Jul 022012
 

Πηγή: Η Εποχή

Και η απάντηση στη βία;

της Βασιλικής Κατριβάνου

«Υπάλληλος εταιρείας ασφαλείας στο Ρέντη διαμαρτυρήθηκε για τις ακαθαρσίες του σκύλου τους και τον σκότωσαν (Έλληνες και οι δύο δράστες) έπειτα από λογομαχία».

Άλλο περιστατικό: «Το θύμα είναι δημοτικός υπάλληλος, πατέρας τριών παιδιών. Όταν πήγε στο κατάστημα ενός κατοίκου της περιοχής, ζήτησε από τον δράστη να επιλύσουν τις διαφορές που είχαν για τα κτήματά τους. Τότε αυτός, χωρίς να διστάσει, έβγαλε το όπλο του και τον πυροβόλησε, σκοτώνοντάς τον ακαριαία».

Δύο από τα πάμπολλα κρούσματα βίας, μέσα από δημοσιεύματα του Τύπου, σε απλές καθημερινές συνδιαλλαγές. Όλο το τελευταίο διάστημα, άλλωστε, βιώνουμε τη βία την οποία ενέχουν τα μέτρα του μνημονίου, που οδηγούν ανθρώπους ως την αυτοκτονία, καθώς και τη βία της κρατικής καταστολής. Είμαστε μάρτυρες της βίας που ασκεί το κράτος στους μετανάστες (βίας άμεσης, αλλά και έμμεσης, με την παντελή σχεδόν έλλειψη μέριμνας και υποστηρικτικής μεταναστευτικής πολιτικής) και συγχρόνως της βίας των χρυσαυγιτών στις γειτονιές, απέναντι σε μετανάστες αλλά και ντόπιους. Βιώνουμε τη βία σε επίπεδο συστημικό και την αναπαράγουμε στις διαπροσωπικές, καθημερινές μας σχέσεις.

H βία στις καθημερινές σχέσεις μας, όπως έχει δείξει σειρά ερευνών, κρύβει στο βάθος κυρίως αίσθημα απόγνωσης, θυμού και αδιεξόδου· κρύβει απελπισία. Δεν βρίσκεις το δίκιο σου, νιώθεις θύμα μιας κατάστασης που δεν ελέγχεις, που σε κάνει να νιώθεις αδύναμος.

Έτσι, η βία φέρνει βία, όχι μόνο γιατί αναπαράγει έναν κύκλο εκδίκησης και μίσους, αλλά και γιατί καλλιεργεί μια κουλτούρα τσαμπουκά, αυτοδικίας και απανθρωπιάς στις σχέσεις μας, μια στάση απάθειας και εθισμού.

Αναγκαία η δημιουργία αίσθησης κοινότητας

Πολύ επιγραμματικά, θεωρώ ότι η απάντηση μπορεί να προκύψει κυρίως μέσα από την καλλιέργεια της αλληλεγγύης, από τη δημιουργία μιας αίσθησης κοινότητας. Σκέφτομαι, για παράδειγμα, μια γειτονιά που εκφοβίζεται από χρυσαυγίτες. Η λύση δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, να δημιουργηθεί, απέξω, ένας «κινηματικός» στρατός κρούσης ταχείας επεμβάσεως. Χωρίς να παραβλέπουμε το κομβικό ζήτημα της στάσης της αστυνομίας, τη λύση πρέπει να την αναζητήσουμε στην κατεύθυνση να αναπτύξει αυτή η κοινότητα δομές αλληλεγγύης, που θα δίνουν στους ανθρώπους δύναμη και ελπίδα στα καθημερινά τους προβλήματα, αλλά και τη δύναμη να αντισταθούν στη βία των φασιστών. Αυτό το αίσθημα κοινωνικής αλληλεγγύης και στήριξης μπορεί να αναπτυχθεί και με πρακτικές πρωτοβουλίες, όπως η λειτουργία συσσιτίων και κοινωνικών ιατρείων, με κινήσεις αλληλεγγύης ενάντια στη διακοπή του ρεύματος στα σπίτια που δεν μπορούν να πληρώσουν. Η κοινότητα που δημιουργεί τέτοιες δομές έχει αναπτύξει τη συντροφικότητα και τις σχέσεις, και είναι έτοιμη να εναντιωθεί σε βίαιες επιθέσεις και στο αίσθημα μισαλλοδοξίας.

Στην ίδια λογική, στα σχολεία, η βία αντιμετωπίζεται όταν τα παιδιά μπορούν να νιώσουν ελπίδα για το μέλλον τους, να αναπτύξουν υποστηρικτικές σχέσεις μεταξύ τους και με τους καθηγητές τους, να μάθουν την αξία και τον πλούτο της διαφορετικότητας.

Η βία αντιμετωπίζεται ουσιαστικά όταν οι άνθρωποι αποφασίσουν να δράσουν συλλογικά και αλληλέγγυα, να μοιραστούν τους φόβους, την ανησυχία ακόμα και την απόγνωσή τους, αλλά και τις ανάγκες και τα οράματά τους. Έτσι μπορούν να ανακτήσουν τη δύναμη και την ελπίδα τους στην καθημερινότητά τους, στο εδώ και τώρα. Πιστεύω, λόγου χάρη, ότι το κίνημα των πλατειών ενέπνευσε γιατί είχε μια διαφορετική πρόταση, πρακτική και όραμα για τις διαδικασίες και τις σχέσεις, δημιουργώντας μια προοπτική που υπερέβαινε τους όρους της κλασική σύγκρουσης στους δρόμους.

Συνοψίζοντας, θα έλεγα ότι η αντιμετώπιση της βίας είναι μια διαδικασία κτισίματος σχέσεων, είναι δουλειά υποδομής.

* Η Βασιλική Κατριβάνου είναι ψυχοθεραπεύτρια, εκπαιδεύτρια στην επίλυση συγκρούσεων, βουλευτίνα του ΣΥΡΙΖΑ.