ήταν καθημερινά στην Αγορά, στη διδασκαλία, με τους μαθητές του, κλπ.

Ελ.Ν.: Η Αγορά, σήμερα, είναι σε ένα μεγάλο ποσοστό, το διαδίκτυο. Αυτό που κάνετε εσείς, είναι μία Αγορά. Όπου συναντιούνται άνθρωποι και συνομιλούν, και υπάρχουν και άλλοι χώροι που γίνεται. Γίνεται, λοιπόν, αλλά όχι στο βαθμό που θα θέλαμε. Αλλά υπάρχει. Κι αυτό πρέπει να ενισχυθεί. Και εσύ, είσαι μία από αυτούς που το κάνουνε, και όλοι όσοι συμμετέχουν σε αυτό.

Κρ.Π.: Αυτόν τον τρόπο μας τον έδειξαν από τότε, εκείνοι οι άνθρωποι…

Ελ.Ν.: Βέβαια και στην αρχαία Αθήνα, μαζί με την Αγορά, υπήρχαν και όλες αυτές οι αποικίες, γιατί υπήρχαν στρωματώσεις στο λαό, κι άλλοι ήταν δούλοι, κι άλλοι ήταν γνήσιοι πολίτες Αθηναίοι. Όπως και στα σπίτια, οι γυναίκες έμεναν μέσα. Δεν είχαν δικαίωμα να βγουν. Θέλω να πω, ότι ο άνθρωπος, εξελίσσεται, αργά!

Κρ.Π.: Πολύ αργά…

Ελ.Ν.: Πάρα πολύ αργά. Και σε κάθε κοινωνία θα βρούμε την παθολογία, την αδικία και τη βία. Αλλά, υπάρχουν και άνθρωποι, οι οποίοι επαγρυπνούν, είναι εκεί, και προσπαθούν να αρθρώσουν έναν προσωπικό λόγο, ενάντια σ’ όλο αυτό, απ’ όποια πλευρά κι αν έρχεται. Είτε έρχεται από ένα παιδί, είτε από έναν μεγάλο.

Κρ.Π.: Το γεγονός, ότι άνθρωποι ψυχοπαθητικοί, κατέχουν θέσεις εξουσίας, είτε εκτελεστικής, είτε οποιασδήποτε άλλης, πώς μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε;

Ελ.Ν.: Το θέμα είναι να αναγνωρίζουμε την παθολογία! Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Ότι πρώτα πρέπει να αναγνωρίζουμε την παθολογία. Ότι κάποιος είναι διαταραγμένος! Κι όχι να λέμε, ότι είναι θυμωμένος, είτε ότι δεν μπορεί να κάνει αλλιώς από τη θέση που βρίσκεται… Θα πρέπει να αναγνωρίζουμε την παθολογία του καθενός! Αυτό είναι το πρώτο βήμα. Και να μην προστατεύεται, ούτε από αξιώματα, ούτε από τίποτα, ως προς την αναγνώριση της παθολογίας.

Αφού αναγνωριστεί η παθολογία, θα πρέπει μετά να ονοματιστεί. Να πούμε, ότι αυτός ο άνθρωπος είναι ψυχοπαθητικός. Είτε είναι πολιτικός, είτε είναι… κοινός θνητός. Ή να πούμε ότι είναι κακός. Ότι υπάρχουν κακοί άνθρωποι. Αυτό συζητάμε. Αφού αναγνωρίσουμε, κι αφού ονοματίσουμε θα πρέπει να περνάμε και σε μία καταγγελία του φαινομένου.

Κρ.Π.: Δεν είναι μόνο αυτοί που βασάνισαν, είναι και αυτοί που δώσαν εντολή, είναι και αυτοί που…

Ελ.Ν.: …και αυτοί που κωφεύουν! Δηλαδή, υπάρχουν πολλές συμμετοχές στο δράμα. Είναι αυτός που δίνει την εντολή, όπως λες, είναι ο άλλος που περνά στην πράξη, και ο άλλος που το παρακολουθεί.

Κρ.Π.: Όλη αυτή, είναι μία παθολογική κατάσταση…

Ελ.Ν.: Ε, ναι! Είναι μία κατάσταση διαταραγμένη.

Κρ.Π.: Να το πούμε πάλι καθαρά, λοιπόν: Τι είδους παθολογία έχουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που βασανίζουν καταπατώντας ανθρώπινα δικαιώματα, από όποια θέση και αν το κάνουν: Δίνοντας εντολή, περνώντας στην πράξη, ή παρακολουθώντας ή αδιαφορώντας;

Ελ.Ν.: Όπως είπα, είναι ψυχοπαθητικοί άνθρωποι. Είναι μία διαταραχή, που δεν αναγνωρίζει όρια! Δεν έχεις όριο, σε αυτή τη διαταραχή. Κι αναλαμβάνει να αποδώσει το δίκαιο με δικό της τρόπο, αυτή η κατηγορία ανθρώπων, μέσα από εκδίκηση και επιθετικότητα, δηλαδή τον θυμό τον στρέφει σε επιθετικότητα και βία. Περνά σε πράξη βίας, δηλαδή, ο ψυχοπαθητικός. Θυμωμένοι μπορεί να είμαστε όλοι. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι θα επιτεθούμε.

Κρ.Π.: Αυτό όμως, είναι από μόνο του τρομοκρατία.

Ελ.Ν.: Είναι τρομοκρατία. Ναι. Αυτοί οι άνθρωποι, είναι τρομοκράτες! Είναι ιεροεξεταστές και τρομοκράτες, και είναι επικίνδυνοι. Και γι αυτό λέω, ότι θα πρέπει και να τους αναγνωρίζουμε και να τους ονοματίζουμε.

Κρ.Π.: Και δεν μπορούν να… προστατεύουν πολίτες, ούτε να αποδίδουνε δικαιοσύνη…

Ελ.Ν.: Μόνο τους νόμους της ζούγκλας μπορούν να αποδώσουνε!-

Jan 232013
 

Aaron Swartz στη wikipedia

Πηγή: Ελευθεροτυπία

Γιατί οι ιδέες του Α. Σουόρτς έχουν σημασία

του Will Knight

Ο Ααρόν Σουόρτς, ένας πρόωρα ανεπτυγμένος και ασυμβίβαστος ακτιβιστής, αυτοκτόνησε με τραγικό τρόπο την προπερασμένη Παρασκευή. Ηταν μόλις 26 ετών.

Ο Σουόρτς σαφέστατα άγγιξε τις ζωές εκείνων που τον ήξεραν καλά, με μοναδικούς και υπέροχους τρόπους, και τα αφιερώματα που αναρτώνται στη μνήμη του (www. rememberaaronsw.com) αποτελούν μαρτυρίες για έναν ξεχωριστό άνθρωπο. Αλλά κι αυτοί που δεν τον γνώρισαν ποτέ, επηρεάστηκαν εξίσου – μέσω των τεχνολογιών που ανέπτυξε, της συμβολής του σε εγχειρήματα όπως η Wikipedia και το Internet Archive, καθώς και των ακούραστων προσπαθειών του να δημιουργήσει μια νέα κατανόηση των ψηφιακών δικαιωμάτων και της ψηφιακής ιδιοκτησίας, κυρίως βοηθώντας στη δημιουργία των Creative Commons.

SOPA

Τον περσινό Φεβρουάριο μας είχε δώσει μια συνέντευξη για τη φιλοσοφία του και για την εμπλοκή του στην καμπάνια εναντίον της SOPA, ενός νομοσχεδίου που επρόκειτο να επιβάλει αυστηρότερους κανόνες για το διαμοιρασμό της ψηφιακής πληροφορίας στο Ιντερνετ. Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα για τις ιδέες του στο «Αντάρτικο Μανιφέστο περί Ανοιχτής Πρόσβασης» («Guerilla Open Access Mani-festo»), γραμμένο το 2008, και θα βρείτε περισσότερα γραπτά του ) σε μια συλλογή που δημιουργήθηκε από το Internet Archive.

Στα πολλά επιτεύγματα του Σουόρτς περιλαμβάνονται αφενός η βοήθεια που προσέφερε για τη δημιουργία της πρώτης εκδοχής του RSS, ιδρύοντας μια εταιρεία που συγχωνεύθηκε με το Reddit, η οποία στη συνέχεια εξαγοράστηκε από την Conde Nast, αφετέρου η δημιουργία του πλαισίου διαδικτυακών εφαρμογών Web.py.

e-προβοκάτορας

Αλλά ο ρόλος του ως ψηφιακού προβοκάτορα ήταν εκείνος στον οποίο έλαμψε περισσότερο. Δουλεύοντας πάνω στα πρότυπα για τα Creative Commons, βοήθησε να επεκταθεί και σε άλλα δημιουργικά εγχειρήματα το νομικό πλαίσιο που κρύβεται πίσω από το κίνημα του ελεύθερου λογισμικού. Ο σχετικός αντίκτυπος είναι αισθητός σε όλο το Ιντερνετ και βοήθησε στο μετασχηματισμό της κατανόησης του κοινού περί των δικαιωμάτων ψηφιακής ιδιοκτησίας γενικότερα.

Ο Σουόρτς υποστήριζε επίσης με πάθος την απελευθέρωση της πληροφορίας η οποία πληρώνεται σήμερα με δημόσιο χρήμα αλλά και την ενθάρρυνση και ενδυνάμωση των απλών ανθρώπων ώστε να επιφέρουν πολιτική αλλαγή. Ιδρυσε την Demand Progress, μια οργάνωση που χρησιμοποιεί την τεχνολογία για να προωθήσει πολιτικά δικαιώματα και πολιτικές μεταρρυθμίσεις.

Με τον Σουόρτς είχα επικοινωνήσει αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια και μου έδινε την εντύπωση ενός ξεχωριστού αλλά ταπεινού ανθρώπου. Θυμάμαι την πρώτη φορά που διάβασα γι’αυτόν πριν από 12 χρόνια, όταν στην ηλικία των 14 ήταν μέλος μιας ομάδας που είχε αναπτύξει τις εξειδικεύσεις του RSS 1.0, ενός συναρπαστικού νέου προτύπου που θα έδινε τη δυνατότητα να λαμβάνει κανείς αυτόματες ανανεώσεις από ιστοσελίδες. Ακόμη και τότε, εκείνος έμοιαζε να αντιπροσωπεύει την υπόσχεση του ισότιμου Ιντερνετ. Είναι αφόρητα λυπηρό που δεν είναι πια εδώ για να εκπληρώσει αυτή την υπόσχεση.

Jan 192013
 

Παίρνω μια ανάσα βλέποντας την οργάνωση και το πέρασμα διαχωριστικών γραμμών για κοινή δράση, την εναντίωση κι ανάληψη ευθύνης για αυτό που γίνεται γύρω μας, την προσπάθεια να κάνουμε κάτι διαφορετικό, να σταθούμε ενάντια στην στόχευση και το διωγμό, την δολοφονική βία, τρομοκράτηση κι αποκλεισμό συγκεκριμέων κοινωνικών ομάδων. Μα κι ανησυχώ. .Εάν μείνουμε μόνο σε αυτό, το απαραίτητο και πρωταρχικό – την αντίδραση, την εναντίωση, την ξεκάθαρη τοποθέτηση της θέσης μας – θα συντείνουμε στην κλιμάκωση της σύγκρουσης.Η συσπείρωσή μας ενάντια σε αυτό που μας απειλεί, σπρώχνει σε περαιτέρω συσπείρωση του. Όταν απειλείσαι συσπειρώνεσαι για να πολεμήσεις την “απειλή”.Χρειάζεται ταυτόχρονα (;) μετέπειτα (;) και κάτι άλλο για να μην παραμείνουμε δυο πλευρές, η μια συσπειρωμένη ενάντια στην άλλη, τροφοδοτώντας με την συσπείρωσή μας μια κλιμακούμενη ένταση που θα ξεσπάσει σε πόλεμο μεταξύ μας.

Η αρχική σύγκρουση δεν είναι απαραίτητα “κακή”. Διαφορετικές πραγματικότητες κι ανάγκες αναζητάνε χώρο έκφρασης και ύπαρξης..

Χρειάζεται με κάποιο τρόπο να προχωρήσουμε μέσα από τη σύγκρουση στην δημιουργία συνθηκών συνύπαρξης..

Πως θα δημιουργήσουμε το κόσμο που θέλουμε;

Πως να σταθούμε ΕΝΑΝΤΙΑ σε αυτούς που απειλούν την ύπαρξη μας, ΧΩΡΙΣ να τους διαγράψουμε σαν ανθρώπους…

Πως να κάνουμε αυτήν την υπέρβαση, να ξεχωρίσουμε την συμπεριφορά από τον άνθρωπο, να πούμε όχι στη συμπεριφορά αλλά ναι στο άνθρωπο, ναι στο δικαίωμά ύπαρξης του; Πως να κάνουμε χώρο στις ανάγκες που τον διακινούν;

Έχω την αίσθηση οτι η δυνατότητα μιας τέτοιας υπέρβασης βρίσκεται στην “δικιά” μας πλευρά

αλλά είναι απλά δυνατότητα, αν δεν την κάνουμε δεν θα γίνει..

και χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον για να την κάνουμε, γιατί οι στιγμές που έχουμε μια λίγο πιο ευρύτερη ματιά και μια συναισθηματική στάση που βλέπει όλη αυτήν την κατάσταση σαν το ‘σπίτι’ μας κι όλους σαν ‘παιδιά’ μας είναι κάτι μικροδευτερόλεπτα…

Jan 192013
 

Πηγή: tvxs.gr

Πρόσφυγες και μετανάστες: Tα ανεπιθύμητα θύματα της λήθης μας

της Μελίνας Σπαθάρη

Η Νερμίν, 16 ετών, ξεκίνησε από ένα βομβαρδισμένο, ετοιμόρροπο σπίτι στη Βόρεια Συρία. Για έξι μήνες αυτή, οι γονείς της και τα επτά της αδέρφια προσπαθούσαν να γλιτώσουν από τις συγκρούσεις, μετακινούμενοι από το ένα μέρος στο άλλο σε μια από τις φτωχότερες περιοχές της πατρίδας της ώστε να γλιτώσουν από τους βομβαρδισμούς. Η περίπτωσή της είναι σταγόνα στον ωκεανό, αφού 1,2 εκατομμύρια συμπατριώτες της έχουν εκτοπιστεί από τις εστίες τους από τότε που άρχισε ο πόλεμος.

Οι περισσότεροι δεν λαμβάνουν σχεδόν καμιά βοήθεια, ενώ οι ανθρωπιστικές ανάγκες τους μεγαλώνουν. «Είδα πολλές οικογένειες και πολλούς γείτονες να φεύγουν οδικώς, κουβαλώντας τα ρούχα τους, ό,τι μπορούσαν. Τα σπίτια όλων μας είχαν βομβαρδιστεί..» γράφει κάπου στο ημερολόγιό της που βρέθηκε από τις ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στους καταυλισμούς Σύριων προσφύγων στην Τουρκία*. Και συνεχίζει: «Τώρα μένουμε σε μια ακατοίκητη περιοχή, σε ένα άδειο σπίτι, Βρισκόμαστε εδώ από τις 19 Σεπτεμβρίου, και θα μείνουμε μέχρι…». Έτσι απότομα τελειώνει το ημερολόγιό της Νερμίν. Πιθανώς κατάφερε να επιστρέψει στη χώρα της. Άλλα κορίτσια της ηλικίας της όμως επιλέγουν το δρόμο της μετανάστευσης προς την Ευρώπη προκειμένου να επιβιώσουν, και σε έναν ενδιάμεσο σταθμό, φτάνουν σε κάποιο από τα νησιά του Αιγαίου. Όπως η Σαμίρα.

Η 17χρονη Σαμίρα έφτασε με βάρκα στη Λέσβο ένα πρωί του Δεκέμβρη, την εβδομάδα που ακραίες καιρικές συνθήκες έπλητταν το νησί. Περιφερόταν άστεγη και βρεγμένη στην πόλη μαζί με τη μητέρα της, την αδελφή της και άλλους συμπατριώτες της, ώσπου μεταφέρθηκε στο «αυτοσχέδιο» κέντρο υποδοχής προσφύγων που οι ντόπιοι έστησαν για να διαχειριστούν τις ανάγκες των ευάλωτων αυτών πληθυσμών. Εκεί, καθώς και σ’ άλλα σημεία στο νησί, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα στις αρχές Νοέμβρη άρχισαν να προσφέρουν πρωτοβάθμια περίθαλψη και να διανέμουν είδη πρώτης ανάγκης σε όσους έφταναν σε αυτό και σε άλλα νησιά, μέσα από ένα δίκτυο τοπικών συνεργατών και φορέων. Η Σαμίρα εγκατέλειψε πριν μήνες την ιστορική και πολύπαθη περιοχή Γκάζνι του Αφγανιστάν, απ’ όπου πολλοί συμπατριώτες της φεύγουν για να γλιτώσουν από τις επιθέσεις των Ταλιμπάν.

«Σκότωσαν τον πατέρα μας, βίασαν την μητέρα μου και τις δύο μου αδελφές, μόνο εγώ γλίτωσα» αφηγείται καθώς εξετάζεται από τον γιατρό των MSF. «Έτσι αποφασίσαμε με τη μαμά και τις αδελφές μου να φύγουμε. Για μήνες διασχίζαμε βουνά μέσα στο σκοτάδι και το κρύο μέχρι να φτάσουμε ως εδώ σε ακραία εξάντληση. Στα σύνορα με το Ιράν μάς χωρίσανε με την άλλη μου αδελφή, την έβαλαν σε άλλο φορτηγό, και έκτοτε τη χάσαμε», αφηγείται. Η Σαμίρα δεν ξέρει ποιος είναι ο τελικός προορισμός τους. «Κάπου που να έχει ειρήνη, που να μην κινδυνεύουμε» λέει. Ενδιάμεσος σταθμός σ’ αυτό το ταξίδι, η Αθήνα, απ’ όπου γράφει, δέκα μέρες μετά τη Λέσβο: «Αυτή η πόλη έχει πολύ κόσμο, κι όλα τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα και πολύ ακριβά, φοβάμαι ακόμη και να περπατήσω στο δρόμο..». Δύο μέρες μετά, έχασα τα ίχνη της.

Κανείς δεν γνωρίζει αν η Νερμίν συνάντησε ή θα συναντήσει ποτέ τη Σαμίρα σε κάποιο καταυλισμό προσφύγων ή άλλο «σταθμό» της περιπέτειάς τους. Ωστόσο, μοιάζει να συνδέονται κατά κάποιον τρόπο με μια κοινή μοίρα, με μια κοινή ταυτότητα. Αυτή του «ανεπιθύμητου» πρόσφυγα, του ανθρώπου που στην προσπάθειά του να επιβιώσει από συνθήκες που επεβλήθησαν βίαια ανατρέποντας τη ζωή του στη χώρα του, αναγκάζεται να τεθεί σε «κίνηση» και να αναζητήσει ασφαλές καταφύγιο μακριά.

H μετανάστευση ήταν πάντα ένα σταθερό φαινόμενο στην ανθρώπινη ιστορία. Ωστόσο, οι ολοένα αυξανόμενες διαφορές βιοτικού επιπέδου μεταξύ χωρών, τα πιο σύγχρονα μέσα μεταφοράς, οι πόλεμοι, η φτώχεια και οι φυσικές καταστροφές έχουν συμβάλει ώστε όλο και περισσότεροι άνθρωποι να εγκαταλείπουν τις εστίες τους. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης, ο αριθμός των μεταναστών υπολογίζεται από περίπου 150 εκατομμύρια που ήταν το 2000, σε 214 εκατομμύρια σήμερα. Δηλαδή, ένας στους 33 ανθρώπους σήμερα στον κόσμο έχει εγκαταλείψει το μόνιμο τόπο κατοικίας του. Στη διάρκεια αυτής της δεκαετίας οι χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου και όχι οι πλούσιες χώρες –όπως πιστεύεται- είναι αυτές που δέχθηκαν το μεγαλύτερο μερίδιο της παγκόσμιας μετανάστευσης. Σήμερα υπολογίζεται ότι οι πλούσιες χώρες δέχονται λιγότερο από το 40% των ανθρώπων που μεταναστεύουν από τις αναπτυσσόμενες χώρες.

Μάλιστα, την προηγούμενη δεκαετία οι πλούσιες χώρες -μεταξύ αυτών και κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης- υιοθέτησαν περιοριστικές πολιτικές για τη μετανάστευση παρά το τεράστιο δημογραφικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν (υπογεννητικότητα, έλλειψη εργατικού δυναμικού). Κι αυτό διότι η μεταναστευτική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνδέεται πρωτίστως με την ατζέντα της ασφάλειας και λιγότερο της οικονομικής ανάπτυξης ενώ στο δημόσιο λόγο οι μετανάστες όλο και περισσότερο προβάλλονται με αρνητικό τρόπο. Οι πολιτικές περιορισμού της μετανάστευσης περιλαμβάνουν το «σφράγισμα» των συνόρων, συμφωνίες συνεργασίας με χώρες προέλευσης και διέλευσης και επιστροφές (απελάσεις) ή επαναπροωθήσεις.

Το ανθρώπινο κόστος αυτών των πρακτικών κατά κανόνα δεν αποτιμάται από τους υπεύθυνους ούτε γίνεται γνωστό στο ευρύ κοινό. Η ανθρωπιστική πλευρά του ζητήματος αποσιωπείται συστηματικά και οι αφίξεις των μεταναστών παρουσιάζονται συστηματικά ως απειλή για τη σταθερότητα και την ευημερία της Ελλάδας και της Ευρώπης. Σήμερα, στην Ελλάδα, μετανάστες, πρόσφυγες από εμπόλεμες χώρες, εκτοπισμένοι από περιοχές που έχουν υποστεί φυσικές καταστροφές, αντιμετωπίζουν με την είσοδό τους κράτηση που μπορεί να φτάσει τους 12 μήνες, σε συνθήκες που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει κρίνει απάνθρωπες και εξευτελιστικές. Είναι σ’ αυτό το σημείο που «μπαίνουν στο κάδρο» οργανώσεις ιατρικές, ανθρωπιστικές όπως οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, στην προσπάθειά τους να καλύψουν άμεσες ιατρικές και ανθρωπιστικές ανάγκες των ευάλωτων αυτών ανθρώπων, χωρίς διακρίσεις εθνικότητας, φύλου ή πεποιθήσεων ακολουθώντας τον παγκόσμιο κώδικα ιατρικής ηθικής.

Η Σαμίρα, αφού καταγράφηκε από τις αρχές αφέθηκε ελεύθερη από τις αρχές λόγω της περιορισμένης χωρητικότητας των χώρων κράτησης και ελλείψει κάποιου ειδικού χώρου υποδοχής. Αλλά ακόμη κι όταν η κράτηση είναι σύντομη, το μέλλον γι’ αυτούς τους ανθρώπους δεν είναι ευοίωνο. Η πρόσβαση στο σύστημα ασύλου παραμένει εξαιρετικά δύσκολη ενώ οι πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας εξαιρετικά μικρές. Η κάθε «Νερμίν» ή «Σαμίρα» θα δυσκολευτεί πολύ να βρει το πολυπόθητο και ασφαλές «Ελ Ντοράντο» που θα της παράσχει άσυλο. Αυτό που συνήθως βρίσκει στη χώρα μας είναι κοινωνικός αποκλεισμός (έλλειψη πρόσβασης στην περίθαλψη), στιγματισμός, ρατσιστικές επιθέσεις ή επιχειρήσεις- σκούπα όπως η Ξένιος Δίας που συνεπάγεται εκ νέου κράτηση και πιθανώς απέλαση μετά από πολλούς μήνες εγκλεισμού. Αυτές οι πρακτικές εντείνουν εκ νέου την ξενοφοβία και τελικά όχι μόνο δεν καταπραΰνουν αλλά τρέφουν φαινόμενα ρατσιστικής βίας, ακραίας πόλωσης της κοινής γνώμης και χειραγώγησης της ενημέρωσης. Γιατί οι «άλλοι» θα συνεχίσουν να φτάνουν όσο υπάρχει πόλεμος, ανασφάλεια και ανέχεια, όπως και «εμείς» αναζητούμε ένα αύριο με μεγαλύτερη αξιοπρέπεια αλλού.

Και όσο πιο σκληρά μέτρα εφαρμόζονται για την αποτροπή των μεταναστευτικών ροών τόσο πιθανότερες και συχνότερες είναι οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ο κίνδυνος για τη ζωή αυτών των ανθρώπων. Χωρίς ασφαλείς και νόμιμες εναλλακτικές αναγκάζονται να επιλέγουν όλο και πιο επικίνδυνα περάσματα και πολύ συχνά δεν έχουν επιλογή από το να εμπιστευτούν τη ζωή τους σε διακινητές που εκμεταλλεύονται την ευάλωτη κατάστασή τους συχνά με τραγικά αποτελέσματα.

Γιατί η Σαμίρα και οι υπόλοιποι «ανεπιθύμητοι» συμπατριώτες της, παρά την εξαθλίωση που υφίστανται, ουσιαστικά είναι ακόμη οι «τυχεροί». Αυτοί που ακόμη επιζούν. Σύμφωνα με τις Αρχές, τον περασμένο χειμώνα, μέσα σε ένα μόλις μήνα, τρία άτομα δεν κατάφεραν να περάσουν τα σύνορα, έχασαν τη ζωή τους στα παγωμένα νερά του Έβρου ενώ άλλοι οκτώ αγνοούνταν. Ένα 9χρονο κορίτσι μαζί με τον 55χρονο παππού του από το Αφγανιστάν χάθηκαν στα νερά του ποταμιού όταν η βάρκα τους ανατράπηκε.

Όταν η θερμοκρασία έπεσε στους -10, ένας Παλαιστίνιος έχασε τη ζωή του από υποθερμία περιμένοντας ώρες μαζί με άλλους δεκατέσσερις συνοδοιπόρους σε ένα μικρό νησί του ποταμού όπου τους εγκατέλειψε ο δουλέμπορος οδηγός της βάρκας τους. Το περασμένο καλοκαίρι, λίγο έξω από τη Σμύρνη, 60 επιβάτες από τη Συρία, κυρίως γυναίκες και παιδιά, πνίγηκαν. Και πολύ πρόσφατα, μια βδομάδα μετά την άφιξη της Σαμίρα, 28 άτομα πνίγηκαν όταν η βάρκα τους βυθίστηκε λίγο έξω από τις ακτές της Λέσβου. Ο ακριβής αριθμός των ανθρώπων που χάθηκαν, πνίγηκαν ή πέθαναν από το κρύο στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, στην προσπάθειά τους να διασχίσουν σύνορα από την ξηρά ή δια θαλάσσης μόνο κατά προσέγγιση μπορεί να υπολογιστεί. Είναι τα «ξεχασμένα» θύματα ενός σιωπηλού πολέμου. Οι μάρτυρες της εκούσιας λήθης μας.

Παρά τη εξαθλίωση στην οποία τους οδηγεί η αδιαφορία των κυβερνήσεων μας για την οποία συνυπεύθυνοι είμαστε όλοι μας, εξακολουθούμε να αντιλαμβανόμαστε την κάθε «Νερμίν» ή «Σαμίρα», τον κάθε μετανάστη ή πρόσφυγα ως απειλή, μετατρέποντάς τον σε «αποδιοπομπαίο τράγο» ή σε συλλογικό εχθρό, υπεύθυνο για τις εθνικές κακοτυχίες μας. Το γεγονός ότι πλέον στην Ελλάδα αυξάνεται και η δική μας «ευαλωτότητα», και δίνουμε πλέον κι εμείς οι ίδιοι και τα παιδιά μας μάχη για να κρατηθούμε μέσα σε ένα περιβάλλον που υφίσταται ακραίους κοινωνικοπολιτικούς κραδασμούς, δεν φαίνεται να μετρά όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τον «ξένο».

Όλοι γνωρίζουμε ότι παίρνει χρόνο, ενέργεια και πόνο για να χτιστεί μια ζωή και να συντηρηθεί. Και μαθαίνουμε με οδυνηρό τρόπο ότι το κλειδί στην επιβίωση είναι η αλληλεγγύη. Τότε γιατί αποκλείουμε αυτούς τους ανθρώπους από την υποστήριξή μας; Γιατί τους κρίνουμε ως ανεπιθύμητους, στιγματίζοντάς τους και στερώντας τους αγαθά που θα έπρεπε να είναι αυτονόητα σε μια ανθρώπινη κοινωνία; Πόσος χρόνος χρειάζεται για να ωριμάσει στον εθνικό μας «ψυχισμό» η συναίσθηση του πόνου του «άλλου», του «ξένου», και να απαλλαγούμε από προκαταλήψεις χρώματος, φυλής, θρησκείας, κουλτούρας;

Κι αν ακόμη δεν είμαστε σε θέση να δώσουμε συλλογικά απαντήσεις, τουλάχιστον ας μπορούμε να θέτουμε καθημερινά, υπεύθυνα στους εαυτούς μας τις ερωτήσεις. Είναι το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε για να κρατήσουμε ζωντανό το πρώτο και πλέον απαραίτητο κύτταρο ενός πολιτισμού: την αλληλεγγύη.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα προσφέρουν ιατρική και ανθρωπιστική βοήθεια σε μετανάστες και πρόσφυγες στην Ελλάδα από το 2008. Από τα μέσα του Νοέμβρη αναπτύσσουν σε ολόκληρη την Ελλάδα την εκστρατεία ευαισθητοποίησης και ανεύρεσης πόρων «Παστίλιες για τον πόνο του άλλου» για τα προβλήματα των ευάλωτων, κοινωνικά αποκλεισμένων ασθενών στην Ελλάδα και τον υπόλοιπο κόσμο.

Τα ονόματα σ’ αυτό το άρθρο έχουν αλλαχθεί.

Η Μελίνα Σπαθάρη είναι Υπεύθυνη Τμήματος Επικοινωνίας στο ελληνικό τμήμα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα

* Περισσότερα για το ημερολόγιο της Νερμίν

Jan 152013
 

 

…. η Ελλάδα συνεχίζει να τρώει τα παιδιά της…

Προσδοκώ στη μέρα που θα σταματήσουμε να κυνηγάμε Ανθρώπους που με την Ψυχή και την Καρδιά τους, Εντιμότητα, Διαχρονική Συνέπεια, έχουν βάλει με την Ζωή και την Δουλειά τους το Λιθαράκι τους για να πάμε μπροστά Υπηρετώντας τις Αξίες της Ζωής.

Νιώθω πόνο και ντροπή…

Μας συγχωρείτε Κατερίνα Μάτσα και όλοι στο 18 Άνω που σαν κοινωνία είμαστε ακόμα τόσο αποπροσανατολισμένοι που δεν μπορούμε να διακρίνουμε και να στηρίξουμε αυτά που Υπηρετούν το Ζείν …

Με εκτίμηση κι ευγνωμοσύνη για όλους όσους έχετε βοηθήσει και για τους δρόμους που έχετε ανοίξει στην Ελλάδα…

Έχει δημιουργηθεί μια Δήλωση Συμπαράστασης  στο GoPetition – υπογράψτε και διαδώστε!

Dec 172012
 

Autism is not a mental health disorder — it is a neurodevelopmental disorder. The eyes of the world are on this wrenching tragedy — with 1 in 88 now diagnosed, misinformation could easily trigger increased prejudice and misunderstanding.

Άλλο ένα άρθρο του φίλου και συναδέλφου David Bedrick που αξίζει μια ανάγνωση…

Πηγή: Psychology Today

Scapegoating, Stereotyping, & Projecting Won’t Make Us Safer

Reflections on Connecticut Horror and Trauma

by David Bedrick, J.D., Dipl. PW

This morning I read more, listened more, and watched more video about the murders and murderer in Newtown, Connecticut. There were many calls for improved mental health. I understand. We want answers. We want to prevent and protect. We want to throw our arms around those we love. We hope that psychology will help us with this hunger.

However, I grew concerned as I witnessed the media going down the path of finding a reason that allows us to go back to sleep with a false sense of security—as if we can identify the reason one person hurts another and rest easier knowing that is not me or those around me. I grew concerned when people focused so much on the story and “psychology” of one individual, Adam Lanza, the killer, as if we all don’t have work to do, as if we all don’t have a certain culpability—even if that is to care for ourselves, to notice the hurt, pain, and rage around us. I grew concerned when people threw around labels that too easily could lead the public to marginalize and even demonize a group of people that most of the public know little about.

I grew concerned because in moments of violence and trauma (be they hours, days, or even generations) an un-psychological eye can easily project onto a person or group all the qualities it wants to split off and thereby scapegoat those people and groups. This happens when some folks project onto our gay brothers and sisters that they are more dangerous to the precious children; this happens when some project hostility onto our black brothers and sisters as if violence is not epidemic amongst all racial groups and in too many homes of people of all colors. Examples are too numerous to enumerate here. The point is this: stereotyping and projecting can give a momentary feeling of security when we feel we have caught the beast, but projecting onto others is a form of violence not to be taken lightly. It harms. Psychology should not be used to feed our hunger for security in this way; psychology should make us more aware of the very tendency to project and stereotype and help us do no harm.

Consider the example of how some people are using the label “autism.” Some programs have claimed that Adam Lanza, the killer, was autistic. CNN last night, Saturday, interviewed Dr. Sanjay Gupta, chief medical correspondent for CNN. The CNN interviewer spoke about autism as a mental disorder and raised concerns about whether autism could lead to violence. Dr. Gupta quickly corrected the interviewer saying that autism is not a mental disorder but rather a neurodevelopmental disorder and disabused the audience of the idea that autism leads to this kind of violence. But this morning, on Meet the Press, moderator David Gregory asked Pete Williams, NBC’s Justice Correspondent, “Do we know why this happened?…What do we know about Adam Lanza?” Mr. Williams responded by saying, among other things, “He had a mild form of autism….” Unlike with Sanjay Gupta, nothing more was said leaving open the possibility that the public would connect autism with this kind of violence.

I don’t think either David Gregory or Mr. Williams had any ill intent or were aware of the possibility of misleading people, and, if this was simply a conversation between two people I could let the ethical implications and misunderstanding go. But this conversation was meant to “educate” millions of people and thus, I believe, there is an ethical obligation to protect groups from potential scapegoating.

So, for the record, let me reiterate the words of the Autism Research Institute, “Autism is not a mental health disorder — it is a neurodevelopmental disorder. The eyes of the world are on this wrenching tragedy — with 1 in 88 now diagnosed, misinformation could easily trigger increased prejudice and misunderstanding.”

In times of trauma we all need to be careful, compassionate, and understanding. In the days, weeks, and months ahead, I suspect many people will need us to keep our eyes on potential scapegoating, projecting, and stereotyping. That is one way we can make the world a little safer.

Dec 152012
 

Ο φίλος και συνάδελφος David Bedrick, γράφει για το φονικό στο Connecticut…

(από την έκθεση In Search of Lost Innocence της ομάδας Tesseract

Πηγή: Psychology Today

Upon the Murder of 20 Children and 6 Adults in Connecticut

A Challenge to Our Collective Innocence

by David Bedrick, J.D., Dipl. PW

Someone murdered 26 people this morning. Someone killed 20 children, innocent children. In my process of reflection (psychological reflection) I couldn’t help but think that it was not just innocents that were assaulted but also, innocence itself; I couldn’t help but think that maybe our “innocence” needs a wake up call. While many say it is not time for philosophical or political discussion, I also feel that we can do something. We can act; we are not only powerless. I know that thinking psychologically so close to a moment of trauma can be insensitive; forgive me if my words insensitively injure or offend anyone.

James Baldwin in his seminal book, The Fire Next Time wrote, “[I]t is not permissible that the authors of devastation should also be innocent. It is the innocence which constitutes the crime.”[1] Are we, as a culture, too innocent? Are there still too many people for whom this kind of violence seems like a rare event? Have we become too comfortable focusing our attention squarely on the killer’s psychology while neglecting to look at the epidemic nature of American violence—an epidemic that can’t be ignored by analyzing one murderer? Have we become so accustomed to experiencing only feelings of powerlessness upon such horror that we inadvertently learn to close our eyes to the violence all around us as well as inside us?

I was reminded this morning of a newspaper story I read some twenty years ago titled “Don’t I Look Happy?” about a blond-haired blue-eyed teen who had murdered his parents and siblings. The article suggested it was hard for anyone to have predicted that this boy, as reflected by his appearance, including his smiling face, would have had the potential for such horror. In connection with another incident some years later, when a television interviewer spoke to friends and neighbors about a high school shooting, they noted their surprise, saying that the shooter “always seemed like a happy boy.” Is this need to look happy, to keep others smiling, feeding a dangerous form of innocence? I think so.

The forces of denial, of a kind of collective amnesia, urge us to keep ourselves “looking happy” rather than show our pain, suffering, anger, and rage. We have become so invested in revealing only a narrow range of upbeat expressions that we don’t notice the signs of violence, depression, stress, and distress behind the happy demeanor. We are so accustomed to people telling us they’re “fine” that we no longer trust the feelings that arise when things are not “fine.” In other words, we no longer trust our distrust. Thus we don’t see teenage girls on their knees throwing up in the toilet but instead admire their “nice” figures. We don’t see businessmen in danger of having a heart attack as they eat and drink their way to relaxation but instead view their excesses as the privilege of success. We don’t notice the difference between gritted teeth and gleaming teeth, strained faces and composed faces, eyes that glare and eyes that glow. Our vision leans toward seeing the light but not the dark. Our disconnectedness ensures that these dark aspects of people remain hidden.

It is time for many of us to come out with our deeper feelings and experiences—our pain, our sadness, our anger, our grief, our hurt. It is time for us to recognize these feelings in others. Otherwise we collude in the violence by hiding; we collude by not seeing. Cornel West, author and Princeton University professor said, “There is something about American folk. They’re so obsessed with comfort, convenience, and contentment. It’s just like living in a hotel where the lights are always on.”[2] It’s time to learn to “see” in the dark. It is my hope that psychology can help us do just that.

[1] James Baldwin, The Fire Next Time (New York: Vintage, 1991 [1962]), 5-6.

[2] Cornel West, Hope on a Tightrope: Words & Wisdom (Carlsbad, CA: Hay House, 2008), 29.

 

Nov 142012
 

Πηγή: A User’s Guide to Power

Remember what you stand for, not just what you’re against

by Julie Diamond, Ph.D.

In yesterday’s New York Times, Thomas Friedman writes:

In October 2010, Senator Mitch McConnell, the Republican leader, famously told The National Journal, “The single most important thing we want to achieve is for President Obama to be a one-term president.” And that’s how he and his party acted. Well, Mitch, how’s that working out for you?

McConnell saw his job description as making Obama fail. He said explicitly that he didn’t want to pass any legislation because Obama can claim credit.

Gee, if I recall, the job description for a legislator is to actually make legislation. McConnell has tipped so far over into what he’s against, he’s lost sight of what he’s for. As a leader, he should have been working to make positive change, not using time and tax payers money to wage a vendetta.

America’s vote last night means different things to different people. To me it meant, among other things, that the majority of people, not everyone, but at least half, is tired of the politics of being against.

It’s easy to see this playing out on a national stage. But we all do it. For some reason it’s easier to be against than it is to stand for something. Sure, there are moments to stand up against things, but unless you’re also selling something positive, just being an “anti” monger doesn’t work.

We have to decide whether we want a “negative freedom,” the freedom from constraint, from the abuse of power, from any infringement on our activities. Or, do e want a “positive freedom,” the freedom to realize ourselves, to make a thriving community, to innovate and create. Being against is the negative freedom we’re used to, and it leads to a democracy of individual rights, based on the belief that freedom arises out of pitting individual against individual, individual against government, and minority against majority.

Being against something is seductive, because it makes us feel powerful, but actually, it’s just a semblance of power. We define ourselves in relation to the other, but not in terms of our innermost potential.

While freedom from has been the dominant mode of democracy to-date, freedom to is a lesser known, not-yet-realized form of democracy. It is based on the understanding that liberty is much more than absence of constraint. Real liberty is the inner capacity to self-actualize and create, not just to resist.

And it means articulating what you want, why it’s useful and what it will do for people. It means you have to collaborate, to work with others to build something, and make something that matters. So let’s take the election to exercise our positive freedom, to be for something, to use our imagination, envision the future we want, and work together, even with those we don’t agree with, to make it a reality.

Oct 172012
 

Πηγή: A User’s Guide to Power

When the attack is political… and personal

by Julie Diamond

It’s one thing to have your policies criticized. To be condemned by your political opponents. To be second guessed by pundits. But it’s another to have pornographic or racist cartoons and bumper stickers, as well as fabricated stories about you circulating freely in the media and on the internet.

That’s what both the Prime Minister of Australia, Julia Gillard, and President Barack Obama are putting up with. In Gillard’s case, even though Australians are used to a bare-knuckle style of Parliamentary debate, the vulgar, misogynist attack on Gillard goes way beyond even the most salacious rant. And the racist attacks on Obama, as well as challenges to his nationality, education, and religion are far out of line from simple political disagreement.

Both Gillard and Obama are firsts. They broke through a glass ceiling, And in both cases, right after their election, their countries basked in a post-election glow that quickly dissipated in the wake of reactionary and vicious attacks.

Can they defend themselves?

Gillard just did in a video clip going viral here in America, reported in a New Yorker article entitled, What Obama Could Learn from Julia Gillard’s Speech on Australian Misogyny?

But the title belies the fact that that at least 50% of the Australian public is comprised of women. To defend yourself, knowing you are also defending a sizeable segment of the population is different from defending yourself as a part of a smaller minority. And while conversations about gender and race are difficult, in America, real conversations about race are almost nonexistent.

Barack Obama is a Jackie Robinson for the 21st century. There’s nothing for him to do but be the best he can be.

Or is there?

What can one do when the attack is not only personal, but an attack on one’s social or racial or gender group?

This is not just about Obama or Gillard. It’s about everyone. We all have a social identity and stepping up in the public eye, in our current cultural climate means our social identity is fair game. If we actually make it past the stigma and get elected, or in the workplace, rise to a place of prominence, then we have to endure attacks, bullying, and in some cases, sabotage.

So what can we do when we are attacked not just for our policies, but for our social identity? There is nothing simple about this. There is no solution to this, no five easy steps for managing it. One reason it’s not so simple is because it’s a collective responsibility, not just the individual being attacked. It’s a cultural problem and requires a cultural solution. Here are some attitudes and frameworks I find helpful.

  • When you are a member of a marginalized group, you are a symbol and a trigger for a cultural conversation. This means it takes a special kind of person to be a ‘first.’ Not everyone has it in them. Nor should everyone. Deciding to put yourself in the spotlight, open to abuse, should be very carefully considered. Because it doesn’t just hurt feelings, it takes a toll on bodies and health. Being the target of abuse, no matter how high up you are, can be lethal.
  • Attacks are part of a conversation trying to and needing to happen. Culture evolves through conflict and painful as it is, it’s how culture changes. This means it doesn’t have to do with us personally. And that awareness alone can be protective. In some way allowing for the conversation to happen, or helping it go beyond vilification and surface stereotypes can help it move forward, and move off of you, and onto the issues needing to be discussed. During the 2008 campaign Obama’s speech, A More Perfect Union, in response to controversial remarks made by his former pastor, the Reverend Jeremiah Wright is such an example of moving the conversation forward, and off of the person.
  • Culture changes only when tolerance levels change. Tolerance doesn’t mean open-mindedness or acceptance. Tolerance means endurance. When we tough it out, we send the message that we can take it. We’re not affected. But unless people see the pain and suffering societal sadism causes, it keeps going. Bullying is now a conversation because, unfortunately, of suicide. Perhaps it’s not possible for leaders to show they suffer from attacks. Our society might not be able to appreciate that. But strength and power, while necessary for setting boundaries, sometimes needs to be complemented by an awareness of the impact of the attack. We need to humanize ourselves by recognizing and even showing the toll these attacks take in order for cultural tolerance levels to shift.
Oct 112012
 

(τo έργο του Κιθ Χάρινγκ, λίγο πριν πεθάνει, για την πρώτη ημέρα Coming Out του 1988)

Πηγή: lifo

Coming Out, η επιτομή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας

του Άρη Δημοκίδη

Όταν είσαι μικρός και συνειδητοποιείς ότι είσαι μάλλον διαφορετικός, η αγάπη και η αποδοχή της οικογένειας και φίλων είναι το σημαντικότερο πράγμα. Είναι κρίμα οι ευνοημένοι να το ξεχνούν ή να κοιτούν μόνο τον εαυτό τους – το ότι είχα την αγάπη και την αποδοχή που χρειαζόμουν δεν είναι λόγος για να μην πολεμήσω για να την έχουν και οι άλλοι. Κι έτσι, ζήτησα απ’ την αθηναϊκή ομάδα Colour Youth να μου γράψει ένα κειμενάκι για την αυριανή ημέρα και για τα οφέλη του Coming Out…

Coming Out, η επιτομή της LGBTQ αξιοπρέπειας – από τους Colour Youth

Εάν κάνετε μια μικρή έρευνα στην Wikipedia για το «Coming out», μπορείτε να βρείτε άρθρα σε πολλές (τουλάχιστον 34 γλώσσες), αλλά, όπως ίσως περιμένατε, οχι στα Ελληνικά.

Το «Coming out (…of the closet) », είναι μια διεθνής έκφραση που χρησιμοποιείται για να δηλώσει την πράξη της γνωστοποίησης του σεξουαλικού προσανατολισμού ή/και της ταυτότητας φύλου από ένα LGBTQ* άτομο προς την οικογένειά του, τους φίλους του και το ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον (σχολείο, χώρος εργασίας κτλ). [*LGBTQ: Lesbian, Gay, Bi, Trans, Queer]

Σαν έννοια, το coming out, η «έξοδος από την ντουλάπα», είναι μια εύστοχη μεταφορά που εκφράζει την κοινωνική κατάσταση των «κρυφών» LGBTQ ατόμων ανά τον κόσμο, και κυρίως τον πόνο και την καταπίεση που συνεπάγεται η συνεχής διαβίωση μέσα στο σκοτάδι της κρυψίνοιας.

Μέσα στην ντουλάπα δεν παραμονεύουν μονάχα οι δαίμονες της παιδικής μας ηλικίας, αλλά εκεί κρύβεται και η σύγχρονη δαιμονοποιημένη μορφή μας. Όσο ρόδινα και να θέλουμε να βλέπουμε τα πράγματα, η πραγματικότητα πολλές φορές μας προσγειώνει:

Όταν είσαι γκέι/λεσβία ή αμφί ή τρανς αυτόματα κατατάσσεσαι στις ανεπιθύμητες κάστες της κοινωνίας. Αναγκάζεσαι μέσω της κοινωνικής πίεσης, που ‘χει σχεδόν πάντα αρνητικό πρόσημο έναντι της σεξουαλικής διαφοροποίησης, να «κρύβεσαι στην ντουλάπα», να ζεις μες στο σκοτάδι, το ψέμα και την (αμυντική) υποκρισία. Υιοθετείς τη μάσκα που θεωρείται αποδεκτή – κι ας είναι ενάντια στην ίδια σου τη φύση – και επιτρέπεις στον εαυτό σου μονάχα πίσω από κλειστούς τοίχους, σαν φυγάς ή εγκληματίας, να ζεις όπως νιώθεις, όπως είναι όμορφο να ζεις.

Βγαίνοντας από την ντουλάπα, παίρνεις αμέσως μια νέα θέση: αφενός αποτίνεις φόρο τιμής στην διαφορετικότητα, περιστοιχίζεις τον εαυτό σου με αξιοπρέπεια και ειλικρίνεια, αλλά και αποδεικνύεις σε εσένα και τους γύρω σου – φίλους και μη – ότι ο πρώτος άνθρωπος που πρέπει να σε σεβαστεί πριν σε σεβαστούν οι άλλοι, είναι ο ίδιος σου ο εαυτός. Αφετέρου, όντας ‘’οut’’, φωτίζεις μ’ αλληλεγγύη την καταπίεση που από παιδί σε στοιχειώνει (εσένα και τους ομοίους σου, εσένα και τις όμοιές σου), και δίνεις θάρρος άτυπα, αλλά ουσιαστικά σε άλλα άτομα που ίσως ξέρεις, ίσως και να μην γνωρίσεις ποτέ σου.

Με άλλα λόγια, το να βγαίνεις απ’ την ντουλάπα είναι μεγάλη υπόθεση. Διεκδικείς με απλότητα και τιμιότητα την αναγνώριση της αξιοπρέπειας σου, που εδώ και καιρό αλησμόνητο, από πάντα ίσως, δυστυχώς δε θεωρείται δεδομένη. Ανεξάρτητα απ’ το αν θέλεις να βγεις διακριτικά έξω απ’ την ντουλάπα, ή αν θες να τη σπάσεις αφήνοντας την πίσω σου σε χίλια κομμάτια, ένα είναι σίγουρο: η ντουλάπα και η κάθε ντουλάπα, και όλοι οι κλειστοί «χώροι» που προσπαθούν με τρόπο ανάλογο (και παράλογο) – είτε με το φόβο, είτε με ανήθικο μίσος – να περιορίσουν αυτόν που πραγματικά είσαι, αυτήν που πραγματικά είσαι, πρέπει να εξαφανισθούν.

Μια υγιής προσωπικότητα, όπως εξάλλου και μια υγιής κοινωνία, δεν μπορεί να λάμψει και να ευτυχήσει μες στην υποκρισία. Η Ελληνική κοινωνία – αυτή που έχουμε ζήσει, αυτή που μέσα έχουμε μεγαλώσει, αυτή που έχουμε υποστεί – είναι περίτρανο πια παράδειγμα της οντότητας που, έχοντας επιλέξει το δρόμο της υποκρισίας, καταβαραθρώθηκε. Δυστύχησε. Μετάνιωσε.

Γιατί κι εσύ;

Με αφορμή την Παγκόσμια Μέρα Coming Out θα προβληθεί το ντοκιμαντέρ “I am” της Ινδής παραγωγού Sonali Gullati. Το ντοκιμαντέρ πραγματεύεται την αγάπη των γονιών προς τα παιδιά τους, όταν αυτά τους αποκαλύπτουν το σεξουαλικό τους προσανατολισμό και, παράλληλα, προσεγγίζει τις κοινωνικές δυνατότητες μιας κλειστής κοινωνίας όπως αυτή της Ινδίας.

Η προβολή γίνεται στο θέατρο Βικτώρια (Μαγνησίας 5 & Γ’ Σεπτεμβρίου 119) την Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2012 και ώρα 8.00 το βράδυ με ελεύθερη είσοδο. Μετά την προβολή θ’ ακολουθήσει συζήτηση και ελαφρύ γεύμα με finger food και sangria (για την οικονομική ενίσχυση του LGBT Κοινωνικού Κέντρου «The Athens Rainbow House»).

Το δελτίο τύπου:

[…] Βλέπετε, εμείς οι γκέη, οι λεσβίες οι αμφι και οι τρανς, όταν λέμε πως ένα άτομο «είναι μέσα στην ντουλάπα» εννοούμε πως ακόμα δεν έχει αποκαλύψει τον πραγματικό του σεξουαλικό προσανατολισμό ή την πραγματική του ταυτότητα φύλου στην οικογένειά του, στους φίλους του, στην κοινωνία ολόκληρη, ή, ακόμα χειρότερα, ούτε καν στον ίδιο του τον εαυτό.

Μετά από όλα αυτά, η ερώτηση που έρχεται κατευθείαν στο μυαλό πολλών δεν είναι άλλη από την ακόλουθη: «Και γιατί δηλαδή πρέπει να το λένε;» Συνήθως δε, τέτοιες ερωτήσεις ακολουθούνται από άλλα ωραία τύπου «Δεν με νοιάζει τι κάνει ο καθένας στο κρεβάτι του», «Εγώ δεν έχω πρόβλημα με τους γκέη, τις λεσβίες κτλ. (μάλιστα έχω και φίλους γκέη, λεσβίες κτλ.) αρκεί να μην προκαλούν με το να το λένε αριστερά και δεξιά» ή ακόμη και «Να μην το λένε γιατί μας ακούνε και μικρά παιδιά και επηρεάζονται ». (Υπάρχουν και γκέη κυρίως άτομα που το πάνε ένα βήμα παραπέρα και παραδέχονται ευθαρσώς πως «Εγώ δεν το λέω γιατί δεν είμαι και καμιά κραγμένη. Αντρίκια πράγματα μόνο.»)

Για μιά φορά, θα προσπαθήσουμε να αντισταθούμε στην παρόρμηση και δεν θα ασχοληθούμε με αυτά τα άτομα. Αντίθετα, μας ενδιαφέρει πολύ να απευθυνθούμε σε σκεπτόμενα, ανοιχτόμυαλα άτομα και να πούμε ότι η έξοδος «από την ντουλάπα», ή το coming out όπως είναι γνωστότερο διεθνώς, δηλαδή η αποδοχή και γνωστοποίηση του σεξουαλικού του προσανατολισμού ή/και της ταυτότητας φύλου του από ένα LGBTQ* άτομο προς την οικογένειά του, τους φίλους του και το ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον (σχολείο, χώρος εργασίας κτλ) είναι μιά πολύ σημαντική πράξη που αφορά οχι μόνο το ίδιο το άτομο, αλλά και όλους και όλες εμάς. Και αυτό γιατί, μέσω του coming out:

• Καταρρίπτονται τα ιστορικά πλέον στερεότυπα για τα LGBT άτομα που θέλει να προβάλλει η τηλεόραση και τα διάφορα ΜΜΕ.
• Καταπολεμούνται οι διακρίσεις, και καλλιεργείται ο σεβασμός στην διαφορετικότητα και η προπασπιση της ισότητας: μαθαίνουμε πως είμαστε όλοι και όλες διαφορετικοί/ες αλλά και όλοι και όλες ίσοι/ες.
• Καταλαβαίνουμε ότι το να είναι κάποιος/α γκέη, λεσβία, αμφί ή τρανς δεν είναι και τόσο μεγάλο ζήτημα όσο θέλαμε να πιστεύουμε ή όσο μας είχαν πει ότι είναι. Βλέπουμε πως υπάρχουν γκέη, λεσβίες, αμφί και τρανς που, αν και με κάποιες διαφορές, είναι άνθρωποι σαν κι εμάς. Και αν μη τι άλλο, αρκετές διαφορές έχουμε με όλους τους άλλους ανθρώπους.
• Τα ίδια τα LGBT* άτομα αφήνουν πίσω τους την δυσβάσταχτη μοναξιά που προϋποθέτει μία ζωή μέσα στην υποκρισία και το ψέμα προς την οικογένεια, την παρέα και την κοινωνία ολόκληρη (Εσείς αλήθεια πως θα νοιώθατε αν δεν μπορούσατε να μιλήσετε για τον άνθρωπό σας ούτε στην ίδια σας την μάνα;)
• Με το να είναι κάποιος/α ανοιχτά γκέη, λεσβία, αμφί ή τρανς, βοηθάει και άλλα LGBTQ* άτομα να κάνουν coming out.

Σε τελική ανάλυση, το coming out και η αποδοχή και ο σεβασμός προς το άτομο που επιλέγει να το κάνει, είναι δείγμα ανθρωπιάς και πολιτισμού. Η Παγκόσμια Ημέρα Coming Out είναι αφιερωμένη στην ελευθερία της ανοικτής έκφρασης του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου, θεσπίστηκε το 1988 από τον ψυχολόγο Robert Eichberg και γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 11 Οκτωβρίου.

Την ημέρα αυτή, πολλά LGBTQ άτομα επιχειρούν να μιλήσουν ανοιχτά για τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου τους στα άτομα που αγαπούν ή απλά γνωρίζουν. Την ημέρα αυτή, αλλά και οποιαδήποτε άλλη ημέρα βέβαια, ίσως ένα άτομο που αγαπάς ή γνωρίζεις κι εσύ αποφασίσει να σου μιλήσει ανοιχτά για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου του. Δεν πρέπει να ξεχνάς ότι μια τέτοια απόφαση, δείχνει πως το άτομο αυτό σε εκτιμά και σε εμπιστεύεται.

Εσύ πώς θα του το ανταποδώσεις;

Oct 052012
 

Η γυναίκα του 2ου ορόφου και όλα όσα συνέβησαν στο τρόλεϊ #15, αφορμή για να ακούσω ξανά την ομιλία της Brene Brown στα TedTalks. Μελετά την ανθρώπινη σύνδεση — την ικανότητά μας να συμπάσχουμε, να εντασσόμαστε, να αγαπάμε. Σε αυτήν την ομιλία της στο TEDxHouston, μοιράζεται μια βαθιά γνώση από την έρευνά της, που αποτέλεσε αιτία για μια προσωπική αναζήτηση με στόχο να μάθει τον εαυτό της καθώς και να καταλάβει την ανθρωπότητα.

 

 

Και τα δυο άρθρα από το lifo.gr

Η γυναίκα του 2ου ορόφου: μια πράξη αλληλεγγύης στο κέντρο της Αθήνας

Πριν λίγες μέρες από το μπαλκόνι του σπιτιού μου, παρατηρούσα κάποιον που έβαζε στο καρότσι του μεταλλικά κουτιά. Φαινόταν εξαθλιωμένος και λίγο χαμένος αλλά συνέχισε με πείσμα την δουλειά του. Αμέσως σκέφτηκα ότι είναι λίγο πιο τυχερός από τους άλλους που ψάχνουν για φαγητό στα σκουπίδια, γιατί θα τα δώσει και θα πάρει λίγα χρήματα. Είναι τρομακτικό το πως μας έχουν κάνει να σκεφτόμαστε πια βλέποντας εικόνες εξαθλίωσης στο κέντρο της Αθήνας. Ο πήχης πέφτει όλο και πιο χαμηλά.

Ξαφνικά καθώς παρατηρούσα τον εξαθλιωμένο άντρα ακούστηκε η γυναίκα που μένει στον δεύτερο όροφο. Τον ρώτησε αν θέλει ένα παντελόνι. Ο άντρας ακούγοντας τις φωνές τραβήχτηκε προς τα πίσω. Μπορεί να μην κατάλαβε τι του έλεγε. Η γυναίκα το πέταξε μέσα σε μια σακούλα λέγοντας ότι αν ξαναπεράσει από κάτω σε λίγη ώρα θα του έδινε και κάποια άλλα ρούχα που είχε. Πέταξε το παντελόνι. Ο άντρας το πήρε σαστισμένος και έφυγε. Ύστερα από λίγα λεπτά πέρασε από κάτω και του έριξε μια σακούλα με ρούχα, τονίζοντας ότι είναι πλυμένα και καθαρά. Εκείνος την ευχαρίστησε χωρίς να μιλήσει βάζοντας το χέρι του στο στήθος.

Γράφω το περιστατικό για τον εξής λόγο: Είναι ακριβώς ο ίδιος δρόμος που έχω δει μαυροντυμένους άντρες να ξυλοκοπούν μετανάστη. Ο ίδιος δρόμος που έχουν σηκώσει κάποιοι στα μπαλκόνια τους ελληνικές σημαίες μόνο και μόνο για να αποφύγουν το μπλέξιμο με τους μαυροντυμένους. Ο ίδιος δρόμος όπου ένα ανοιξιάτικο βράδυ άκουσα από μια ταβέρνα να λένε ότι «λίγες τις έριξε ο Κασιδιάρης έπρεπε να τις μαυρίσει τα μάτια». Σε αυτό το δρόμο συνέβη λοιπόν και αυτό. Μια κίνηση αλληλεγγύης ανάμεσα σε μια ελληνίδα και έναν ξένο στο κέντρο της Αθήνας.

Αλληλεγγύη ανάμεσα στους ανθρώπους. Ο χειρότερος εχθρός των media. Το φως που πέφτει πάνω στον σκοταδισμό που εκπέμπει η οθόνη. Ο ελάχιστος αέρας που βρίσκει μια χαραμάδα για να τρυπώσει στο στοιχειωμένο σπίτι του ρατσισμού που κρύβουνε μέσα τους. Αλληλεγγύη. Ο φόβος και ο τρόμος των πολιτικών. Μας θέλουν απομονωμένους στον μικρόκοσμο μας ώστε να μας χειρίζονται καλύτερα. Αλληλεγγύη. Ίσως να μην χρειάζεται μόνο αυτή για να βγούμε από το τούνελ αλλά χωρίς αυτή δεν θα αντέξουμε να δούμε κάποια στιγμή το φως.

Επιστολή Αναγνώστη: ”Συνέβη στο τρόλεϊ με αριθμό 15, στρίβοντας απ’ την Πατησίων στη Λ. Αλεξάνδρας”

Δημοσιεύω επιστολή Αθηναίου αναγνώστη που περιγράφει μια ενδιαφέρουσα εμπειρία του. (τα στοιχεία του είναι στη διάθεση του LIFO.gr – όχι ότι έχουν σημασία)

Τι είναι άνθρωπος; Τι είναι πολιτισμός; Τι είναι παιδεία και τι αγωγή;

Εγώ θα σας πω…

Βρίσκομαι στο τρόλεϊ με αριθμό 15 και στρίβουμε από την Πατησίων στη Λ. Αλεξάνδρας. Στη επόμενη στάση διακρίνω πάρα πολλούς ανθρώπους, κυρίως γυναίκες,από την Αφρική με ενδυμασία ανάλογη της καταγωγής τους (μαντίλια κ.α.)

Το τρόλεϊ σταματά και γεμίζει με αυτές τις γυναίκες. Περίπου 20 πανέμορφες, χαμογελαστές, μαύρες γυναίκες γεμίζουν το τρόλεϊ. Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να δω τις αντιδράσεις των υπόλοιπων επιβατών. Τρομαγμένοι… Οι μητέρες κράτησαν γερά τα παιδιά τους από το χέρι και οι ηλικιωμένοι έσφιξαν τις τσάντες τους και τα σακάκια τους.

Μία κοπέλα η οποία κάθεται μπροστά μου έχει καρφώσει το βλέμμα της πάνω σε μία κοπέλα από την Αφρική. Ξαφνικά την πλησιάζει ένας Αφρικανός και τη ρωτάει…”Τι είναι περίεργο; Τι κοιτάς;” Η κοπέλα σαστίζει και λέει… “Τίποτα απλά είναι κάτι που δεν έχω ξαναδεί και μου έκανε εντύπωση”

Τότε λοιπόν πλησιάζει και η κοπέλα με την ενδυμασία και ξεκινούν με τον άντρα να εξηγούν στην κοπέλα τους λόγους για τους οποίους φορούσαν αυτά τα ρούχα. Κάποια γιορτή είχαν σε ένα ξενοδοχείο εκεί κοντά στην Αλεξάνδρας και γι’ αυτό είχαν μαζευτεί πολλοί μαζί.

Εκείνη τη στιγμή πλησιάζει μια κυρία από τα δίπλα καθίσματα και αρχίζει να κάνει τις δικές της ερωτήσεις στις κοπέλες και στον άντρα από την Αφρική. Αυτοί με τεράστια περηφάνια αρχίζουν να εξιστορούν ιστορικά και θρησκευτικά τους λόγους της ενδυμασίας τους. Τότε ξανακοιτώ τους υπόλοιπους επιβάτες. Ήταν η πρώτη φορά που δεν ήθελα το τρόλεϊ να φτάσει στη στάση μου.

Όλες οι κοπέλες με την συγκεκριμένη ενδυμασία από την Αφρική χαμογελούν γιατί κάποια κοπέλα θέλησε να μάθει 5 πράγματα γι’ αυτούς, για τον τόπο τους, για την ιστορία τους, για τον τρόπο ζωής τους. Ήξεραν ότι σε 2 στάσεις έπρεπε να κατέβουν, οπότε πλησίασαν κι άλλες κοπέλες και όλες μαζί έλυναν μία μία τις απορίες των δύο γυναικών. Ήθελαν να τις λύσουν όλες!

Οι υπόλοιποι επιβάτες μπορεί να μην εξέφρασαν τις δικές τους απορίες αλλά δεν ήταν πια τρομαγμένοι. Τα δάχτυλα ηρέμησαν και σταμάτησαν να σφίγγουν τις τσάντες. Και τα μάτια σταμάτησαν να κάνουν βόλτες ώστε να πιάσουν κάποιον στα πράσα την ώρα που βουτάει ένα πορτοφόλι. Οι επιβάτες πλέον δεν φοβούνταν…

Δυστυχώς, όμως το τρόλεϊ έφτασε στον τερματισμό του…Δεν μπορούσε να συνεχίσει για μια ζωή…;

Ίσως κάποια στιγμή στη διαδρομή να καταφέρναμε να γίνουμε και φίλοι, να ανταλλάξουμε τηλέφωνα, να μάθουμε περισσότερα για την Αφρική, για τον πολιτισμό, για την ιστορία και τη θρησκεία τους.

Να μάθουμε γενικώς…

Ήξερα πως τα ΜΜΕ κάνουν ότι μπορούν για να προωθήσουν το ρατσισμό και την τρομοκρατία απέναντι σε κάθε τι διαφορετικό.

Δεν φανταζόμουν όμως ότι 5 λεπτά τέτοιων στιγμών αρκούν για να γκρεμίσουν τους ψεύτικους φόβους μας.

ΤΕΛΙΚΑ…

Τι είναι πολιτισμός; Πολιτισμός είναι να θες να γνωρίσεις και άλλους πολιτισμούς.

Τι είναι παιδεία και τι αγωγή; Παιδεία και αγωγή είναι να δίνεις χώρο στο διαφορετικό.

Τι είναι άνθρωπος; Δεν ξέρω ακόμα… Πάντως εγώ αισθάνθηκα άνθρωπος ανάμεσα σε ανθρώπους μέσα στο τρόλεϊ!

Oct 032012
 

Ο Bruce Levine, Ph.D., μιλά για τη σχέση της ψυχολογίας με τις δομές εξουσίας. Μια σχέση διαχρονική και επικίνδυνη. Αξίζει μια ανάγνωση, μάλλον πολλές αναγνώσεις.

Πηγή: Mad in America

How Psychologists Meet the Needs of the “Power Structure”: A Talk at the Psychologists for Social Responsibility Conference

By the 1980s, as a clinical psychology graduate student, it had become apparent to me that the psychology profession was increasingly about meeting the needs of the “power structure” to maintain the status quo so as to gain social position, prestige, and other rewards for psychologists.

The Backward March of Psychologists

The academic psychology that I entered as a psychology major in the 1970s was by no means perfect. There was a dominating force of manipulative, control-freak behaviorists who appeared to get their rocks off conditioning people as if they were rats in a maze. However, there was also a significant force of people such as Erich Fromm who believed that an authoritarian and undemocratic society results in alienation, and that this was a source of emotional problems. Fromm was concerned about mental health professionals helping people to adjust to a society with no mind to how dehumanizing that society had become. Back then, Fromm was not a marginalized figure; his ideas were taken seriously as he had best sellers such as The Art of Loving, and he appeared on national television.

However, by the time that I received my Ph.D. in 1985—from an American Psychological Association approved clinical psychology program—people with ideas such as Fromm’s were at the far margins. By then, the focus was the competition as to what treatment could get patients back on the assembly line quickest. The competition winners that emerged, owing much more to public relations than science, were cognitive-behavioral therapy in psychology and biochemical psychiatry in psychiatry. By the mid-1980s, psychiatry was beginning to become annexed by pharmaceutical companies and forming what we now have, a “psychiatric-pharmaceutical industrial complex.” And increasingly marginalized was the idea that treatment that consisted of manipulating and medicating alienated people to adjust to this crazy rat race and thus maintain the status quo was a political act, a problematic one for people who cared about democracy.

My “Tactical Withdrawal” from Mainstream Psychology

After graduating, it seemed clear to me that academic clinical psychology and psychiatry departments, hospitals, and the mainstream clinical institutional worlds were going to depress, damage, and enrage me more than I was going to make a dent in reforming them, so I made a “tactical withdrawal” into private practice. Only several years later, in the late 1990s, did I begin to go public—writing articles and books, giving media interviews and talks about the problems in the mental health profession.

A major motivation for my going public was that I was embarrassed by the direction of my profession, and I wanted to separate myself from it. I remember thinking, half seriously, that when all these kids who were having a difficult time fitting into dehumanizing environments and who were getting increasingly drugged—first with psychostimulants and then with antidepressants and antipsychotics—grew up and figured out what had happened to them, they would get pretty enraged; and if ever there was a revolution and it resembled the French Revolution, then instead of kings, queens, and priests’ heads being placed in guillotines, it would be shrinks’ heads; and I thought that if I spoke out, maybe I might get spared.

Over the years, I discovered a handful of other psychologists and even a few courageous psychiatrists who were also speaking out against mainstream psychology and psychiatry, and most of them have paid a severe professional price of marginalization. I also came across psychologist authors who were not routinely discussed by mainstream mental health professionals but whom I respected. One such psychologist author/activist was Ignacio Martin-Baró.

Martin-Baró was a social psychologist and priest in El Salvador who popularized the term “liberation psychology” and who was ultimately assassinated by a U.S. trained Salvadoran death squad in 1989. Most U.S. psychologists are unaware of him, though he is known to many of you here at this Psychologists for Social Responsibility conference.

One observation by Martin-Baró about U.S. psychology was that “in order to get social position and rank, it negotiated how it would contribute to the needs of the established power structure.” We can see that in many ways. I want to start with the most visible evidence of this at the tip of the iceberg, but I also want to talk about the more submerged part of this iceberg that may even be more troubling for democracy and democratic movements.

Meeting the Needs of the Power Structure: The Tip of the Iceberg

On the obvious level, we can see psychologists meeting the needs of the power structure for social position and rank in the recent policies of the American Psychological Association (APA). For several years, the APA not only condoned but actually applauded psychologists’ assistance in interrogation/torture in Guantánamo and elsewhere. When it was discovered that psychologists were working with the U.S. military and the CIA to develop brutal interrogation methods, the APA assembled a task force in 2005 to examine the issue and concluded that psychologists were playing a “valuable and ethical role” in assisting the military. And in 2007, an APA Council of Representatives retained this policy by voting overwhelmingly to reject a measure that would have banned APA members from participating in abusive interrogation of detainees. It took until 2008 for APA members to vote for prohibiting consultations in interrogations.

Also at the tip of this iceberg of how psychologists have met the needs of the power structure are the efforts of perhaps the most famous academic psychologist in the U.S., who is also a former president of the APA, a man who once did some worthwhile work with learned helplessness. Of course, I’m talking about Martin Seligman, who more recently has consulted with the U.S. army’s Comprehensive Soldier Fitness program—this for not only social position and rank but for several million dollars for his University of Pennsylvania Positive Psychology Center, according to the Philadelphia Inquirer, which quoted Seligman saying, “We’re after creating an indomitable military.”

To give you an example of how positive psychology is used in this Comprehensive Soldier Fitness program, in one role play, a sergeant is asked to take his exhausted men on one more difficult mission, and the sergeant is initially angry saying that “It’s not fair”; but in the role play, he’s “rehabilitated” to reframe the order as a compliment, concluding, “Maybe he’s hitting us because he knows we’re more reliable.”

This kind of “positive reframing” and the use of psychology and psychiatry to manipulate and medicate people— one in six U.S. armed service members are taking at least one psychiatric drug, many in combat zones —so as to adjust to dehumanizing environments has concerned many critical thinkers for quite some time, from Aldous Huxley in Brave New World, to Erich Fromm in The Sane Society, to more recently, Barbara Ehrenreich in Bright-Sided.

The Submerged Iceberg: How Psychologists Subvert Democratic Movements

I want to turn now to the more submerged, less visible but more ubiquitous ways that psychologists are meeting the needs of the power structure and subverting democracy and democratic movements.

One major area that concerns me is the everyday pathologizing and diseasing of anti-authoritarians. This is quite scary because anti-authoritarians are absolutely vital for democracy and democratic movements. I want to talk about how this is being done, but first let me define authoritarianism and anti-authoritarianism

Authoritarianism is unquestioning obedience to authority. Authoritarians in control demand unquestioning obedience, and authoritarian subordinates give them that unquestioning obedience. In contrast, anti-authoritarians question the legitimacy of an authority before taking it seriously. Does the authority know what it’s talking about or not? Does it tell the truth or lie? Does it care about the people who are taking it seriously or is it exploitative? And if anti-authoritarians assess an authority to be illegitimate, they then challenge and resist it.

So, of course anti-authoritarians are essential for democracy and democratic movements. And by pathologizing and “treating” anti-authoritarians, psychologists and other mental health professionals are taking them off “democracy battlefields.”

I began to think about this problem of psychologists pathologizing anti-authoritarians when I was in graduate school in the early 1980s. Prior to that, in 1970s—when mental health professionals were moving forward instead of backward—psychiatry, in response to the pressure of gay activists, had removed homosexuality as a mental illness from their diagnostic bible, the DSM. But 1980 was a sad year—Erich Fromm died, Ronald Reagan became president, and the DSM III was published in 1980, my second year of graduate school.

The DSM III was a huge expansion of psychiatric disorders, with many more child and adolescent diagnoses, and I immediately noticed that the DSM III was pathologizing stubbornness, rebellion, and anti-authoritarianism. Some of these new diagnoses subtly pathologized rebellion, but one diagnosis was in-your-face obvious pathologizing of rebellion—“oppositional defiant disorder” (ODD).

For those of you who are not clinicians, ODD kids are not doing anything illegal. ODD kids are not the kids who once were labeled “juvenile delinquents”—that’s “conduct disorder.” No, the official symptoms of ODD include “often actively defies or refuses to comply with adult requests or rules” and “often argues with adults.”

When I discovered ODD, I told some of my professors that I was already a little embarrassed by the profession but now I’m really embarrassed—didn’t psychologists realize that just about every great American activist from Saul Alinsky to Harriet Tubman, to many great artists and scientists, to scientist-activists such as Albert Einstein would have been diagnosed with ODD? In response, they diagnosed me as having “issues with authority.” I definitely do have issues with authorities who don’t know what the hell they are talking about—this another reason that I withdraw from the mainstream mental health professional world.

Anti-Authoritarians Kept Off Democracy Battlefields

So, I went into private practice, and I have received many referrals for these teenagers diagnosed with ODD from colleagues who are uncomfortable with these kids. As I worked with these kids, I found that not only did I like most of them but I also respected the vast majority of them, as they have real courage. They don’t comply with authorities whom they consider to be illegitimate, and most of the time, I concur with their assessment. If they do respect an authority, they aren’t obnoxious, and usually they clamor for adults whom they can respect and who genuinely respect them. Not only are these kids not mentally ill, many of them are what I consider to be the hope of the nation.

Over the years, I have worked not only with ODD teens but also with adults diagnosed with depression, anxiety disorder, and substance abuse, and with psychiatric survivors who have been previously diagnosed with various psychoses. What’s impossible for me to ignore is how many of these individuals diagnosed with mental disorders are essentially anti-authoritarians. It began to be increasingly clear to me that this was potentially a large army of anti-authoritarian activists that mental health professionals are keeping off democracy battlefields by convincing them that their depression, anxiety, and anger are solely a result of their mental illnesses and not, in part, a result of their pain over being in dehumanizing environments.

Earlier this year, I wrote a piece for AlterNet called “Would We Have Drugged Up Einstein?” about why anti-authoritarians are diagnosed with mental illness, and it was picked up by several other Internet zines. I received a huge response, including many emails from people who have been diagnosed with depression and anxiety disorder who positively resonated with this particular sentence: “Often a major pain of their lives that fuels their anxiety and/or depression is fear that their contempt for illegitimate authorities will cause them to be financially and socially marginalized, but they fear that compliance with such illegitimate authorities will cause them existential death.”

So, over the years, I have become increasingly confident that there is huge group, a potential army of anti-authoritarian activists who are being pacified by the mental health profession and taken off democracy battlefields. And this, I think, is one important reason why the number of Americans actively involved in democratic movements is so low.

Of course this is not the only reason for political passivity in the United States, as there are many spokes on the U.S. political passivity wheel. The decimation of labor unions disempowering working people, as 35% of working people in the 1950s were in unions, compared to 12% today and only 7% among non-public employees. Increased workplace surveillance to go along with government surveillance which pacifies people. Social isolation—25% of Americans don’t have a single confidante in their lives—preventing even the possibility of solidarity. Staggering student-loan debt, which breaks young people’s spirit of resistance. Extremist consumerism that weaken us. And so forth. But the pacifying spoke in the wheel that I feel the greatest obligation to talk about most loudly is how our mental health profession is taking anti-authoritarians off democracy battlefields.

Psychologists’ Unavoidable Political Choice

If you look at the history of top-down hierarchical civilization, the reality is that there have always been power structures. There has been the ruling power structure of the combination of the monarchy and the church. And today in the U.S. and many other nations, the ruling power structure is the corporatocracy—giant corporations, the wealthy elite, and their politician collaborators.

All power structures throughout history have sought to use groups of people, especially among so-called professionals, who will control the population from rebelling against injustices. Power structures have used clergy—that’s why clergy who cared about social justice and who were embarrassed by their profession created “liberation theology.” Power structures have certainly used police and armies, as has been done throughout American history to try to break the U.S. labor movement. And the U.S. power structure now uses mental health professionals to manipulate and medicate people to adapt and adjust and thereby maintain the status quo, regardless of how insane the status quo has become.

So, mental health professionals have a choice. They can meet the needs of the power structure by only focusing on adjusting and adapting to what I think is an increasingly insane U.S. society. By insane I mean multiple senseless wars that Americans don’t even know why we are fighting. By insane I mean prisons-for-profit corporations such as Correction Corporation of America buying prisons from states and demanding in return a 90% occupancy guarantee—this actually occurred recently in my state of Ohio. And so on.

Or mental health professionals can act very differently. Clinicians can recognize that many among their clientele diagnosed with depression, anxiety disorder, and substance abuse are not essentially biochemicaly ill but are essentially anti-authoritarians. Not all of them are anti-authoritarians but many of them are. And that self-destructive behaviors are fueled by a variety of pains, one such pain is the direct and indirect impact of illegitimate authorities at all kinds of levels in people’s lives. And pained anti-authoritarians can be exposed to the idea that throughout history many people, famous and not-so-famous, from Buddha to Malcolm X, have transformed their pain and their self-destructive behaviors to constructive behaviors through art, spirituality, and also activism.

And once anti-authoritarians have their pain and their anti-authoritarianism validated and feel more whole, they are likely to become less on the defensive and more secure. That’s when the real fun begins, as we can move to the next level—we can learn to get along with one another. When anti-authoritarians regain the energy to do battle with the corporatocracy and learn to get along with one another, watch out—we might actually achieve something closer to democracy in the United States.

Bruce E. Levine, a practicing clinical psychologist, writes and speaks about how society, culture, politics and psychology intersect. His latest book is Get Up, Stand Up: Uniting Populists, Energizing the Defeated, and Battling the Corporate Elite. His Web site is www.brucelevine.net. This article is also being simultaneously published in the October Z Magazine.

Sep 252012
 

Καλά τα λέει ο Καρτέσιος. Δεν περίμενα ποτέ οτι θα έφτανε η μέρα που θα συζητάγαμε για το δικαίωμα στην ανοησία. Κι όμως…

Πηγή: Καρτέσιος

Το να γελοιοποιείς την πίστη κάποιου είναι βλακώδες και δείχνει ασέβεια στο δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού του ατόμου. Το να διασκεδάζεις μ’ έναν νεκρό είναι φτηνό και πρόστυχο. Το να χρησιμοποιείς όμως την πίστη κάποιων για να επιβάλεις τον φασισμό είναι τραγικό κι επικίνδυνο χωρίς όρια.

Όσοι κυνήγησαν τη σελίδα του Παστίτσιου στο fb, όσοι χρυσαυγίτες έκαναν ερώτηση στη Βουλή, όσοι εισαγγελείς διέταξαν τη δίωξη, ένα είναι σίγουρο. Ότι δεν είχαν γνωρίσει τον γέροντα Παΐσιο. Ίσως να τον είχαν ακουστά, ίσως να τον είχαν στο μυαλό τους σαν μέντιουμ, σαν κάτι υπερφυσικό από αυτά που αρέσκονται τα στείρα μυαλά να φαντασιώνονται, όμως σίγουρα δεν τον είχαν γνωρίσει.

Τον γέροντα Παΐσιο τον είχα γνωρίσει σε πολύ δύσκολες προσωπικές μου στιγμές. Δεν πρόκειται να δώσω λογαριασμό σε κανένα επειδή τον σεβόμουν και τον αγαπούσα. Όταν κάποιοι μ’ έφτυσαν χοντρά για το πρόβλημά μου, εκείνος με παρηγορούσε κι όσοι μιλάνε θεωρητικά και με στόμφο για αλληλεγγύη, ας μάθουν ότι εκείνος μου έδειξε πώς είναι να τη βιώνεις.

Αυτοί λοιπόν που μ’ έφτυσαν στα δύσκολά μου, αυτοί τώρα τρέχουν σαν υστερικοί να υπερασπιστούν τη μνήμη του γέροντα Παΐσιου. Όμως αυτοί είναι απλώς υποκριτές. Οι χειρότεροι είναι οι μηχανισμοί του Κράτους. Αυτοί που επέβαλαν την αδικία, που αδιαφορούν για όσους αυτοκτονούν, που θεωρούν λογικό να εξαθλιώνονται οι άνθρωποι για τον πλουτισμό των τραπεζών, ανέλαβαν να υπερασπιστούν τον γέροντα Παΐσιο. Είναι γελοίο. Είναι γελοίοι. Όμως κυρίως είναι επικίνδυνοι γιατί παίζουν με τη μνήμη ενός ανθρώπου που υπηρέτησε την πίστη του δίχως να ενοχλήσει κανέναν, για να κάνουν επίδειξη δύναμης της κρατικής καταστολής.

Όλοι αυτοί που κερδοσκόπησαν πάνω στον γέροντα Παΐσιο εκδίδοντας βιβλία ακόμη και με φανταστικές ιστορίες που είχαν πρωταγωνιστή τον ίδιο, πλαστογραφώντας τα χαρίσματά του και μετατρέποντάς τα σε τσίρκο, είναι αυτοί που σήμερα «θίγονται» για την προσβολή του σε ένα social media. Οι κερδοσκόποι πάντα είχαν απύθμενο θράσος.

Δεν ξέρω πώς θα αντιδρούσε σήμερα ο γέροντας Παΐσιος αν ζούσε. Μάλλον θα αδιαφορούσε, ίσως και να γελούσε. Άλλωστε, όσο ζούσε είχε ακούσει πολύ χειρότερα πράγματα για εκείνον όχι μόνο από άθεους αλλά κι από τους ζηλωτές της Εσφιγμένου και τους παλιοημερολογίτες ανά την Ελλάδα.

Για να το τελειώνω το θέμα, επειδή δε νιώθω άνετα να μιλάω για έναν άνθρωπο που μόνο ευγνωμοσύνη του χρωστάω, θα θυμίσω σε όλους αυτούς τους Ελληναράδες ότι ο γέροντας Παΐσιος μόνο νερό και λουκούμι είχε στην καλύβα του για να κερνάει. Λοιπόν, ποτέ δε στέρησε το κέρασμά του σε αλλόθρησκο ή ξένο. Με όλους μιλούσε και σε όλους έδινε νερό να ξεδιψάσουν. Ούτε τα λόγια του στέρησε από μουσουλμάνο, ούτε τη γαλήνη και την ξεκούραση από αλβανό.

Όσοι λοιπόν θέλουν να κάνουν καριέρα ελληνόψυχου και χριστιανού πάνω στον γέροντα Παΐσιο, ατύχησαν. Όσοι πάλι, αρέσκονται σε διαδικτυακούς ηρωισμούς απέναντι σε νεκρούς, είναι ήδη καταδικασμένοι από τη δειλία και το φόβο τους να τα βάλουν με τους ζωντανούς.

Όμως, παρ’ όλα αυτά, οι δεύτεροι είναι ελεύθεροι να το κάνουν. Οι πτωχοί τω πνεύματι δεν είναι πάντα μακάριοι και κανένα δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να δικάζει απόψεις.

Sep 232012
 

Ένα ενδιαφέρον άρθρο στο Βήμα Science σήμερα. Δεν περιγράφει όλους τους νέους όμως. Γνωρίζω πολλούς, πάρα πολλούς, που παραμένουν στη γενιά του ‘εμείς’. Παρ’ όλα αυτά, περιγράφει μια υπαρκτή πραγματικότητα.

 

Πηγή: Το Βήμα (αναδημοσίευση από το New Scientist)

Η Γενιά του Εγώ

της Laura Spinney

Οταν ήταν παιδιά τους έλεγαν ότι είναι οι καλύτεροι. Σήμερα παίρνουν αντικαταθλιπτικά γιατί αισθάνονται ότι δεν ανταποκρίνονται στην εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους. Ποιoς φταίει;

Εδώ και μερικές δεκαετίες τα παιδιά του δυτικού κόσμου μεγαλώνουν με κανακέματα και επαίνους και διαρκείς τονωτικές ενέσεις του Εγώ τους σε μια καλών προθέσεων προσπάθεια ενίσχυσης της αυτοεκτίμησής τους. Πού οδήγησε αυτό; Στην εμφάνιση μιας γενιάς που αν και επισήμως ονομάζεται Γενιά Υ (ως διάδοχος της Γενιάς Χ), τώρα διεκδικεί τον καθόλου κολακευτικό τίτλο της «Γενιάς του Εγώ». Οι εκπρόσωποί της εμφανίζονται εγωκεντρικοί και νάρκισσοι, έχουν υπερτιμημένη άποψη για τον εαυτό τους και διακατέχονται από υπερβολικά υψηλές και έξω από τις δυνατότητές τους προσδοκίες, με αποτέλεσμα να «λυγίζουν» ευκολότερα κάτω από τις δυσκολίες της πραγματικής ζωής και να ρέπουν περισσότερο προς την κατάθλιψη. Το να σπεύσουμε να τους κατηγορήσουμε είναι εύκολο. Είναι όμως πολύ πιο εποικοδομητικό να κάνουμε μια γερή κριτική και να αναθεωρήσουμε τον τρόπο που έχουμε υιοθετήσει ως «καλύτερο» για την ανατροφή των παιδιών μας. Οι ειδικοί έχουν ήδη μπει στη διαδικασία και οι προτάσεις τους είναι πραγματικά ενδιαφέρουσες.

«Τους νέους σήμερα συνεχίζουν να τους παραχαϊδεύουν για πολύ καιρό, ενώ θα έπρεπε πολύ νωρίτερα να έχουν αρχίσει να μαθαίνουν ότι δεν είναι τέλειοι». Αυτό ήταν το συμπέρασμα του HS, ενός μπλόγκερ που σχολίαζε ένα άρθρο των «New York Times» το οποίο οίκτιρε την κατάσταση της σημερινής νεολαίας. Το πρόβλημα με τα παιδιά, συνέχιζε, είναι ότι έχουν μια «παραφουσκωμένη» άποψη για τον εαυτό τους επειδή έχουν μεγαλώσει έτσι ώστε να πιστεύουν πως καθετί που κάνουν είναι αξιόλογο και σημαντικό. Δεν επρόκειτο για κάποιον γερογκρινιάρη αλλά για έναν νεαρό που έγραφε για την ίδια του τη γενιά, εκείνους που γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1980 και στο 2000 και έχουν ονομαστεί Γενιά Υ ή Γενιά του Εγώ.

Οπως καταλαβαίνει κανείς από το όνομά της, η Γενιά του Εγώ έχει προσελκύσει ήδη τα πυρά. Οι εκπρόσωποί της κατηγορούνται ότι είναι κακομαθημένοι, αλαζονικοί και νάρκισσοι, ότι έχουν μια αδικαιολόγητη αίσθηση πως δικαιωματικά όλα τους ανήκουν. Οι καθηγητές παραπονούνται ότι οι σημερινοί φοιτητές απαιτούν μόνιμη προσοχή. Οι εργοδότες δυσκολεύονται να καταπιούν τα υπερδιογκωμένα εγώ των νεαρών υπαλλήλων τους, ενώ οι ψυχοθεραπευτές λένε ότι βλέπουν μια νέα γενιά ασθενών οι οποίοι έχουν κατάθλιψη επειδή δεν μπορούν να φθάσουν στο ύψος των υπερβολικών προσδοκιών τους. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι το φταίξιμο βρίσκεται στους γονείς, στους δασκάλους και στους άλλους ενηλίκους οι οποίοι υπερέβαλαν στο να μεγεθύνουν την άποψη που έχουν τα παιδιά για τον εαυτό τους από τα πρώτα τους χρόνια.

Οι κατηγορίες αυτές δεν βαρύνουν μόνο τη Γενιά Υ αλλά και μια ολόκληρη φιλοσοφία για την ανατροφή των παιδιών, η οποία ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980 και εξακολουθεί να ισχύει ακόμη. Αν είναι βάσιμες, θα πρέπει να αναθεωρήσουμε την άποψη ότι η ενίσχυση της αυτοεκτίμησης των παιδιών είναι ο καλύτερος τρόπος για να εξασφαλίσουμε το ότι θα εκμεταλλευθούν στο έπακρο τις δυνατότητές τους. Τι λένε λοιπόν τα στοιχεία; Είναι η σημερινή νεολαία πραγματικά πιο εγωιστική από τις παλαιότερες γενιές; Αν είναι έτσι, αποτελεί αυτό πρόβλημα; Και αν η σύγχρονη δυτική κουλτούρα της οικοδόμησης αυτοεκτίμησης είναι ένοχη, τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτό;

Παραφουσκωμένο Εγώ

Ενας από τους πλέον ένθερμους επικριτές της σημερινής νεολαίας είναι η Τζιν Τουένγκι, ψυχολόγος στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας και συγγραφέας τού «Generation Me». Για να βρούμε αποδεικτικά στοιχεία υπέρ του υπερδιογκωμένου Εγώ της Γενιάς Υ αρκεί, όπως λέει, να κοιτάξουμε την ετήσια μελέτη των αμερικανών πρωτοετών φοιτητών που περιλαμβάνει 9 εκατ. φοιτητές κολεγίου. Αποκαλύπτει ότι το 52% των συμμετεχόντων του 2009 θεωρούσε πως είχε επίπεδα κοινωνικής αυτοπεποίθησης υψηλότερα από εκείνα του μέσου γενικού πληθυσμού σε σχέση με το 30% των φοιτητών που δήλωνε το ίδιο στη μελέτη του 1966. Οι σημερινοί φοιτητές επίσης αξιολογούν τη νοητική τους αυτοπεποίθηση, τις δεξιότητές τους στο να μιλούν δημόσια καθώς και τις ηγετικές τους ικανότητες περίπου κατά 50% υψηλότερα από ό,τι οι ομόλογοί τους του 1966.

Η υπερβολική σημασία της αυτοεκτίμησης για τη Γενιά Υ σκιαγραφήθηκε σε ένα πείραμα το 2010. Μια ομάδα με επικεφαλής τον Μπραντ Μπούσμαν του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Οχάιο στο Κολόμπους διαπίστωσε ότι οι φοιτητές έδιναν στην ενίσχυση της αυτοεκτίμησής τους – π.χ., το να πάρουν μεγαλύτερο βαθμό ή να δεχθούν μια φιλοφρόνηση – μεγαλύτερη αξία από ό,τι στις ανταμοιβές που κινητοποιούν την ανθρωπότητα από τις απαρχές της ύπαρξής της, όπως το να φάει κάποιος το αγαπημένο του φαγητό ή το να επιδοθεί σε σεξουαλική δραστηριότητα. Οι φοιτητές επίσης αξιολογούσαν αυτή την επιβράβευση υψηλότερα από το να κερδίσουν χρήματα, να πιουν αλκοόλ ή να δουν τον καλύτερό τους φίλο. Διερευνώντας περισσότερο οι επιστήμονες ζήτησαν από τους φοιτητές να αξιολογήσουν το πόσο ήθελαν καθεμιά από αυτές τις ανταμοιβές καθώς και την ευχαρίστηση που λάμβαναν από αυτές. Το να θέλει κάποιος κάτι περισσότερο από ό,τι του αρέσει θεωρείται ένδειξη εθισμού. Σε όλες τις περιπτώσεις η ανταμοιβή «τούς άρεσε» περισσότερο από ό,τι «την ήθελαν», αλλά η διαφορά ανάμεσα στα δύο ήταν μικρότερη σε ανταμοιβές που πρόσφεραν ενίσχυση της αυτοπεποίθησης.

Γεγονός ή προκατάληψη;

Η εικόνα δεν είναι ωστόσο τόσο απλή. Ο Μαρκ Λίρι, κοινωνικός ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο Ντιουκ του Ντάραμ της Βόρειας Καρολίνας, προειδοποιεί ότι τα ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα δεν είναι τόσο ελιτίστικα όσο ήταν τη δεκαετία του 1960 και άρα το δημογραφικό προφίλ των φοιτητών έχει αλλάξει καθιστώντας τις παλαιότερες και τις σημερινές ομάδες φοιτητών μη απόλυτα συγκρίσιμες. «Δεν γνωρίζουμε αν αυτή είναι μια πραγματική αλλαγή ή αν έχει να κάνει με μια αλλαγή των ανθρώπων που εξετάζονται» λέει.

Πράγματι, η Κάλι Τρεζνιέφσκι του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Ντέιβις ανέλυσε μια μελέτη 400.000 μαθητών γυμνασίου που διεξάγεται τα τελευταία 30 χρόνια, από το 1976, και δεν βρήκε στοιχεία για αύξηση του εγωισμού σε αυτή την ελαφρώς νεαρότερη ομάδα. «Οι βαθμολογίες στην αυτοεκτίμησση δεν έχουν αλλάξει καθόλου» λέει. Υποπτεύεται ότι ορισμένοι ψυχολόγοι, κυρίως μιας μεγαλύτερης ηλικίας, διακατέχονται από μια πανάρχαια προκατάληψη. «Επικρίνουμε την επόμενη γενιά. Αυτό ακριβώς κάνουμε» τονίζει. Είναι πιθανόν, υποστηρίζει, όλοι και όχι μόνο η Γενιά Υ, να έχουμε σταδιακά γίνει πιο εγωκεντρικοί – καθώς όμως τα στοιχεία είναι περιορισμένα στις άλλες ηλικιακές ομάδες, είναι δύσκολο να εξετάσει αυτή την ιδέα της.

Η «Γενναιόδωρη Γενιά»;

Ακόμη πιο επιφυλακτικός είναι ο Τζέφρι Αρνέτ, ψυχολόγος ο οποίος μελετά την εφηβεία στο Πανεπιστήμιο Κλαρκ της Μασαχουσέτης. Επισημαίνει ότι σήμερα οι νέοι προσφέρουν εθελοντική δουλειά σε φιλανθρωπικά έργα σε μεγαλύτερους αριθμούς από ποτέ και ότι ενδιαφέρονται περισσότερο για τις κοινωνικές ανισότητες από ό,τι ενδιαφέρονταν οι γονείς τους. Φθάνει μάλιστα ως το σημείο να ονομάζει τη Γενιά Υ «Γενναιόδωρη Γενιά».

Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότεροι ερευνητές αναγνωρίζουν ότι έχει σημειωθεί μια πραγματική αύξηση της αυτοεκτίμησης – τουλάχιστον στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το φαινόμενο έχει μελετηθεί περισσότερο. Το ερώτημα του αν αυτό αποτελεί πρόβλημα παραμένει ανοιχτό. Οταν ο αμερικανός ψυχολόγος Γουίλιαμ Τζέιμς επινόησε τον όρο «αυτοεκτίμηση» τη δεκαετία του 1890, τον είχε προσδιορίσει ως τον λόγο των επιτυχιών ενός ατόμου προς τις «φιλοδοξίες» ή τους στόχους του. Με άλλα λόγια, η αυτοεκτίμηση είναι ένα υποκειμενικό μέτρο της αξίας του καθενός που αυξάνεται καθώς επιτυγχάνει τους στόχους του. Αυτό ταιριάζει με τον ορισμό που δίνει το λεξικό: «Ο σεβασμός ή η ευνοϊκή άποψη κάποιου για τον εαυτό του». Τι το κακό μπορεί να υπάρχει σε αυτό;

Ματαιοδοξία και ναρκισσισμός

Στις ημέρες μας, παρ’ όλα αυτά, η αυτοεκτίμηση έχει αποκτήσει ένα δεύτερο νόημα: «Μια αδικαιολόγητα καλή γνώμη κάποιου για τον εαυτό του, ματαιοδοξία». Αυτός είναι ο ορισμός που ταιριάζει καλύτερα στη Γενιά Υ, σύμφωνα με την κυρία Τουένγκι. Και αυτή είναι η πηγή του προβλήματος. Κατ’ αρχάς, τα παραφουσκωμένα εγώ δημιουργούν σε πολλά νεαρά άτομα μη ρεαλιστικές προσδοκίες και η ανικανότητά τους να τις εκπληρώσουν μπορεί να οδηγήσει σε κατάθλιψη. Δεν είναι σύμπτωση, λέει, ότι το αμερικανικό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών στην Ατλάντα της Τζόρτζια ανέφερε τον περασμένο Οκτώβριο πως ένας στους εννέα Αμερικανούς άνω των 12 ετών παίρνει αυτή τη στιγμή αντικαταθλιπτικά – αριθμός τετραπλάσιος από το αντίστοιχο ποσοστό στα τέλη της δεκαετίας του 1980.

Η κυρία Τουένγκι βλέπει ένα άλλο δείγμα επικίνδυνα διογκωμένης αυτοεκτίμησης στα αυξανόμενα επίπεδα του ναρκισσισμού. Διαπίστωσε ότι διπλάσιοι φοιτητές είχαν υψηλά επίπεδα ναρκισσισμού το 2006 σε σχέση με τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Οι νάρκισσοι τείνουν να μην ανέχονται την κριτική και έχουν ροπή προς την εξαπάτηση και την επιθετικότητα. «Αυτοί είναι οι άνθρωποι που έρχονται στο γραφείο σου και κάνουν ολόκληρο καβγά για έναν βαθμό» λέει. Επίσης ανησυχούν περισσότερο για την εξωτερική τους εμφάνιση και, όπως τονίζει, οι Αμερικανοί καταφεύγουν στην πλαστική χειρουργική σε μεγαλύτερους αριθμούς από ποτέ. Στο τελευταίο της βιβλίο, «The Narcissism Epidemic», το οποίο έχει γράψει μαζί με τον Γ. Κιθ Κάμπελ (Free Press, 2009), αφηγείται ανέκδοτα για ανθρώπους που προσέλαβαν δήθεν παπαράτσι για να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι είναι διάσημοι ή αγόρασαν τεράστια σπίτια με δάνεια ως απόδειξη του αμερικανικού παραφουσκωμένου εγώ.

Εγώ και στη… μουσική

«Το έχουμε παρακάνει με τον ατομισμό» λέει η κυρία Τουένγκι και αυτό αντανακλάται και στην ποπ κουλτούρα. Μαζί με τον ψυχολόγο Νέιθαν Ντε Βαλ και άλλους ερευνητές κατέγραψαν μια αύξηση της χρήσης της λέξης «εγώ» στους στίχους των αμερικανικών ποπ επιτυχιών από το 1980 ως το 2007. Ταυτοχρόνως η συχνότητα λέξεων που σχετίζονται με άλλους ανθρώπους, με την κοινωνική αλληλεπίδραση και τα θετικά συναισθήματα έχει μειωθεί. Η κυρία Τουένγκι θεωρεί υπεύθυνους τέσσερις παράγοντες: τις αλλαγές στη συμπεριφορά των γονέων, τη λατρεία της διασημότητας, το Διαδίκτυο και τον εύκολο δανεισμό. «Ολοι αυτοί οι παράγοντες επιτρέπουν στους ανθρώπους να έχουν μια διογκωμένη αίσθηση του εαυτού τους, στην οποία το φαίνεσθαι της επίδοσης είναι πιο σημαντικό από αυτή καθαυτή την επίδοση» λέει.

Αλλοι κατηγορούν το κίνημα της αυτοεκτίμησης που ξεκίνησε στην Καλιφόρνια τη δεκαετία του 1980. Δυστυχώς, λέει ο κ. Λίρι, το κίνημα γεννήθηκε από μια παρανόηση. Μελέτες είχαν δείξει έναν συσχετισμό ανάμεσα στην υψηλή αυτοεκτίμηση και στις θετικές εξελίξεις στη ζωή. «Ο κόσμος βιάστηκε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αυτοεκτίμηση ήταν η αιτία αυτών των άλλων πραγμάτων αλλά δεν είναι» λέει. Υστερα από τρεις δεκαετίες και πολλά προγράμματα ενίσχυσης της αυτοεκτίμησης επικρατεί η άποψη ότι ο καλύτερος τρόπος να αναθρέψει κάποιος τα παιδιά του είναι να οικοδομήσει την αυτοεκτίμησή τους μέσα από συνεχείς επαίνους και θετικές αναδράσεις. Τα στοιχεία είναι όμως είναι ασαφή, στην καλύτερη περίπτωση.

Μειωμένη αντοχή στις δυσκολίες

Το 2003 μια ομάδα με επικεφαλής τον Ρόι Μπαουμάιστερ του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Φλόριδας στο Ταλαχάσι διεξήγαγε μια μετα-ανάλυση των προηγούμενων ερευνών. Η εικόνα που αναδείχθηκε ήταν σύνθετη. Διαπίστωσαν ότι η υψηλή αυτοεκτίμηση σχετιζόταν γενικά με πιο χαρούμενη διάθεση και ανάληψη πρωτοβουλίας, ενώ η χαμηλή αυτοεκτίμηση συνδεόταν με κατάθλιψη. Παρ’ όλα αυτά, αντίθετα με το αναμενόμενο, τα άτομα με υψηλή αυτοεκτίμηση καταθλίβονταν περισσότερο σε στιγμές στρες, ενώ εκείνα που είχαν χαμηλή αυτοεκτίμηση έδειχναν μεγαλύτερη αντοχή όταν έρχονταν αντιμέτωπα με τα σκαμπανεβάσματα της ζωής. Φάνηκε επίσης ότι η προσπάθεια ενίσχυσης της αυτοεκτίμησης των μαθητών δεν βελτίωνε τις επιδόσεις τους στα μαθήματα και μπορούσε μερικές φορές να είναι αντιπαραγωγική. Η υψηλή αυτοεκτίμηση φάνηκε να προστατεύει τα κορίτσια από τα νταηλίκια, δεν εμπόδιζε όμως τα παιδιά να καπνίσουν, να πιουν, να πάρουν ναρκωτικά ή να κάνουν σεξ – αντιθέτως, τα ωθούσε στο να δοκιμάσουν αυτά τα πράγματα. Οι καλές επιδόσεις στην εργασία σχετίζονταν μερικές φορές με την υψηλή αυτοεκτίμηση, ο συσχετισμός όμως ήταν ευμετάβλητος και η σχέση της αιτιότητας ασαφής. Η αυτοεκτίμηση δεν μπορούσε να προβλέψει ούτε την ποιότητα ούτε τη διάρκεια των σχέσεων. Η γενική εικόνα ήταν τόσο συγκεχυμένη ώστε ο κ. Μπαουμάιστερ και η ομάδα του θεώρησαν ότι δεν μπορούν να εγκρίνουν προγράμματα για την ενίσχυση της αυτοεκτίμησης.

Σήμερα οι ψυχολόγοι συμφωνούν στο ότι η υψηλή αυτοεκτίμηση αποτελεί συχνότερα τη συνέπεια θετικών γεγονότων στη ζωή παρά την αιτία τους – ένα μήνυμα το οποίο ακόμη δεν έχει περάσει σε γονείς και δασκάλους. Ο κ. Λίρι φθάνει ως το σημείο να διαβεβαιώνει ότι η αυτοεκτίμηση που ενισχύεται με τεχνητό τρόπο, χωρίς αναφορά σε επιτεύγματα, δεν έχει καμία εγγενή αξία. Εν τω μεταξύ ο εκπαιδευτικός ψυχολόγος Χέρμπερτ Μαρς του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης υποστηρίζει ότι θα πρέπει να σκεφτόμαστε την αυτοεκτίμηση ως ένα τμήμα της ευρύτερης έννοιας ενός πράγματος που ονομάζεται αυτοαντίληψη και το οποίο περιλαμβάνει επίσης τις απόψεις που έχει κάποιος για την εθνοτική και μορφωτική του ταυτότητα, καθώς και για το φύλο του. Πιστεύει ότι η καλή αυτοαντίληψη και η υψηλή εκπαιδευτική απόδοση αποτελούν την αιτία και το αποτέλεσμα η μια της άλλης. «Αυτό είναι που κάνει τόσο δύσκολη τη δουλειά των δασκάλων» λέει. «Δεν πρέπει μόνο να διδάξουν δεξιότητες, πρέπει επίσης να οικοδομήσουν την πίστη των παιδιών στον εαυτό τους και μετά να συνδέσουν αυτά τα δύο».

Πιο σημαντικός ο αυτοέλεγχος

Ο κ. Μπαουμάιστερ υποστηρίζει ότι, αντί να «χτίζουμε» το εγώ των παιδιών, θα πρέπει να οικοδομήσουμε τον αυτοέλεγχό τους. Στο καινούργιο βιβλίο του «Willpower: Rediscovering Our Greatest Strength» (Allen Lane, 2012) παρουσιάζει στοιχεία υπέρ του ότι η δύναμη της θέλησης και όχι η αυτοεκτίμηση είναι το απαραίτητο συστατικό για μια επιτυχημένη ζωή. Υποστηρίζει ότι τα παιδιά θα πρέπει να μάθουν να ελέγχουν τις παρορμήσεις τους και να επιμένουν σε δύσκολα έργα ώστε να μπορέσουν να επιτύχουν τους στόχους τους, κάτι το οποίο θα ενισχύσει με φυσικό τρόπο την αυτοεκτίμησή τους. Οι γονείς και οι δάσκαλοι μπορούν να βοηθήσουν στην ανάπτυξη της αυτοπειθαρχίας ενθαρρύνοντας τα παιδιά να αποκτήσουν καλές συνήθειες. Και αντί να τους παρέχουν διαρκή και επομένως ανούσιο έπαινο, θα πρέπει να ενθαρρύνουν τα πραγματικά επιτεύγματα. Αν η προσέγγιση του κ. Μπαουμάιστερ φαίνεται υπερβολικά αυστηρή, ο κ. Λίρι είναι πιο πραγματιστής. Το μήνυμα που θα πρέπει να στέλνουν οι γονείς στα παιδιά τους, λέει, είναι ότι τα αγαπούν ακόμη και αν δεν είναι τέλεια και ότι μπορούν να βελτιωθούν. «Δώστε τους ειλικρινή πληροφόρηση» επισημαίνει. «Και πάνω από όλα, μη λέτε στο παιδί σας ότι είναι το καλύτερο παιδί του κόσμου γιατί κανένα δεν είναι».

Στροφή προς τους άλλους

Η υπερβολική αυτοεκτίμηση μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα, το ίδιο όμως ισχύει και για τη χαμηλή αυτοεκτίμηση. Στην εφηβεία τα παιδιά γίνονται ευάλωτα καθώς ο «συμπαγής» εγωκεντρισμός που έχουν στα πρώτα τους χρόνια αρχίζει γρήγορα να αποκτά ρωγμές. Στα κορίτσια η πτώση της αυτοεκτίμησης είναι μεγαλύτερη από ό,τι στα αγόρια, και στα δυο φύλα όμως η αλλαγή είναι μόνιμη. Επίσης σε αυτές τις ηλικίες η αυτοεκτίμηση μπορεί να είναι υψηλή αλλά ταυτόχρονα ασταθής, να καταποντίζεται με την πρώτη κριτική.

Οι γονείς φυσικά θέλουν να προστατεύσουν το παιδί τους σε αυτή την κρίσιμη ηλικία, όμως το να το στολίζουν με αβάσιμους επαίνους δεν είναι η λύση. Μια καλύτερη τακτική είναι να ενθαρρύνουν τα παιδιά να σκέφτονται τους άλλους. Μια από τις πολλές μελέτες που δείχνουν προς αυτή την κατεύθυνση έγινε από την Τζένιφερ Κρόκερ και την Εϊμι Κανεβέλο του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Οχάιο στο Κολόμπους, σε περίπου 200 ζεύγη φοιτητών. Διαπίστωσαν ότι όσοι προσπάθησαν να ενισχύσουν την αυτοεκτίμησή τους βάζοντας τον ή την συγκάτοικό τους να τους αναγνωρίσει τα καλά σημεία τους απέτυχαν: τόσο η αυτοεκτίμηση των ίδιων όσο και η γνώμη των συγκατοίκων τους για εκείνους μειώθηκαν μέσα στους τρεις μήνες που διήρκεσε το πείραμα. «Εκείνο που πραγματικά λειτούργησε ήταν το να δείχνουν έμπρακτα ότι ενδιαφέρονται πραγματικά για τον συγκάτοικό τους» λέει η κυρία Κρόκερ.