Jun 142012
 

Πηγή: www.1againstracism.gr

Γράμμα σε ένα ρατσιστή

της Ασπασίας Παπαδοπούλου*

Δεν έχεις δικαιολογία, φίλε. Εσυ που έχεις το σουγιά στη κωλότσεπη, που αγριοφωνάζεις σε ένα περαστικό (ελαφρώς) πιο μαυρισμένο απο σένα και του κάνεις το νταή – δε σε πείραξε εκείνη τη στιγμή, αλλά εσύ κάνεις το κομμάτι σου γιατι σου φταίει η κοινωνία. Δεν εχεις δικαιολογία για το ρατσισμό σου. Όυτε όταν αποφαίνεσαι με ύφος ΄αυτό το επιχείρημα δε σηκώνει αντίρρηση΄ πως το κακό έχει παραγίνει, πρέπει να αδειάσει το κέντρο, να τους βάλουν σε στρατόπεδα ή να τους διώξουν. Δεν εξηγείς, δε δικαιώνεις το κτήνος μέσα σου. Όυτε κι αν είσαι ήπιων τόνων και δε ξεσπάς, ε δεν είσαι ακροδεξιός εσύ, αλλά κατά βάθος (και δε το λες σε κανέναν) σου τη δίνουν οι ξένοι και ονειρεύεσαι μαζικές απελάσεις, μια μέρα να ξυπνήσεις από το όνειρο και να περπατάς στην Ερμού του 1960, σα να μην ήρθανε ποτέ. Και σε ενοχλούν, εκτός ίσως απο τη γυναίκα που φροντίζει τη μάνα σου, γιατι τη χρειάζεσαι, και εκείνο το τύπο που έρχεται και σου σκαλίζει το χωράφι, καλό παιδί είναι μωρέ. Αλλά οι ξένοι σε ενοχλούν, έτσι γενικά και πατριωτικά. Και αρέσκεσαι σε κουβέντες για το μεταναστευτικό, οτι το κράτος δε κάνει τίποτα, ο κόσμος φωνάζει, η οργή φουντώνει και όλοι μαζί αγκαλιάζετε τον ίδιο φόβο που σας τυλίγει ζεστά σα φίδι.

Δε θες να κάνεις το καλό Σαμαρείτη, έχεις λες δικά σου προβλήματα. Δε σε αγγίζουν τα κυρήγματα περι ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Φαντάζομαι δε σε ενδιαφέρει πόσες εκρήξεις έχει στη Καμπούλ, και το Ντανταάμπ δε ξέρεις που πέφτει. Γελάς με τα περί ισότητας, διαφορετικότητας, ένταξης, είναι φολκλόρ εναλλακτικά. Σε όλα αυτά αντιπαραθέτεις το έγκλημα, είναι το υπέρ-επιχείρημα, σημαία στο ρατσισμό. Λες και όλοι οι ομοεθνείς μας εγκληματίες εξαφανίστηκαν απο προσώπου γης ή ξεπλύθηκαν στον Ιορδάνη – αλλά όχι, ο αλλοδαπός ειναι αλλιώς.

Δε θα σου πω οτι δεν υπάρχει πρόβλημα. Υπάρχει, και είναι τεράστιο. Και κατά πολύ, δε φταις εσύ που δημιουργήθηκε το πρόβλημα. Φταίνε όλες οι κυβερνήσεις, η μια μετά την άλλη, που πάνω από δεκαπέντε χρόνια αντιμετωπίζουν το θέμα της μετανάστευσης και του ασύλου σαν υποσημείωση. Τόσα χρόνια το μεταναστευτικό αφορούσε ανθρωπολόγους, κοινωνιολόγους και λίγους επαγγελματίες, έβγαινε που και που στις εφημερίδες, αλλά μόνο αν ρωτούσες ένα κοινωνικό λειτουργό η δικηγόρο αντιλαμβανόσουν το μέγεθος του προβλήματος. Ένας πληθυσμός αόρατος, να ζει σε συνθήκες άθλιες. Ντόπιοι εξοργισμένοι. Δεν ήταν προτεραιότητα του κράτους μια νομοθεσία με συνολική θεώρηση και μακροπρόθεσμους στόχους. Η στάση του κράτους ήταν η λούφα. Νομιμοποιήσεις κουτσές, και φτου κι απ την αρχή. Χορήγηση ασύλου στην Ελλάδα μηδέν, γιατι σιγά μη θέλουν να μείνουν εδώ. Ένταξη, ποιά ένταξη; Ιθαγένεια κόκκινη γραμμή. Και γενικά έφταιγε η Ευρώπη που δε βοηθούσε, καθώς και το όντως άδικο Δουβλίνο ΙΙ, το κλειδί για τη λύση του προβλήματος (και εδώ έκλεινε η συζήτηση). Το οτι αυτή η περιφερειακή χώρα έχει και υποχρεώσεις να παρέχει προστασία ήταν ψιλά γράμματα.

Τα τελευταία χρόνια αυξήθηκαν οι μεταναστευτικές ροές, οξύνθηκαν τα προβλήματα και εντάθηκαν οι πιέσεις να ξεκουνηθεί η χώρα να κάνει κάτι. Διατέθηκαν από την ΕΕ πάρα πολλά χρήματα για πάσεις φύσεως δράσεις. Αλλά και αυτά δεν αξιοποιούνται επαρκώς, γιατί οι δομές της δημόσιας διοίκησης είναι λειψές και μεσαιωνικές, και το κράτος χάνει το μπούσουλα στην εφαρμογή. Τα προβλήματα εγιναν δράματα και οι δύσκολες γειτονιές πεδίο μάχης, και στην Ελλάδα της κρίσης, οι εξοργισμένοι πολίτες που ψάχνουν απαντήσεις βρήκαν το φόβο-αποδιοπομπαίο τους τράγο. Δύο τρία σόου καταστολής, και στη κρίσιμη πολιτική στιγμή το πρόβλημα εκτοξεύθηκε στα άκρα, σε ένα δίπολο ρατσισμού/ αντιεξουσιασμού. Παίζοντας με τα συναισθήματα, ο ρατσιστικός λόγος απλώνει επιθετικά τα πλοκάμια του από τα άκρα προς το ευρύ κοινό για να τσιμπήσει το μέσο Έλληνα. Αντίθετα, ο αντιρατσιστικός λόγος αναπαύεται στη θαλπωρή των λίγων, οργισμένων πιστών του. Αντί να είναι η κοινή λογική και ο κυρίαρχος ψύχραιμος λόγος. Γιατί το να διώκεις κάποιον λόγω διαφορετικής εθνικότητας ισοδυναμεί με το να διώκεις κάποιον γιατί έχει άλλο φύλο, ή οποιαδήποτε άλλη διαφορά με εσένα. Δε χτυπάς έναν ανήλικο Αφγανό όπως δε χτυπάς μια ανάπηρη γυναίκα. Απλά.

Οπότε ναι μεν δε φταίς εσύ, φίλε, που δεν υπήρξε πολιτική για το μεταναστευτικό, αλλα αυτό δεν είναι η δικαιολογία να είσαι κτήνος.

Θέλω να ξέρω: αν το κράτος αύριο, δια μαγικής ράβδου, εφαρμόσει μια πολιτική που θα εντείνει τη συνοριοφύλαξη, αλλά όχι μόνο, αν δηλαδή καταγράψει τους παράτυπους μετανάστες και διευθετήσει τη νόμιμη τους υπόσταση, αν εκκαθαρίσει όλες τις χιλιάδες εκκρεμείς αιτήσεις ασύλου και χορηγήσει προστασία όπου πρεπει, αν αυτούς που δε γίνεται να μείνουν τους βοηθήσει να επιστρέψουν οικειοθελώς – τότε, εσύ θα έχεις ακόμα πρόβλημα με τους μετανάστες; Aν φτιάξει κέντρα πρώτης υποδοχής στις συνοριακές περιοχές όπου θα γίνεται καταγραφή και ταυτοποίηση, αν φτιάξει δομές φιλοξενίας για ευάλωτες ομάδες, αν δεν θέτει παιδιά υπο κράτηση και αν γενικότερα η κράτηση γίνεται κατ εξαίρεσιν και στις σωστές συνθήκες – τότε, εσύ θα έχεις ακόμα πρόβλημα με τους μετανάστες;

Δηλαδή, σε πειράζει η σχολική τάξη των δέκα εθνικοτήτων; Οτι η υπάλληλος στο ταχυδρομείο ίσως έχει όνομα πιο εξωτικό παρα Πελοποννησιακό; Μη μου λες για πατρίδα, δεν έχεις εσύ το μονοπώλιο της αγάπης για τη χώρα. Την αγαπάω και εγώ και όλοι μας, και τη παρακαταθήκη της παιδείας και της ιστορίας της την έχουμε μέσα μας πυξίδα. Μη μου λες για κρίση, θα βγούμε απο το τούνελ ζωντανοί, πιο άνθρωποι, όχι ανθρωποφάγοι.

Κοίτα μόνο, φίλε, μήπως το παιδί σου αύριο ντρέπεται για τις απόψεις σου.

* Η Ασπασία Παπαδοπούλου έχει διδακτορικό δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης σε θέματα μετανάστευσης και ασύλου, και έχει εργαστεί με διεθνείς οργανισμούς και ΜΚΟ στο Βέλγιο, την Ελβετία, την Ελλάδα, και τη Βόρειο Αφρική. Αυτό το καιρό εργάζεται στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες (ΕCRE).