Sep 092011
 

Έχουμε ξεκινήσει μια επικίνδυνη παράδοση εδώ στην Ελλάδα. Ξεκίνησε με το αείμνηστο ‘μαζί τα φάγαμε’, συνέχισε με δεκάδες άλλες δηλώσεις, και φτάσαμε στο ‘ένα εκατομμύριο δημόσιοι υπάλληλοι ταλαιπωρούν δέκα εκατομμύρια έλληνες’.

Η κοινωνική ψυχολογία ασχολείται με τα στερεότυπα, εδώ και έναν αιώνα. Ο Walter Lippman, στο βιβλίο του Public Opinion (1922) περιέγραψε τις συχνά παράλογες κοινωνικές αντιλήψεις που επιδρούν στην ατομική συμπεριφορά και εμποδίζουν την κοινωνική συνοχή. Αναφέρθηκε στους γνωστικούς περιορισμούς των ανθρώπων, που αναδύονται όταν προσπαθούν να κατανοήσουν το κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό περιβάλλον τους, και υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι αναπόφευκτα αναγκάζονται να χρησιμοποιήσουν στερεότυπα για να κατανοήσουν μια σύμπλοκη κοινωνική πραγματικότητα.

Οι πολιτικοί είναι γνώστες αυτών των λειτουργιών και πάντα τις χρησιμοποιούν υπέρ τους. Όποιος θέλει να χτίσει ένα στερεότυπο, κάνει μια δήλωση και ανεξάρτητα από τις ‘επεξηγηματικές δηλώσεις’ που ακολουθούν, η ζημιά έχει γίνει. Όταν λοιπόν προσπαθείς να διαλύσεις ένα κοινωνικό κράτος, τι ευκολότερο από το να φουντώσεις τα στερεότυπα γύρω από τους δημόσιους υπαλλήλους; Όλοι οι άξιοι εργαζόμενοι ονομάζονται ‘εξαιρέσεις’ και το σύστημα περιγράφεται με τα χειρότερα λόγια. Κι όταν έρθει η στιγμή να το διαλύσεις, αντί για αντιδράσεις, έχεις την ανακούφιση των μελών της κοινωνίας που ξεφορτώθηκαν τους άχρηστους.

Η απαξίωση των δημοσιών υπαλλήλων είναι και εξοργιστική και επικίνδυνη. Γιατί αντί να εστιάζει στην ανάγκη εξυγίανσης των δημοσίων υπηρεσιών και των κρατικών φορέων και στην καλύτερη και αποτελεσματικότερη λειτουργία τους, καταλήγει στην εύκολη λύση: απαξίωσε τις υπηρεσίες, θρέψε τα στερεότυπα για τους υπαλλήλους, κόψε τους μισθούς τους, απέλυσε μεγάλο μέρος τους, και η κοινωνία θα σε ευχαριστεί, αντί να σε κατακρίνει.

Στο δρόμο ξεχνιέται η ευθύνη του κράτους να παρέχει υγεία, εκπαίδευση, πρόνοια και μια δημόσια διοίκηση λειτουργική και αποτελεσματική. Κι αφού το δημόσιο δεν μπορεί (;) να τα παρέχει όλα αυτά, ας τα παρέχουν ιδιώτες. Με μισθούς της πείνας, χωρίς συλλογικές συμβάσεις, χωρίς το δικαίωμα της απεργίας.

Δεν είχα σκοπό να γράψω πολιτικό σχόλιο. Ένα σχόλιο για τα στερεότυπα πήγα να γράψω. Αλλά, είδες; Το λέμε εδώ και χρόνια, η ψυχολογία είναι αναπόφευκτα πολιτική. Κι αυτό το ξέρει καλύτερα από όλους μας ο πολιτικός κόσμος.

Sep 062011
 

Βλέποντας αυτό το βίντεο, στην αρχή γέλασα με την ευστοχία του. Μετά σκεφτόμουν τι άλλο, αυτονόητο κι απλό, έχουμε κάνει πολύπλοκο, ενεργοβόρο και καταναλωτικό; Πόσα πράγματα στη ζωή μας σήμερα είναι σαν τα βιβλία, απλά και λειτουργικά, κι εμείς τα κάναμε πολύπλοκα, ενεργοβόρα και καταναλωτικά; Δεν είναι απλή η σύγκριση βέβαια. Για παράδειγμα, ένα βιβλίο απαιτεί να κοπούν δέντρα, από τα λίγα που έχουν μείνει στον πλανήτη, με όλες τις περιβαλλοντολογικές και κλιματικές συνέπειες που αυτό δημιουργεί. Για ένα ebook γίνονται πόλεμοι στην Αφρική για τα ορυκτά που μπαίνουν στα τσιπάκια του, με όλες τις ανθρώπινες, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες που αυτό δημιουργεί. Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. Αλλά βοηθά η συνειδητή προσπάθεια να ξέρουμε τι διαλέγουμε, τι καταναλώνουμε, για ποιο σκοπό και με τι επιπτώσεις στους άλλους ανθρώπους του έρημου αυτού πλανήτη.

Aug 312011
 

Πηγή: Project Syndicate

The Economics of Happiness

Jeffrey D. Sachs

We live in a time of high anxiety. Despite the world’s unprecedented total wealth, there is vast insecurity, unrest, and dissatisfaction. In the United States, a large majority of Americans believe that the country is “on the wrong track.” Pessimism has soared. The same is true in many other places.

Against this backdrop, the time has come to reconsider the basic sources of happiness in our economic life. The relentless pursuit of higher income is leading to unprecedented inequality and anxiety, rather than to greater happiness and life satisfaction. Economic progress is important and can greatly improve the quality of life, but only if it is pursued in line with other goals.

In this respect, the Himalayan Kingdom of Bhutan has been leading the way. Forty years ago, Bhutan’s fourth king, young and newly installed, made a remarkable choice: Bhutan should pursue “gross national happiness” rather than gross national product. Since then, the country has been experimenting with an alternative, holistic approach to development that emphasizes not only economic growth, but also culture, mental health, compassion, and community.

Dozens of experts recently gathered in Bhutan’s capital, Thimphu, to take stock of the country’s record. I was co-host with Bhutan’s prime minister, Jigme Thinley, a leader in sustainable development and a great champion of the concept of “GNH.” We assembled in the wake of a declaration in July by the United Nations General Assembly calling on countries to examine how national policies can promote happiness in their societies.

All who gathered in Thimphu agreed on the importance of pursuing happiness rather than pursuing national income. The question we examined is how to achieve happiness in a world that is characterized by rapid urbanization, mass media, global capitalism, and environmental degradation. How can our economic life be re-ordered to recreate a sense of community, trust, and environmental sustainability?

Here are some of the initial conclusions. First, we should not denigrate the value of economic progress. When people are hungry, deprived of basic needs such as clean water, health care, and education, and without meaningful employment, they suffer. Economic development that alleviates poverty is a vital step in boosting happiness.

Second, relentless pursuit of GNP to the exclusion of other goals is also no path to happiness. In the US, GNP has risen sharply in the past 40 years, but happiness has not. Instead, single-minded pursuit of GNP has led to great inequalities of wealth and power, fueled the growth of a vast underclass, trapped millions of children in poverty, and caused serious environmental degradation.

Third, happiness is achieved through a balanced approach to life by both individuals and societies. As individuals, we are unhappy if we are denied our basic material needs, but we are also unhappy if the pursuit of higher incomes replaces our focus on family, friends, community, compassion, and maintaining internal balance. As a society, it is one thing to organize economic policies to keep living standards on the rise, but quite another to subordinate all of society’s values to the pursuit of profit.

Yet politics in the US has increasingly allowed corporate profits to dominate all other aspirations: fairness, justice, trust, physical and mental health, and environmental sustainability. Corporate campaign contributions increasingly undermine the democratic process, with the blessing of the US Supreme Court.

Fourth, global capitalism presents many direct threats to happiness. It is destroying the natural environment through climate change and other kinds of pollution, while a relentless stream of oil-industry propaganda keeps many people ignorant of this. It is weakening social trust and mental stability, with the prevalence of clinical depression apparently on the rise. The mass media have become outlets for corporate “messaging,” much of it overtly anti-scientific, and Americans suffer from an increasing range of consumer addictions.

Consider how the fast-food industry uses oils, fats, sugar, and other addictive ingredients to create unhealthy dependency on foods that contribute to obesity. One-third of all Americans are now obese. The rest of the world will eventually follow unless countries restrict dangerous corporate practices, including advertising unhealthy and addictive foods to young children.

The problem is not just foods. Mass advertising is contributing to many other consumer addictions that imply large public-health costs, including excessive TV watching, gambling, drug use, cigarette smoking, and alcoholism.

Fifth, to promote happiness, we must identify the many factors other than GNP that can raise or lower society’s well-being. Most countries invest to measure GNP, but spend little to identify the sources of poor health (like fast foods and excessive TV watching), declining social trust, and environmental degradation. Once we understand these factors, we can act.

The mad pursuit of corporate profits is threatening us all. To be sure, we should support economic growth and development, but only in a broader context: one that promotes environmental sustainability and the values of compassion and honesty that are required for social trust. The search for happiness should not be confined to the beautiful mountain kingdom of Bhutan.

Jeffrey D. Sachs is Professor of Economics and Director of the Earth Institute at Columbia University. He is also Special Adviser to United Nations Secretary-General on the Millennium Development Goals.

 

Aug 252011
 

 

Πηγή: video.google.com

Century of The Self: Happiness Machines (Ο Αιώνας του Εαυτού: Μηχανές Ευτυχίας)

Η βραβευμένη σειρά του Adam Curtis εξετάζει την ανάπτυξη του ‘καταναλωτικού εαυτού’ με φόντο τη δυναστεία του Freud. Για πολλούς τόσο στην πολιτική όσο και στις επιχψειρήσεις, ο θρίαμβος του ατόμου (self) είναι η απόλυτη έκφραση της δημοκρατίας, όπου η εξουσία έχει επιτλεους κινηθεί προς το λαό. Σίγουρα οι άνθρωποι μπορεί να αισθάνονται ότι έχουν τον έλεγχο, αλλά είναι έτσι όντως; Ο ‘Αιώνας του Εαυτού’ αφηγείται την ανείπωτη και μερικές φορές αμφιλεγόμενη ιστορία της ανάπτυξης της καταναλωτικής κοινωνίας στη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πώς δημιουργήθηκε ο ‘καταναλωτικός εαυτός΄, από ποιόν, και προς το συμφέρον ποιών; Η δυναστεία του Freud δυναστεία βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της συναρπαστικής ιστορίας. Sigmund Freud, ιδρυτής της ψυχανάλυσης. Edward Bernays, εφευρέτης των δημοσίων σχέσεων. Anna Freud, η αφοσιωμένη κόρη του Sigmund. Και ο σημερινός ‘γκουρού των δημοσίων σχέσεων’ και δισέγγονος του Sigmund, Matthew Freud. Το έργο του Sigmund Freud και η κατάδυση του στο σκοτεινό κόσμο του υποσυνείδητου άλλαξε τον κόσμο. Εισάγοντας μια τεχνική για την εξερεύνηση του ασυνείδητου νου, ο Freud προσέφερε χρήσιμα εργαλεία για την κατανόηση των μυστικών επιθυμιών των μαζών. Άθελα, το έργο του υπηρέτησε ως ο προάγγελος για έναν κόσμο γεμάτο προπαγανδιστές, μεγαθήρια του μάρκετινγκ και την πεποίθηση της κοινωνίας ότι η επιδίωξη της ικανοποίησης και της ευτυχίας είναι ο τελικός στόχος του ανθρώπου.

Aug 202011
 

Photo credit – Bleeps.gr

Πηγή: από το No Budget, που έκανε αναδημοσίευση από το alterthess.gr, που μετέφρασε από το The Nation

Όταν η ληστεία κατά τη διάρκεια της μέρας συναντά τη ληστεία της νύχτας

Η Ναόμι Κλάιν για τις ταραχές στο Λονδίνο και την παγκόσμια οικονομική ληστεία

Συνεχίζω να ακούω παραλληλισμούς ανάμεσα στις ταραχές του Λονδίνου και άλλων Ευρωπαϊκών πόλεων – τις σπασμένες βιτρίνες στην Αθήνα ή τα καμένα αυτοκίνητα στο Παρίσι. Και υπάρχουν ομοιότητες, αυτό είναι σίγουρο: μια σπίθα που την ανάβει η αστυνομική βία, μια γενιά που νιώθει παραμελημένη.

Ναι αλλά αυτά τα γεγονότα σημαδεύτηκαν από τις μαζικές καταστροφές ∙ οι λεηλασίες ήταν ήσσονος σημασίας. Υπήρξαν άλλωστε τα τελευταία χρόνια κι άλλες μαζικές λεηλασίες, και μάλλον πρέπει να μιλήσουμε και γι’ αυτές. Υπήρξε η Βαγδάτη αμέσως μετά την εισβολή των ΗΠΑ – ένα παραλήρημα εμπρησμών και λεηλασίας που ερήμωσε βιβλιοθήκες και μουσεία. Τότε χτυπήθηκαν επίσης τα εργοστάσια. Το 2004 επισκέφθηκα ένα εργοστάσιο που κάποτε έφτιαχνε ψυγεία. Οι εργάτες του αφού είχαν αφαιρέσει καθετί που είχε αξία, μετά το έκαψαν ολοσχερώς, σε σημείο που η αποθήκη του εργοστασίου να μοιάζει με γλυπτό από λιωμένο μέταλλο.

Τότε όμως το γεγονός καλύφθηκε στην τρέχουσα ειδησεογραφία ως μια άκρως πολιτική πράξη. Είπαν ότι αυτά γίνονται όταν ένα καθεστώς δεν έχει καμιά νομιμοποίηση στα μάτια του κόσμου. Αφότου παρακολουθούσαν για τόσο καιρό το Σαντάμ και τους γιους του να κάνουν ό,τι θέλουν με όποιον θέλουν, πολλοί καθημερινοί Ιρακινοί ένιωσαν ότι είχαν το δικαίωμα να πάρουν και μερικά πράγματα για τους εαυτούς τους. Αλλά το Λονδίνο δεν είναι Βαγδάτη και ο Βρετανός Πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον δεν είναι Σαντάμ, οπότε σίγουρα δεν υπάρχει τίποτε να μάθουμε απ’ αυτή την υπόθεση.

Τί λέτε να εξετάσουμε ένα παράδειγμα από μια δημοκρατία; Αργεντινή ας πούμε γύρω στο 2001. Η οικονομία σε ελεύθερη πτώση και χιλιάδες άνθρωποι να ζουν σε σκληρές γειτονιές που ήταν βιομηχανικές ζώνες με ευημερία πριν τη νεοφιλελεύθερη περίοδο και την εισβολή των πολυεθνικών σούπερ – καταστημάτων. Ο κόσμος βγήκε τότε έξω και γέμιζε καροτσάκια με αγαθά που δε μπορούσε πλέον το πορτοφόλι του να τα σηκώσει – ρούχα, ηλεκτρονικά είδη, κρέας. Η κυβέρνηση κήρυξε τη χώρα σε «κατάσταση πολιορκίας» για να αποκαταστήσει την τάξη ∙ αυτό δεν άρεσε στον κόσμο ο οποίος και ανέτρεψε την κυβέρνηση.

Οι μαζικές λεηλασίες της Αργεντινής ονομάστηκαν El Saqueo – η λεηλασία. Αυτό είχε ιδιαίτερη πολιτική σημασία γιατί με αυτόν ακριβώς τον όρο περιγράφονταν ως τότε οι ενέργειες των ελίτ που πούλησαν τα εθνικά περιουσιακά στοιχεία της χώρας με ολοφάνερα διεφθαρμένες συμφωνίες ιδιωτικοποίησης, κρύβοντας λεφτά σε οφ σορ (offshore) εταιρίες και μετά δίνοντας το λογαριασμό στον κόσμο με ακραία πακέτα λιτότητας. Οι Αργεντινοί κατάλαβαν ότι οι λεηλασίες των εμπορικών κέντρων δε θα είχαν συμβεί αν δεν είχε προηγηθεί η μεγαλύτερη λεηλασία της οικονομίας και ότι οι πραγματικοί γκάνγκστερ ήταν και οι υπεύθυνοι για την κατάσταση.

Αλλά η Αγγλία δεν είναι Λατινική Αμερική, και οι ταραχές της δεν είναι πολιτικές, ή έτσι συνεχίζουμε να ακούμε. Έχουν να κάνουν λέει με την ανομία και με τους νεαρούς που εκμεταλλεύονται μια κατάσταση για να αρπάξουν οτιδήποτε δεν είναι δικό τους. Και η βρετανική κοινωνία, μας λέει ο Κάμερον, απεχθάνεται αυτού του είδους τη συμπεριφορά.

Αυτά λέγονται λοιπόν με κάθε σοβαρότητα. Λες και η μαζική πρακτική της διάσωσης των τραπεζών δεν είχε λάβει ποτέ χώρα, ακολουθούμενη μάλιστα από προκλητικά νέα ανώτατα μπόνους. Κι έπειτα να ακολουθούν οι έκτακτες συναντήσεις των G-8 και G-20, όπου οι ηγέτες αποφάσισαν συλλογικά να μην κάνουν τίποτε για να τιμωρήσουν τους τραπεζίτες για αυτή την κατάσταση ή έστω να πάρουν κάποια σοβαρή πρωτοβουλία για να αποτρέψουν πιθανή επανάληψη αντίστοιχης κρίσης στο μέλλον. Αντίθετα, επέστρεψαν όλοι στα σπίτια τους κι ο καθένας στη χώρα του επέβαλλε θυσίες σ’ αυτούς που ήταν πιο ευάλωτοι. Το έκαναν απολύοντας δημοσίους υπαλλήλους, χρησιμοποιώντας τους εκπαιδευτικούς σαν αποδιοπομπαίους τράγους, κλείνοντας βιβλιοθήκες, ανεβάζοντας τα δίδακτρα, προωθώντας γρήγορες ιδιωτικοποιήσεις της δημόσιας περιουσίας, μειώνοντας τις συντάξεις κ.ο.κ – φτιάξτε το κοκτέιλ ανάλογα με τη χώρα στην οποία βρίσκεστε. Και ποιοί βγήκαν στην τηλεόραση κάνοντας μαθήματα για την ανάγκη να τελειώνουμε επιτέλους με αυτά τα «προνόμια»; Μα φυσικά, οι τραπεζίτες και οι μάνατζερ των κερδοσκοπικών αμοιβαίων κεφαλαίων (hedge funds).

Αυτή είναι η παγκόσμια λεηλασία, η στιγμή της μεγάλης αρπαγής. Υποκινούμενη από μια παθολογική αίσθηση του δικαιώματος στη λεηλασία, όλα έγιναν με τα φώτα αναμμένα, λες και δεν υπήρχε τίποτε να κρύψουν. Υπάρχουν βέβαια κάποιοι ενοχλητικοί φόβοι. Στις αρχές του Ιούλη, η Γουόλ Στριτ Τζέρναλ, αναφέρθηκε σε μια σχετική δημοσκόπηση, σύμφωνα με την οποία το 94% των εκατομμυριούχων φοβούνται τη «βία των δρόμων». Εκ των πραγμάτων προκύπτει ότι ήταν ένας λογικός φόβος.

Βέβαια, οι ταραχές στο Λονδίνο δεν ήταν πολιτική διαμαρτυρία. Αλλά οι άνθρωποι που λήστευαν τη νύχτα είναι απολύτως βέβαιο ότι γνώριζαν πολύ καλά ότι οι ελίτ διέπρατταν τη δικιά τους ληστεία κατά τη διάρκεια της μέρας. Η λεηλασία είναι μεταδοτική.

Οι Συντηρητικοί έχουν δίκιο όταν λένε ότι οι ταραχές δε σχετίζονται με τις περικοπές. Σχετίζονται όμως και με το παραπάνω με αυτό που οι περικοπές εκπροσωπούν: τη λογική του αποκλεισμού. Αποκλεισμένος σε μια διευρυνόμενη κατώτερη τάξη με τους πολύ λίγους δρόμους διαφυγής που υπήρχαν μια προηγούμενη περίοδο – μια δουλειά και μια καλή προσιτή εκπαίδευση – να φράζονται κι αυτοί πολύ γρήγορα. Οι περικοπές δίνουν το μήνυμα. Λένε σε ολόκληρα τμήματα της κοινωνίας: είσαι καταδικασμένος να βρίσκεσαι εκεί που είσαι τώρα, όλο και περισσότερο σαν τους μετανάστες και τους πρόσφυγες που διώχνουμε στα όλο και πιο οχυρωμένα σύνορα μας.

Η απάντηση του Ντέιβιντ Κάμερον στις ταραχές ήταν να καταστήσει κυριολεκτικό τον αποκλεισμό: εξώσεις από τις κοινωνικές κατοικίες, απειλές ότι θα κόψει τα μέσα της επικοινωνίας και εξωφρενικές ποινές φυλάκισης (5 μήνες σε μια γυναίκα για ένα κλεμένο σορτσάκι). Το μήνυμα που θέλουν να στείλουν και πάλι το ίδιο: εξαφανιστείτε, και κάντε το και ήσυχα.

Στη «σύνοδο κορυφής της λιτότητας» των G-20 πέρσι στο Τορόντο, οι διαδηλώσεις οδηγήθηκαν σε ταραχές και πολλά αυτοκίνητα της αστυνομίας πυρπολήθηκαν. Δεν ήταν τίποτε βέβαια σε σχέση με τα δεδομένα του Λονδίνου του 2011, αλλά παρόλα αυτά ήταν κάτι που σόκαρε εμάς τους Καναδούς. Η μεγάλη αντιπαράθεση που έγινε τότε ήταν για το γεγονός ότι η κυβέρνηση ξόδεψε 675 εκατομμύρια δολάρια στην «ασφάλεια» της συνόδου κορυφής (χωρίς βέβαια να τα κατάφεραν να σβήσουν τις φωτιές). Την ίδια στιγμή πολλοί από μας είχαμε επισημάνει ότι το νέο ακριβό οπλοστάσιο που είχε αποκτήσει η αστυνομία – αντλίες νερού, ηχητικά κανόνια, δακρυγόνα και πλαστικές σφαίρες – δεν ήταν μόνον για τους διαδηλωτές στους δρόμους. Μακροπρόθεσμα, η χρήση τους θα έγκειται στο να πειθαρχήσουν τους φτωχούς, που στη νέα εποχή της λιτότητας θα έχουν επικίνδυνα λίγα για να χάσουν.

Αυτό είναι που δεν κατάλαβε ο Ντέιβιντ Κάμερον: δε μπορείς να κόβεις από τον προϋπολογισμό τα κονδύλια για την αστυνομία την ίδια στιγμή που περικόπτεις τα πάντα. Γιατί όταν κλέβεις τα πολύ λίγα που έχουν απομείνει στους ανθρώπους, προκειμένου να προστατεύσεις αυτούς που έχουν πολύ περισσότερα απ’ όσα αξίζουν, θα πρέπει να περιμένεις την αντίσταση – είτε της οργανωμένης διαμαρτυρίας είτε της αυθόρμητης λεηλασίας.

Και αυτό δεν είναι πολιτική. Είναι φυσική.

Ναόμι Κλάιν 16 Αυγούστου 2011

Μετάφραση: Κώστας Γούσης

Aug 182011
 

Σκέψη, είναι εστιασμένη ονειροπόληση (reverie). Ονειροπόληση, είναι απελευθερωμένη σκέψη. Ένα από τα μαθήματα της ονειροπόλησης είναι ότι, ενίοτε, χρειάζεται να κοιμάσαι με τα μάτια ανοιχτά, για να μπορεί η γνώση να βρει το μονοπάτι της καρδιάς.

Πηγή: New York Times

On Reverie

by Raphael Enthoven

It’s a sweet drug that plays with fire. A wasteland — forest of ruins or paved-over jungle depending on whether wakefulness or sleep tips the scales. An old city where the shadows still hold a trace of vanished occupants, where detailed buildings, patiently reconquered by nature, suddenly still are there, sand castles. Through the dreamer’s kaleidoscope where the absence of desire is taken as reality, birds slash through the twilight, cypress trees dive into the pool, stars sparkle in the sea, clouds take on shapes, water lilies bloom in the sky, plans become flexible, the limit to how far things can go relaxes, thought dances, light is lit by shade, opposites are juxtaposed, merge and become linked in a prelude to beauty: reverie is contemplation’s prehistory, the education of the gaze by the eyes of the soul.

Suddenly, the world before concepts.

Daughter of consciousness and sleep, reverie blends their realms. Like intoxication, reverie is lucidity without an object, an activity but one that’s passive, a search that begins by giving up and lets itself be dazzled rather than looking. It remains, happily, somewhere between imagination and the ability to put it to use. The dreamer, unlike the sleepwalker whose consciousness lies fallow, has his head on his shoulders as he meanders on; he’s a daywalker who sleeps with only one eye like a dolphin, drowsy enough to see the unseeable but awake enough to mumble what he has glimpsed. The more absent he becomes, the more the dreamer opens to the merging of types and images. Reverie is the one way in which, without contradiction, one can want to not want. ‘When,” said Proust, ”we reflect upon the past in our daydreams and seek, in order to recapture it, to slacken, to suspend the perpetual motion by which we are borne along, gradually we see once more appear, side by side but entirely distinct from one another, the tints which in the course of our existence have been successively presented to us by a single name.” Reverie is contemplation from within, letting the person who gives way to it feel change.

Born of the desire — and not the need — to be directly involved in our surroundings, reverie strips the world of its utility. It borrows the power of narration from wakefulness and the power of divination from sleep, and keeps them vying to suspend the alternation of day and night. Reverie is how one arrives at immediacy.

Between the sweetness of being and the pain of thinking, between sleep that is opaque to itself and the blindness of one who can’t see the stars because of daylight, lies the talent to glimpse what escapes us, the equivalent of the dawn that threatens at every instant to evaporate into dream or condense into knowing, but in that interval (and pen in hand) replaces something impenetrable with something immaterial and reveals the imaginary foundations of reality. Reverie never rests.

“Thought,” Bachelard says, “is reverie brought to a center. Reverie is thought turned loose.” One of the lessons of reverie is that you have to sleep with your eyes open occasionally so that knowledge can find the path hearts take. For reverie is not an artifice of hidden meaning but, instead, works to squeeze every last drop from appearances. Its grail is not truth but the merging of types, just as Geoffrey Firmin, the consul in Malcolm Lowry’s “Under the Volcano,” became sensitive in his drunkenness to the “beauty of an old woman in Tarasco playing dominos at seven in the morning,” or Proust’s Léontine Cottard, half asleep, heard her husband using words such as “confrérie” and “tapette” about the Baron de Charlus and, knowing that in Cottard’s language the first meant the Jewish people and the second a wagging tongue, came to the conclusion that Charlus must be a garrulous Jew which, when all is said and done, isn’t so stupid.

Because it generously accords the world the absentmindedness it deserves, reverie is light years distant from being a distraction, which does reality the considerable honor of turning its back on it. In fact, reverie celebrates the rediscovery of understanding and imagination, sets free the secret of disinterest which, because it lets you see beauty without your consent and see nature without ego, invests the world with intense interest. “In the trembling of a leaf,” says Baudelaire, “in the color of a blade of grass, in the shape of clover, in the buzzing of a bee, in the sparkle of a drop of dew, in the sighing wind, in the vague fragrance coming out of the woods, an entire world of inspirations is produced, a magnificent and colorful parade of disorganized and rhapsodic thoughts.” Like a good genie who would replace the world left behind with a shimmer, or a novel that, as you read it, immensely intensifies emotions, engraves reality, unleashes pleasures and joys that one life would not suffice to reveal, reverie — intuitive nescience —shatters the dreamer into an atopia of sensations outside himself and responsive intuitions. It’s a transition, a passage where the heart, confounded, inseparable from what it feels, converts habit into astonishment. It’s a fugue into harmony, an awakening in the shape of an exile that grants a human being the intuition of change. A salutary desertion that from time to time allows you to enter the heart of the matter.

(translated from the French by Betsy Wing)

Raphaël Enthoven teaches philosophy at École Polytechnique and Sciences Po in Paris. He has served as producer and host on French television and radio shows, including the weekly show “Philosophie.” His most recent book is “Le philosophe de service et autres textes” (“The On-Duty Philosopher and Other Texts”), from which this post is adapted.

 

Jul 262011
 

Δεν γεννήθηκε από κάποια ένωση του Σατανά με την Εξαποδώ λοιπόν ο Μπρέιβικ. Διαταραγμένο παιδί της οικογένειας είναι, μεγαλωμένο με την ηθική της βίας, εξοικειωμένο με τα πιο τρομερά εγκλήματα που οδηγούν σε κέρδη και σε παρασημοφορήσεις -αρκεί να διαπράττονται από τις σωστές χώρες, τις σωστές θρησκείες και τους σωστούς ανθρώπους εναντίον των λάθος χωρών, θρησκειών και ανθρώπων.

Πηγή: Η Αυγή

Ποια κόλαση γέννησε τον Μπρέιβικ;

του Θανάση Καρτερού

Αναρωτιέται κανείς με αφορμή το μακελειό στη Νορβηγία μήπως θα πρέπει σε μια κοινωνία που έχει βαφτίσει το απάνθρωπο ανθρώπινο, που έχει οργανώσει θεσμικά τη βία και την αγριότητα και που προτάσσει στις αξίες της το δίκαιο του ισχυρού, να μάθουμε να ζούμε και με τους διαταραγμένους Θεούς-Δολοφόνους. Οι οποίοι επικαλούνται μεγάλους σκοπούς για να διαπράξουν εγκλήματα -αποτρόπαια αλλά απαραίτητα, όπως δήλωσε διά του συνηγόρου του ο Άντερς Μπέριγκ Μπρέιβικ.

Μαθαίνουμε ήδη πολλά και σίγουρα θα μάθουμε ακόμα περισσότερα για την ταυτότητα, τα παιδικά χρόνια, τις ιδέες και τη ζωή του Νορβηγού τρομοκράτη. Και ασφαλώς το ψυχολογικό του προφίλ δεν είναι άσχετο με το ανείπωτο που διέπραξε. Είναι όμως άσχετο επίσης το γεγονός ότι μεγάλωσε μέσα σε μια αποθέωση «δίκαιης» βίας; Διδάχτηκε στην πράξη, όπως και όλη η γενιά του, ότι κυρίαρχος είναι ο πιο δυνατός και ο πιο φονικός; Έμαθε και εμπέδωσε και μόνο τις ειδήσεις παρακολουθώντας, ότι οι παράπλευρες απώλειες, οι εκατόμβες αθώων νεκρών, οι καταστροφές χωριών, πόλεων και χωρών ολόκληρων είναι «αποτρόπαιες αλλά απαραίτητες», όταν υπάρχει καλός σκοπός;

Είναι άσχετη επίσης με το μακελειό και το μακελάρη η ανοχή απέναντι σε ακροδεξιές και ναζιστικές απόψεις που ενδημεί σήμερα στην πλούσια Ευρώπη; Το γεγονός ότι με την επίκληση του ακραίου Ισλάμ διαμορφώνονται διαπλοκές και συνενοχές με ιππότες της λευκής φυλής, Ναΐτες της άρειας καθαρότητας, και κάθε λογής ιδεολογικά αποβράσματα με έφεση στη βία; Ή το γεγονός ότι η Ευρώπη όχι του Μπρέιβικ αλλά της Μέρκελ και του Σαρκοζί κλείνει το μάτι σε τέτοιες ακραίες δυνάμεις και έχει ξεκινήσει επισήμως το κυνήγι των μαγισσών, την ίδια στιγμή που η ρητορική του διαχωρισμού των φυλών τείνει να γίνει ευρωπαϊκό δόγμα;

Δεν γεννήθηκε από κάποια ένωση του Σατανά με την Εξαποδώ λοιπόν ο Μπρέιβικ. Διαταραγμένο παιδί της οικογένειας είναι, μεγαλωμένο με την ηθική της βίας, εξοικειωμένο με τα πιο τρομερά εγκλήματα που οδηγούν σε κέρδη και σε παρασημοφορήσεις -αρκεί να διαπράττονται από τις σωστές χώρες, τις σωστές θρησκείες και τους σωστούς ανθρώπους εναντίον των λάθος χωρών, θρησκειών και ανθρώπων.

Αντί, συνεπώς, να παραμένουν ορισμένοι στο σοκ, καλό είναι να αισθανθούν και κάποιο δέος για την κόλασή τους που γεννά τους Μπρέιβικ…

 

Jul 262011
 

Παγκόσμια η συζήτηση για τα οικονομικά του πλανήτη. Πόσα από τα ελλείματα που ταλανίζουν τις οικονομίες του πλανήτη δημιουργούνται από στρατιωτικές δαπάνες; Εδώ, το κόστος του πολέμου (των πολέμων) μόνο για τις ΗΠΑ, μόνο για την τελευταία δεκαετία. Τρομακτικό, ε;



 

Jul 242011
 

Πηγή: The New York Times

The Hated and the Hater, Both Touched by Crime

by Timothy Williams

Mark Anthony Stroman, 41, a stone-cutter from Dallas, shot people he believed were Arabs, saying he was enraged by the terrorist attacks of Sept. 11, 2001. He killed at least two: Vasudev Patel, an Indian immigrant who was Hindu, and Waqar Hasan, a Muslim born in Pakistan. A third shooting victim, Rais Bhuiyan, 37, a former Air Force pilot from Bangladesh, survived after Mr. Stroman shot him in the face at close range. Mr. Stroman admitted to the shootings. He is scheduled to be executed on Wednesday.

Mr. Bhuiyan, despite being partly blinded in his right eye, has spent the past several months creating a Web site with a petition and meeting with officials in Texas to try to persuade the state to spare Mr. Stroman.  Mr. Bhuiyan was interviewed over the phone. Mr. Stroman responded to questions in a typewritten letter dated June 26 that included a photograph of the World Trade Center on Sept. 11, 2001: smoke is seen billowing out of the North Tower and United Airlines Flight 175 is moments away from striking the South Tower. The ellipses in his answers are his.

Mr. Bhuiyan, you were working as a clerk at a friend’s service station on Sept. 21, 2001. What do you remember?

I was robbed a couple of times. It was a dangerous neighborhood. People would come into the store to sell televisions and computers. One time a man came with a gun and I thought he wanted to sell it to make money. He said, “If you don’t give me money I will blow your head off.” On Sept. 21, it was Friday around 12:30 in the afternoon. Business was slow. It was raining cats and dogs. The neighbor from the barber shop had come in and brought chips and drinks. Then there’s a guy coming into the store with a hat and sunglasses and a bandanna and a gun in his hand. I thought it was a robbery. I said, “Don’t shoot me please. Take all the money.” He said, “Where are you from?” He was four or five feet away from me. I felt cold air in my spine. I said, “Excuse me?” It was a double-barrel gun. I felt a million bee stings on my face at the same time. Then I heard an explosion. I saw images of my parents, my siblings and my fiancée and then a graveyard and I thought, “Am I dying today?” I looked down and saw blood was pouring from my head. I placed both my hands on my head to get my brains in and I screamed, “Mom!” I looked and he was still staring at me and I thought he might shoot me again if I don’t fall and he doesn’t think I’m dead. The floor was getting wet with my blood. Then he left the store. I could not believe he shot me. I thought I was dreaming, going through a hallucination. I didn’t do anything wrong. I was not a threat to him. I couldn’t believe someone would just shoot you like that.

What happened next?

I wanted to go outside. I went to the barber shop and they ran away. They saw me full of blood running like a slaughtered chicken and they thought the guy was behind me. I saw my face in the barbershop mirror and I couldn’t believe it was me. (He begins to cry). A few minutes before, I had been a young guy in a T-shirt and shorts and tennis shoes. (He begins to cry more forcefully). Sorry, I haven’t cried for the past nine years. I was lucky because there was an ambulance in the area. I was asking God, asking for forgiveness, saying I would do my best. Reciting verses from the Koran. I said I would dedicate my life to the poor. I felt my eyes were closing and it felt like my brain was shutting down slowly.

What was the extent of your injuries?

There were 38 pellets in my face. I couldn’t open my eyes or talk or open my jaw. I couldn’t even eat or drink anything. It was very painful to even swallow because I was shot in my throat. After a few hours in the hospital I could open my left eye. My face was heavily swollen. There were gunshot wounds. My face was horrible. I couldn’t believe it was my face. I prayed, “Please God, give me my face back.” ( Mr. Bhuiyan was discharged the day after being treated; he was told he did not have health insurance. For the next several months, he slept on people’s couches and had to rely on physicians’ samples for medication, including painkillers and eye drops. He had several operations on his right eye; he now has only limited vision in it.)

Mr. Stroman has admitted trying to kill you. Why are you trying to save his life?

I was raised very well by my parents and teachers. They raised me with good morals and strong faith. They taught me to put yourself in others’ shoes. Even if they hurt you, don’t take revenge. Forgive them. Move on. It will bring something good to you and them. My Islamic faith teaches me this too. He said he did this as an act of war and a lot of Americans wanted to do it but he had the courage to do it — to shoot Muslims. After it happened I was just simply struggling to survive in this country. I decided that forgiveness was not enough. That what he did was out of ignorance. I decided I had to do something to save this person’s life. That killing someone in Dallas is not an answer for what happened on Sept. 11.

If you had the chance to meet Mr. Stroman, what would you say to him?

I requested a meeting with Mr. Stroman. I’m eagerly awaiting to see him in person and exchange ideas. I would talk about love and compassion. We all make mistakes. He’s another human being, like me. Hate the sin, not the sinner. It’s very important that I meet him to tell him I feel for him and I strongly believe he should get a second chance. That I never hated the U.S. He could educate a lot of people. Thinking about what is going to happen makes me very emotional. I can’t sleep. Once I go to bed I feel there is another person that I know who is in his bed thinking about what is going to happen to him — that he is going to be tied to a bed and killed. It makes me very emotional and very sad and makes me want to do more.

• • •

How are you doing, Mr. Stroman?

“I’ve only 25 days left until Texas Straps Me to a Gurney and pumps me full of toxic bug juice, But then again, we all face an Ending at some time or another. All is well, Spirits are high, i sit here with a Cup of Coffee and some Good ole Classic Rock playing on My radio, how Ironic, the song ‘Free Bird’ by Lynyrd Skynyrd…”

What do you think of Rais Bhuiyan’s efforts to keep you from being executed?

“Yes, Mr Rais Bhuiyan, what an inspiring soul…for him to come forward after what ive done speaks Volume’s…and has really Touched My heart and the heart of Many others World Wide…Especially since for the last 10 years all we have heard about is How Evil the Islamic faith Can be…its proof that all are Not bad nor Evil.”

Tell me what you are thinking now, a few weeks before your scheduled execution.

“Not only do I have all My friends and supporters trying to Save my Life, but now i have The Islamic Community Joining in…Spearheaded by one Very Remarkable man Named Rais Bhuiyan, Who is a Survivor of My Hate. His deep Islamic Beliefs Have gave him the strength to Forgive the Un-forgiveable…that is truly Inspiring to me, and should be an Example for us all. The Hate, has to stop, we are all in this world together. My jesus Faith & Texas Roots have Deepened My Understanding as well. Its almost been 10 years since The world stopped Turning, and we as a nation will never be able to forget what we felt that day, I surely wont, but I can tell you what im feeling Today, and that’s very grateful for Rais Bhuiyan’s Efforts to save my life after I tried to end His. A lot of people out There are still hurt and full of hate, and as I Sit here On Texas Death watch counting down to my Own Death, I have been given the chance to openly Express whats inside this Texas Mind and heart, and hopefully that something good will come of this. We need More Forgiveness and Understanding and less hate.” Mr. Stroman signed off, “Texas Loud & Texas proud…TRUE AMERICAN…. Living to Die – Dying to Live.”

Jul 202011
 

Σήμερα είδα αυτήν την αναγγελία δράσης, από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Πηγή: adbusters.org

#OCCUPYWALLSTREET – A shift in revolutionary tactics.

A worldwide shift in revolutionary tactics is underway right now that bodes well for the future. The spirit of this fresh tactic, a fusion of Tahrir with the acampadas of Spain, is captured in this quote:

The antiglobalization movement was the first step on the road. Back then our model was to attack the system like a pack of wolves. There was an alpha male, a wolf who led the pack, and those who followed behind. Now the model has evolved. Today we are one big swarm of people.

— Raimundo Viejo, Pompeu Fabra University, Barcelona, Spain

The beauty of this new formula, and what makes this novel tactic exciting, is its pragmatic simplicity: we talk to each other in various physical gatherings and virtual people’s assemblies … we zero in on what our one demand will be, a demand that awakens the imagination and, if achieved, would propel us toward the radical democracy of the future … and then we go out and seize a square of singular symbolic significance and put our asses on the line to make it happen.

The time has come to deploy this emerging stratagem against the greatest corrupter of our democracy: Wall Street, the financial Gomorrah of America.

On September 17, we want to see 20,000 people flood into lower Manhattan, set up tents, kitchens, peaceful barricades and occupy Wall Street for a few months. Once there, we shall incessantly repeat one simple demand in a plurality of voices.

Tahrir succeeded in large part because the people of Egypt made a straightforward ultimatum – that Mubarak must go – over and over again until they won. Following this model, what is our equally uncomplicated demand?

The most exciting candidate that we’ve heard so far is one that gets at the core of why the American political establishment is currently unworthy of being called a democracy: we demand that Barack Obama ordain a Presidential Commission tasked with ending the influence money has over our representatives in Washington. It’s time for DEMOCRACY NOT CORPORATOCRACY, we’re doomed without it.

This demand seems to capture the current national mood because cleaning up corruption in Washington is something all Americans, right and left, yearn for and can stand behind. If we hang in there, 20,000-strong, week after week against every police and National Guard effort to expel us from Wall Street, it would be impossible for Obama to ignore us. Our government would be forced to choose publicly between the will of the people and the lucre of the corporations.

This could be the beginning of a whole new social dynamic in America, a step beyond the Tea Party movement, where, instead of being caught helpless by the current power structure, we the people start getting what we want whether it be the dismantling of half the 1,000 military bases America has around the world to the reinstatement of the Glass-Steagall Act or a three strikes and you’re out law for corporate criminals. Beginning from one simple demand – a presidential commission to separate money from politics – we start setting the agenda for a new America.

Post a comment and help each other zero in on what our one demand will be. And then let’s screw up our courage, pack our tents and head to Wall Street with a vengeance September 17.

Jul 132011
 

Πολλά έχουν γραφτεί για την αστυνομική βία στις τελευταίες διαμαρτυρίες στο κέντρο της Αθήνας. Δεν είναι όλοι οι διαμαρτυρόμενοι πολίτες ‘μπαχαλάκηδες’, δεν είναι όλοι οι αστυνομικοί ‘μπάτσοι’, δεν είναι όλοι οι πολιτικοί ‘διαπλεκόμενοι’ (η λίστα θα μπορούσε να συνεχιστεί επ’ άπειρον). Από κάπου πρέπει να ξεκινήσει η ανάληψη ευθύνης. Η μήνυση της ΠΟΕΣΥ απευθύνεται στους εντολοδότες. Οι εντολοδόχοι έχουν κι αυτοί την προσωπική τους ευθύνη. Δεν υπάρχει εντολή που να μην μπορείς να αγνοήσεις. Ελεύθερος άνθρωπος γεννιέσαι, κι εσύ ορίζεις τη μοίρα σου ανάλογα με τους εντολοδότες που διαλέγεις.

Πηγή: Ελευθεροτυπία

Έριχναν αέρια απαγορευμένα και σε πόλεμο

Μήνυση της ΠΟΕΣΥ κατά της φυσικής και πολιτικής ηγεσίας της ΕΛ.ΑΣ. / Στα δακρυγόνα βρέθηκαν ουσίες υπεύθυνες ακόμη και για καρκίνο.

Πίκρα, δάκρυα, οργή. Και μια ξεκάθαρη απόφαση που συνοψίστηκε σε δύο λέξεις: Φτάνει πια… Αυτά ήταν τα βασικά στοιχεία της χθεσινής συνέντευξης Τύπου της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ενώσεων Συντακτών, που κατέθεσε μηνυτήρια αναφορά στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τέντε εναντίον του υπουργού Προστασίας του Πολίτη Χρήστου Παπουτσή, του αρχηγού της ΕΛΑΣ και του διοικητή των ΜΑΤ.

Αιτία, η απρόκλητη βία των αστυνομικών δυνάμεων στις 15, 29 και 30 Ιουνίου έναντι των πολιτών που σημαδεύτηκε «από πρωτοφανή, εξευτελιστική και απάνθρωπη» μεταχείριση δημοσιογράφων, φωτορεπόρτερ και τεχνικών και κορυφώθηκε «με τη βαριά σωματική βλάβη» του δημοσιογράφου Μανώλη Κυπραίου.

«Με τρόμαξε η “σιωπή”»

«Δεν μπορώ να σας ακούσω, αλλά μπορώ να σας μιλήσω…», είπε χθες ο Μανώλης Κυπραίος, ο οποίος έμεινε κωφός από χειροβομβίδα κρότου-λάμψης που του έριξαν σκόπιμα μέσα σε κλειστό χώρο τα ΜΑΤ. Συγκινημένος, αλλά και οργισμένος, περιέγραψε την περιπέτειά του που είχε κατάληξη να μείνει ανάπηρος και τόνισε: «Αυτό που με τρόμαξε περισσότερο είναι η “σιωπή” της πολιτείας απέναντι σε όλα αυτά που έγιναν… Το λόγο τώρα τον έχει η Δικαιοσύνη, η οποία πιστεύω πως θα ξεκαθαρίσει το θολό τοπίο που έχει δημιουργηθεί από την υπέρμετρη χρήση πολλών “τακτικών και πολιτικών χημικών”».

«Να κάνουν ψυχοθεραπεία»

«Φτάνει πια, κύριε Παπουτσή και αξιότιμοι αρχηγοί της Αστυνομίας», είπε χθες ο πρόεδρος της ΠΟΕΣΥ Γιώργος Σαββίδης. «Οι εργαζόμενοι στα μέσα ενημέρωσης στην Ελλάδα βρίσκονται υπό διωγμό…». Τις δικές του καταγραφές παρουσίασε και ο Γιώργος Αυγερόπουλος, τονίζοντας ότι «δεν τα έχω ξαναδεί αυτά ούτε στο Μεξικό. Η περίοδος σιωπής τελείωσε. Έχουμε όλοι οι δημοσιογράφοι προσωπική ευθύνη». Ο πρόεδρος της Ένωσης Φωτορεπόρτερ Ελλάδας, Γιώργος Λώλος, επισήμανε ότι «η Αθήνα έχει γίνει πλέον πιο επικίνδυνη από εμπόλεμες ζώνες», για να καταλήξει: «Ο κ. Παπουτσής μας έχει πει ότι η φωτογραφική μηχανή θεωρείται από τα ΜΑΤ όπλο. Αν είναι έτσι, να κάνουν ψυχοθεραπεία… Δεχόμαστε λεκτικές απειλές, κρότου-λάμψης, τρώμε ξύλο. Δεν πάει άλλο…».

Τη δική του περιπέτεια με τα ΜΑΤ περιέγραψε και ο δημοσιογράφος της «Ε», μέλος του Δ.Σ. της ΕΣΗΕΑ, Δημήτρης Τρίμης: «Είμαι ένα από τα 600 θύματα της αστυνομικής τρομοκρατίας… Πήγα στα ΜΑΤ και ζήτησα να σταματήσουν να ρίχνουν χημικά. Αντ’ αυτού με έβρισαν, με κλότσησαν, με πέταξαν κάτω κι έσπασα το χέρι μου. Έχουν δημιουργήσει συνθήκες εμφυλίου. Χρειάζεται ψυχραιμία και κοινωνική αλληλεγγύη…».

Jul 082011
 

Συγχαρητήρια, τραβήξατε την προσοχή μας και τώρα είστε ο στόχος στον πόλεμο μας ενάντια στο σάπιο σύστημα σας. Είμαστε Ανώνυμοι. Είμαστε Λεγεώνα. Δεν συγχωρούμε. Δεν ξεχνούμε.

Γεμίσαμε ανώνυμους. Ανώνυμοι αστυνομικοί στις διαδηλώσεις, χωρίς διακριτικά στις στολές τους. Ανώνυμες αγορές με απίστευτη ισχύ. Ανώνυμοι, αυτεπάγγελτοι τιμωροί, για τα δεινά του Ελληνικού Λαού. Μαζί με αυτήν την ανωνυμία γεμίσαμε και ανευθυνότητα.

Η ευθύνη έχει όνομα και επώνυμο. Έχει προσωπική και πολιτική στάση. Έχει διάλογο και συναλλαγή. Δεν εκτιμώ την ανωνυμία. Από όπου κι αν προέρχεται. Από τη Λεγεώνα, από την αστυνομία ή από τις αγορές. Απρόσωπη δράση που δημιουργεί απάνθρωπη ζωή. Για όλους.

Όσο ζούμε σε ένα κλίμα έντασης και απελπισίας, και οι εκάστοτε ‘ισχυροί’ δεν ακούνε τον κόσμο, δεν κάνουν διάλογο, τόσο δημιουργούμε συνθήκες για αυτόκλητους σωτήρες. Κι όταν ακόμα κι ο ‘σωτήρας’ σου είναι Ανώνυμος, τα πράγματα, μάλλον, δεν πάνε καθόλου καλά…

 


 

Jul 022011
 

Η κατάχρηση ισχύος δεν είναι μόνο χαρακτηριστικό συγκεκριμένων ανθρώπων, είναι και δυναμική στη σχέση. Είναι μια συμπεριφορά του ισχυρού απέναντι στον ανίσχυρο. Η ισχύς είναι ρόλος που εύκολα μετακυλά από τον έναν άνθρωπο στον άλλον. Αυτή η φωτογραφία από την πλατεία Συντάγματος αποτυπώνει αυτήν τη δυναμική. Η Βουλή, σύμβολο ισχύος (και κατάχρησης ισχύος τον τελευταίο καιρό) δημιουργεί αντιδράσεις στον κόσμο που μαζεύεται να διαδηλώσει. Οι κρεμάλες που έστησαν ανατρέπουν τους ρόλους, και η ισχύς μεταβιβάζεται στον ‘λαό’ που θεωρεί δικαίωμα του να απειλήσει, να τιμωρήσει.

Δύσκολη φωτογραφία. Σάστισα όταν την είδα. Δεν θέλω να ζήσω σε ένα κόσμο κακοποίησης και εκδίκησης. Δεν ονειρεύομαι μια Ελλάδα που ο καθένας, θύμα κακοποίησης από ανθρώπους και δομές, γίνεται αυτεπάγγελτα τιμωρός. Η δημοκρατία δεν είναι για τους βιαστικούς. Θέλει υπομονή, ενσυναίσθηση και διάλογο, πολύ διάλογο.

Jun 282011
 

Δύσκολο 48ωρο για την Ελλάδα, με πολλά ‘αδιέξοδα’ ένθεν κι ένθεν. Μιλάμε με ορολογία πολέμου, ενώ αναζητάμε λύσεις που να δημιουργούν κοινότητα. Αντιφατικό, αλλά κατανοητό. Καλή δύναμη σε όλους σήμερα και αύριο. Σωφροσύνη και καθαρότητα σκέψης σε όσους είναι μέσα στη βουλή και ψηφίζουν το μέλλον της χώρας. Καλή δύναμη και σε αυτούς έξω από τη βουλή που παίρνουν θέση απέναντι σε αυτήν τη ψήφο.

 


LIVE STREAMING: Γενική Απεργία ενάντια στο… by News247

 

 

Jun 192011
 

Αν στις συνελεύσεις του Συντάγματος αλλά και στις διαδικασίες που κινητοποίησαν τις μεγάλες διαμαρτυρίες στις άλλες πλατείες του κόσμου και της χώρας κάτι γεννιέται είναι τούτος ο χώρος του κοινού που αθροίζει τις μικρές και μεγάλες σκέψεις, τα μικρά και μεγάλα όνειρα ανθρώπων που αντιδρούν έμπρακτα στην εξοντωτική «εξατομίκευση των πεπρωμένων» τους. Αυτούς του νέους χώρους του κοινού πρέπει να προστατέψουμε, τα εξισωτικά χαρακτηριστικά τους όπου βλασταίνουν να υπερασπίσουμε, τα δίκτυα των διεσπαρμένων μικρο-κοινοτήτων που συναντήθηκαν στις πλατείες να ενισχύσουμε.

Μαθαίνοντας από τις πλατείες

του Σταύρου Σταυρίδη

Είναι εύκολο ίσως να αναγνωρίσουμε στην κοινωνία που ζούμε ένα οικονομικό σύστημα σε επιθετικό παροξυσμό. Οι κυρίαρχοι μοιάζει να θεωρούν ότι εκπλήρωσαν και εκπληρώνουν επιτέλους την απόλυτη καπιταλιστική ουτοπία: το χρήμα να γεννά χρήμα χωρίς την ενίοτε απείθαρχη μεσολάβηση των πραγματικών ανθρώπων και την ενίοτε απρόβλεπτη μεσολάβηση των διαδικασιών παραγωγής. Η αλαζονεία και η δύναμη των τραπεζιτών και των χρηματιστών είναι σημάδι των καιρών.

Όμως καθόλου τούτη η εποχή δεν εκτόπισε στα αζήτητα το πρόβλημα της διακυβέρνησης. Τη μηχανή αυτής της ουτοπίας που κόλλησε και κολλά στην λάσπη των πρόσφατων οικονομικο-κοινωνικών κρίσεων, πρέπει να την τροφοδοτούν οι αποκάτω, όχι μόνο με την εργασία τους αλλά και με την εξάρτηση τους από τις τράπεζες για να εκπληρώσουν ως και τις πιο βασικές τους ανάγκες. Το πρόβλημα της διακυβέρνησης σ’ αυτές τις συνθήκες είναι πάνω απ’ όλα το πρόβλημα της μαζικής εξάρτησης των υπηκόων από τους θεσμούς που τους συγκροτούν ως οικονομικά υποκείμενα, με την καταστροφή ταυτόχρονα κάθε δυνατότητας να αρθρώνονται συλλογικές αναφορές με τη μορφή των κοινωνικών χώρων. Η εξατομίκευση δεν συνίσταται μόνο στην εξατομίκευση του μόνιμα ακόρεστου καταναλωτή αλλά και στην εμπεδωμένη καχυποψία απέναντι στις επιδιώξεις των διπλανών. Τούτη η καχυποψία στον καιρό της κρίσης καθίσταται λόγος επιθετικότητας ή απόσυρσης: «εγώ θα τα καταφέρω» και για να τα καταφέρω πρέπει εσείς να μην τα καταφέρετε.

Η μνήμη της χαμένης κοινότητας, βέβαια, και της ασφάλειας που ψευδαισθητικά ή πραγματικά παρείχε δεν είναι και τόσο μακρινή. Σ’ όλο τον κόσμο οι αντιδράσεις, οι αντιστάσεις και οι κοινωνικές εκρήξεις ανατρέχουν σε θεσμούς που ενεργοποιούν κάποιο υπόστρωμα κοινωνικών αναμνήσεων αλλά και επιβιώσεων: από τις ιθαγενικές κοινότητες της Λατινικής Αμερικής ως τις οικογένειες-κοινότητες του εξεγερμένου αραβικού κόσμου τέτοιοι θεσμοί επανανεργοποιούνται και επανανοηματοδοτούνται.

Ίσως γι’ αυτό στη Δύση, και όχι μόνο, αντίδοτο στην εξοντωτική «εξατομίκευση των πεπρωμένων» (μια φράση του Ωζέ) αποτέλεσε η επανακάλυψη της συλλογικής αναφοράς μέσα από τα λεγόμενα κοινωνικά δίκτυα (facebook, twitter κ.λπ.). Οι απομονωμένες ατομικότητες δοκιμάζουν, συχνά με υλικό τις καθοδηγούμενες στοιχίσεις σε ρεύματα προτίμησης, να επικοινωνήσουν και να εγκαταστήσουν δεσμούς αλληοαναφοράς. Πλάνη; Οι εξεγέρσεις της Τυνησίας και της Αιγύπτου έδειξαν ότι έστω και με υλικά δανεισμένα από την κυρίαρχη ιδεολογία μπορεί να γεννηθούν μορφές συσχέτισης τέτοιας πολλαπλασιαστικής διάδοσης που να κινητοποιήσουν τεράστιες ποσότητες ανθρώπων.

Όμως οι άυλες «περίπου συλλογικότητες» των διαδικτυακών επικοινωνιών δεν είναι παρά ο τρόπος για να ανακαλυφθούν ξανά οι συλλογικότητες που εκδιπλώνονται μέσα από πρακτικές συνεύρεσης. Όλα τα ηλεκτρονικά και τηλεπικοινωνιακά μέσα που, διασταυρούμενα και χωρίς κέντρο κινητοποιούν και φέρνουν σ’ επαφή μοναχικές ατομικότητες, είναι μέσα που ορίζουν τόπους συνάντησης. Αυτή τους τη δύναμη φοβήθηκαν οι εξουσίες στον αραβικό κόσμο, αυτή φοβούνται και οι ισχυροί στην Ελλάδα και παντού. Οι αναμνήσεις της κοινότητας και οι πρακτικές της διαδικτυακής επικοινωνίας κάνουν την επιθυμία της συνάντησης πραγματικότητα. Και τι λοιπόν συνέχει αυτά τα πλήθη εξατομικευμένων και διαφορετικών ανθρώπων που γεμίζουν απρόβλεπτα τις πλατείες; Τι τους κάνει να επαναφευρίσκουν κοινούς τόπους, τόπους του κοινού; Σίγουρα όχι απλά τα κοινά συμφέροντα. Δεν συγκροτείται πια εύκολα ο τόπος του κοινού συμφέροντος. Και δεν αρκεί κάποιοι να τον εφεύρουν προσπαθώντας να πείσουν κάποιους άλλους.

Δεν είναι το συμφέρον προς το παρόν η κολλητική ουσία που συνέχει αυτές τις προσωρινές κοινότητες, που σημαδεύει τους κοινούς τόπους. Ίσως είναι μια αίσθηση κοινή που μπορεί και μετατρέπεται σε εκρηκτική κραυγή. Το «κλέφτες» της πλατείας Συντάγματος τα λέει όλα: είναι μια έκρηξη καταγγελίας που αφαιρεί την πολιτική νομιμοποίηση από την κυβέρνηση. Και ίσως αυτό διαπερνά ως χαρακτηριστικό όλες τις πλατείες. Τις πλατείες της Ευρώπης, τις πλατείες του αραβικού κόσμου, τις πλατείες της Λατινικής Αμερικής. Το συνεκτικό στοιχείο είναι η κρίση εμπιστοσύνης προς τις αρχές. Ο καθένας και η καθεμιά έχει να προσκομίσει την προσωπική του ζωή και τις απογοητεύσεις της για να στηρίξει με το δικό του τρόπο τούτη την κρίση εμπιστοσύνης. Όλοι όμως δεν πιστεύουν τους αποπάνω. Και τούτη η συμβολική αποκαθήλωση των αποπάνω συμβαίνει με τρόπο σχεδόν καρναβαλικό, επινοητικό, μαγικό (με τις δέσμες των ατομικών λέϊζερ να σημαδεύουν τη Βουλή σε μια σύγχρονη εκδοχή βουντού).

Τέτοια συμβολική αποκαθήλωση της εξουσίας εξέφρασαν οι μυριάδες ασυντόνιστες, επινοητικές και απρόβλεπτες δράσεις του Δεκέμβρη. Οι νέοι τότε, αλλά και όσοι αναγνώρισαν στο Δεκέμβρη μια έκρηξη που χωρούσε τη δική τους δυσαρέσκεια, δεν ζητούσαν μόνο δικαιοσύνη: ονομάτιζαν την αδικία ως βασικό γνώρισμα της κοινωνίας που τους καταστρέφει τη ζωή και τα όνειρα. Τούτη η βαθιά αίσθηση αδικίας συνέχει και τον κόσμο της πλατείας. Αλλιώς διατυπωμένη, αλλιώς συνδεδεμένη με τις εμπειρίες και όνειρα του καθένα και της καθεμιάς αλλά σίγουρα σημαδεμένη από μια βαθιά αίσθηση καταστροφής του μέλλοντος. Και τι να κάνει η αριστερά και γενικότερα οι δυνάμεις που ορίζονται ως «απέναντι» στο κυρίαρχο καθεστώς σήμερα; Πώς η συγκολλητική ουσία των σύγχρονων μορφών συνάντησης και συλλογικής αγανάκτησης μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικό πρόγραμμα; Πρέπει; Μέρος του προβλήματος και όχι αυταπόδεικτα μέρος της λύσης του είναι όσοι ως τώρα αντιλαμβάνονται τις αντιδράσεις της κοινωνίας στην βιαιότητα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού ως απολύτως ανεπαρκείς, τυφλές ή και άμεσα ενσωματώσιμες.

Κάποιοι παρόλα αυτά αμέσως βρήκαν το ρόλο τους: Το πλήθος χρειάζεται να μάθει, να καταλάβει και να ακολουθήσει. Ο σωτηριολογικός λόγος του ΚΚΕ και ο κατηχητικός λόγος κάποιων ομάδων του αριστερίστικου και του αναρχικού χώρου αντιμετωπίζει τον κόσμο ως άμορφη μάζα που πρέπει να της δώσει χαρακτηριστικά. Μια πρώτη ύλη που πρέπει εκείνοι που ξέρουν να την πλάσουν. Από την άλλη, εκείνοι που υπερασπίζονται με κάθε τρόπο τους θεσμούς και τρομάζουν μπροστά στη βλάσφημη διάθεση του κόσμου, πασχίζουν να ανασυστήσουν την εμπιστοσύνη σε μια «δημοκρατία» που, υποτίθεται, δεν γνωρίζει αδιέξοδα. Υπάρχουν όμως και πολλοί και πολλές που αναγνωρίζουν στον κόσμο των πλατειών ένα δίκτυο ατόμων και πρωτοβουλιών που τους δίνει τόπο.

Η προέλευση κάποιων απ αυτούς από κινηματικές πρωτοβουλίες και πρακτικές δεν αποτέλεσε τεκμήριο υπεροχής ή διεκπεραιωτικών δεξιοτήτων, απλά έδινε το δικό τους στίγμα σε συναντήσεις που συνεχίζουν να γονιμοποιούν οσμώσεις. Οσμώσεις αξιών, εμπειριών, ονείρων. Να υπερβούμε τους διαχωρισμούς, καλώντας τους υπόλοιπους σε ένα όραμα ενότητας; Πόσες φορές η αριστερά δεν έδωσε στον εαυτό της τον ηγεμονικό ρόλο που συνθέτει και ιεραρχεί τις μυριάδες πρακτικές αντίστασης, αμφισβήτησης, ανυπακοής ή δυσαρέσκειας; Ίσως χρειάζεται περισσότερο από ποτέ η αριστερά και γενικά το αντικαπιταλιστικό κίνημα να ακούσει. Και να ομολογήσει πως η κοινωνία δεν αντιδρά όπως την φαντάζεται. Ζει όμως η κοινωνία και ΚΙΝΕΙΤΑΙ.

Σήμερα εκείνο που αναδεικνύεται σε τούτες τις πρακτικές είναι η ανασύσταση των κοινωνικών χώρων. Η ανασύσταση του δημόσιου χώρου ως χώρου συναντήσεων και οσμώσεων. Η ανασύσταση του κοινού χώρου από τα κάτω με όλες τις αντιφάσεις και τις ιδιαιτερότητες που σήμερα διαπερνούν το κοινό. Αν στις συνελεύσεις του Συντάγματος αλλά και στις διαδικασίες που κινητοποίησαν τις μεγάλες διαμαρτυρίες στις άλλες πλατείες του κόσμου και της χώρας κάτι γεννιέται είναι τούτος ο χώρος του κοινού που αθροίζει τις μικρές και μεγάλες σκέψεις, τα μικρά και μεγάλα όνειρα ανθρώπων που αντιδρούν έμπρακτα στην εξοντωτική «εξατομίκευση των πεπρωμένων» τους. Αυτούς του νέους χώρους του κοινού πρέπει να προστατέψουμε, τα εξισωτικά χαρακτηριστικά τους όπου βλασταίνουν να υπερασπίσουμε, τα δίκτυα των διεσπαρμένων μικρο-κοινοτήτων που συναντήθηκαν στις πλατείες να ενισχύσουμε.

Έτσι ίσως μόνο βρεθούν οι τρόποι οι διαφορετικοί κοινωνικοί χώροι να αποκτήσουν τη δύναμη και τη συλλογική αυτοπεποίθηση για να υπερασπίσουν τα δικαιώματά τους. Όσο για τα αιτήματα, πέρα από το γενικευμένο «να φύγουν» τα υπόλοιπα ας είναι μέρος μιας πολύβουης απαίτησης για δικαιοσύνη και ζωή. Ο δρόμος προς τη συλλογική χειραφέτηση φτιάχνεται καθώς τον βαδίζουμε όλοι μαζί. Και οι μικρές πολύτιμες στροφές ενός τέτοιου δρόμου σημαδεύονται από σκηνές σαν και τούτη: μια μακριά αλυσίδα ανθρώπων κάθε είδους μεταφέρει χέρι-χέρι μπουκαλάκια νερό για να ξεπλυθεί η πλατεία από τα δακρυγόνα που έριξαν οι βάρβαροι… Οι πλατείες είναι τέτοιες αλυσίδες ανθρώπων.

Στάυρος Σταυρίδης

16 Ιουνίου 2011

‘Ενα κλικ εδώ για να κατεβάσεις το άρθρο