Aug 312011
 

Πηγή: psi-action

Η κυβέρνηση δείχνει το “νέο” δρόμο για την ψυχική υγεία

Μετά την απόφαση για την παρακράτηση των συντάξεων των ψυχικά πασχόντων, περικόπτεται στο μισό η επιχορήγηση των Μονάδων Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης !

Σύμφωνα με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, μειώνεται κατά 45 % (!) ο ετήσιος προϋπολογισμός των Μονάδων Ψυχικής Υγείας και Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης που λειτουργούν φορείς μη-κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Οι συγκεκριμένοι φορείς λειτουργούν, σε όλη τη χώρα, 210 Μονάδες (οικοτροφεία, ξενώνες, προστατευμένα διαμερίσματα, κινητές μονάδες, κέντρα ημέρας και άλλα εξειδικευμένα κέντρα), στις οποίες φιλοξενούνται περίπου 1.500 άνθρωποι με ψυχοκοινωνικά προβλήματα και παρέχονται ετησίως υπηρεσίες σε περισσότερους από 35.000.

Με βάση τον αρχικό προϋπολογισμό, οι παραπάνω Μονάδες έχουν ήδη δαπανήσει τα χρήματα που αντιστοιχούσαν στο πρώτο εξάμηνο του έτους και τώρα καλούνται να καλύψουν τα έξοδα λειτουργίας για το υπόλοιπο έτος …χωρίς χρήματα !

Το Δίκτυο “Αργώς” αναφέρει ότι

η περικοπή αυτή συνεπάγεται το κλείσιμο όλων των Μονάδων αφού για το υπόλοιπο του έτους οι φορείς θα λάβουν αντί για 37 εκ. ευρώ μόνο 90 χιλιάδες ευρώ.

Η πρώτη αντίδραση των φορέων είναι η οργάνωση συγκέντρωσης διαμαρτυρίας την Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011 και ώρα 10.00 έξω από το Υπουργείο Υγείας.

Aug 312011
 

Πηγή: Project Syndicate

The Economics of Happiness

Jeffrey D. Sachs

We live in a time of high anxiety. Despite the world’s unprecedented total wealth, there is vast insecurity, unrest, and dissatisfaction. In the United States, a large majority of Americans believe that the country is “on the wrong track.” Pessimism has soared. The same is true in many other places.

Against this backdrop, the time has come to reconsider the basic sources of happiness in our economic life. The relentless pursuit of higher income is leading to unprecedented inequality and anxiety, rather than to greater happiness and life satisfaction. Economic progress is important and can greatly improve the quality of life, but only if it is pursued in line with other goals.

In this respect, the Himalayan Kingdom of Bhutan has been leading the way. Forty years ago, Bhutan’s fourth king, young and newly installed, made a remarkable choice: Bhutan should pursue “gross national happiness” rather than gross national product. Since then, the country has been experimenting with an alternative, holistic approach to development that emphasizes not only economic growth, but also culture, mental health, compassion, and community.

Dozens of experts recently gathered in Bhutan’s capital, Thimphu, to take stock of the country’s record. I was co-host with Bhutan’s prime minister, Jigme Thinley, a leader in sustainable development and a great champion of the concept of “GNH.” We assembled in the wake of a declaration in July by the United Nations General Assembly calling on countries to examine how national policies can promote happiness in their societies.

All who gathered in Thimphu agreed on the importance of pursuing happiness rather than pursuing national income. The question we examined is how to achieve happiness in a world that is characterized by rapid urbanization, mass media, global capitalism, and environmental degradation. How can our economic life be re-ordered to recreate a sense of community, trust, and environmental sustainability?

Here are some of the initial conclusions. First, we should not denigrate the value of economic progress. When people are hungry, deprived of basic needs such as clean water, health care, and education, and without meaningful employment, they suffer. Economic development that alleviates poverty is a vital step in boosting happiness.

Second, relentless pursuit of GNP to the exclusion of other goals is also no path to happiness. In the US, GNP has risen sharply in the past 40 years, but happiness has not. Instead, single-minded pursuit of GNP has led to great inequalities of wealth and power, fueled the growth of a vast underclass, trapped millions of children in poverty, and caused serious environmental degradation.

Third, happiness is achieved through a balanced approach to life by both individuals and societies. As individuals, we are unhappy if we are denied our basic material needs, but we are also unhappy if the pursuit of higher incomes replaces our focus on family, friends, community, compassion, and maintaining internal balance. As a society, it is one thing to organize economic policies to keep living standards on the rise, but quite another to subordinate all of society’s values to the pursuit of profit.

Yet politics in the US has increasingly allowed corporate profits to dominate all other aspirations: fairness, justice, trust, physical and mental health, and environmental sustainability. Corporate campaign contributions increasingly undermine the democratic process, with the blessing of the US Supreme Court.

Fourth, global capitalism presents many direct threats to happiness. It is destroying the natural environment through climate change and other kinds of pollution, while a relentless stream of oil-industry propaganda keeps many people ignorant of this. It is weakening social trust and mental stability, with the prevalence of clinical depression apparently on the rise. The mass media have become outlets for corporate “messaging,” much of it overtly anti-scientific, and Americans suffer from an increasing range of consumer addictions.

Consider how the fast-food industry uses oils, fats, sugar, and other addictive ingredients to create unhealthy dependency on foods that contribute to obesity. One-third of all Americans are now obese. The rest of the world will eventually follow unless countries restrict dangerous corporate practices, including advertising unhealthy and addictive foods to young children.

The problem is not just foods. Mass advertising is contributing to many other consumer addictions that imply large public-health costs, including excessive TV watching, gambling, drug use, cigarette smoking, and alcoholism.

Fifth, to promote happiness, we must identify the many factors other than GNP that can raise or lower society’s well-being. Most countries invest to measure GNP, but spend little to identify the sources of poor health (like fast foods and excessive TV watching), declining social trust, and environmental degradation. Once we understand these factors, we can act.

The mad pursuit of corporate profits is threatening us all. To be sure, we should support economic growth and development, but only in a broader context: one that promotes environmental sustainability and the values of compassion and honesty that are required for social trust. The search for happiness should not be confined to the beautiful mountain kingdom of Bhutan.

Jeffrey D. Sachs is Professor of Economics and Director of the Earth Institute at Columbia University. He is also Special Adviser to United Nations Secretary-General on the Millennium Development Goals.

 

Aug 282011
 

Με μεγάλη χαρά ανακοινώνουμε την έναρξη της ευρύτερης εφαρμογής του νέου προγράμματος επιμόρφωσης εκπαιδευτικών που σχεδιάσαμε, βασισμένοι στο εγχειρίδιο των Lukas Hohler και Joe Goodbread.

Σκοπός του προγράμματος είναι η ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών, μέσα από μια βαθύτερη κατανόηση του ρόλου τους μέσα στο σχολικό σύστημα, και την ανάπτυξη δεξιοτήτων επικοινωνίας και ηγεσίας. Η προσωπική δουλειά του καθενός και της καθεμιάς μας δεν αρκεί για να γίνουν οι απαραίτητες αλλαγές στην εκπαίδευση. Οι αλλαγές που απαιτούνται είναι πολιτικές, εκπαιδευτικές, οικονομικές και κοινωνικές. Η προσωπική δουλειά, δεν είναι, παρά το πρώτο βήμα.

Το πρόγραμμα εφαρμόζεται με ομάδες εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ξεκινά με ένα εισαγωγικό σεμινάριο, και συνεχίζεται με δουλειά στην ολομέλεια και δουλειά σε μικρές ομάδες ομότιμων (peer groups), αξιοποιώντας το εγχειρίδιο ‘Ενδυνάμωση Εκπαιδευτικών’ των Lukas Hohler και Joe Goodbread. Οι συναντήσεις της ολομέλειας γίνονται με τη στήριξη εκπαιδευτών / συντονιστών. Το πρόγραμμα ολοκληρώνεται περίπου οκτώ μήνες μετά το εισαγωγικό σεμινάριο, με μια μέρα ενσωμάτωσης και αξιολόγησης.

Το πρόγραμμα επιμόρφωσης βασίζεται στην επιθυμία μας να συμβάλλουμε στη στήριξη των εκπαιδευτικών και στην ενδυνάμωση του ρόλου τους. Σαν μεθοδολογικό πλαίσιο αξιοποιούμε το Process Work (Ψυχολογία με Προσανατολισμό στη Διεργασία). Το πρόγραμμα παρέχει τεχνικές και πρακτικές ασκήσεις που ενδυναμώνουν τους εκπαιδευτικούς να ανταπεξέρχονται στις εντάσεις και τις απαιτήσεις που αντιμετωπίζουν καθημερινά στο σχολείο. Η αξιολόγηση του προγράμματος από εκπαιδευτικούς έχει δείξει ότι συμβάλλει στο να αποκτήσουν νέες οπτικές στο επάγγελμα τους και στις καθημερινές τους προκλήσεις.

Δομή του προγράμματος

  • Το πρόγραμμα ξεκινά με ένα εισαγωγικό σεμινάριο διάρκειας πέντε ωρών.
  • Οι συμμετέχοντες λαμβάνουν το εγχειρίδιο και οδηγίες για τη χρήση του.
  • Οι συντονιστές του προγράμματος συναντούνται με τους εκπαιδευτικούς στη διάρκεια των επόμενων μηνών για 3 τετράωρες συναντήσεις της ολομέλειας.
  • Στην πρώτη συνάντηση της ολομέλειας σχηματίζονται μικρές ομάδες των τεσσάρων ατόμων που συναντιούνται σε δικό τους χώρο και χρόνο ανάμεσα στις συναντήσεις της ολομέλειας.
  • Η τελευταία συνάντηση είναι συνάντηση ενσωμάτωσης και αξιολόγησης

Περιγραφή του εγχειριδίου

Το πρόγραμμα καλύπτει τέσσερις βασικές θεματικές ενότητες και εισάγει τους εκπαιδευτικούς βήμα-βήμα στα εργαλεία, τις στρατηγικές και τις ανάλογες εσωτερικές στάσεις που απαιτούνται για την προσέγγιση καταστάσεων που αποτελούν πρόκληση. Το νέο αυτό μονοπάτι ενδυνάμωσης, προϋποθέτει την προσωπική συμμετοχή των εκπαιδευτικών. Η τελευταία είναι ιδιαίτερα σημαντική προκειμένου η συγκεκριμένη μορφή εργασίας να είναι εφικτή. Το εγχειρίδιο που συνοδεύει το πρόγραμμα “Ενδυνάμωση Εκπαιδευτικών” αποτελείται από 11 κεφάλαια.

Στα τρία πρώτα κεφάλαια, οι εκπαιδευτικοί καλούνται να δουν τη δική τους θέση, το δικό τους ρόλο, αποκτώντας συνειδητή πρόσβαση στις πηγές της εσωτερικής τους ισχύος. Ποιο ήταν το αρχικό όραμα που τους παρακίνησε να εργαστούν ως εκπαιδευτικοί; Το να αποκτά κανείς πρόσβαση στα βασικά εσωτερικά κίνητρα, σε ό,τι πηγαίο βρίσκεται μέσα στον καθένα και την καθεμιά, αποτελεί το πρώτο βήμα για τη σταθεροποίησή του εκπαιδευτικού σε μια θέση δύναμης. Είναι πολύ ευκολότερο να κρατήσει έναν ηγετικό ρόλο, όταν ακολουθεί ένα όραμα με ορατή τη σύνδεσή του σε αυτό που τον κινητοποιεί βαθύτερα.

Τα κεφάλαια 4 μέχρι 6 αφορούν τις προκλήσεις που θέτει η επικοινωνία μεταξύ ανθρώπων, καθώς η τελευταία έχει σταδιακά μετατραπεί σε μια από τις πιο δύσκολες, αλλά και πιο χρονοβόρες πλευρές της εργασίας ενός εκπαιδευτικού.

Τα κεφάλαια 7 μέχρι 9 εξετάζουν το πως λειτουργεί ο εκπαιδευτικός μέσα στην τάξη. Πως καθοδηγεί κανείς ομάδες; Τι μπορεί να περιμένει κανείς από τις ομάδες και πως μπορεί να τις υποστηρίξει και να τις ενθαρρύνει;

Στα δύο τελευταία κεφάλαια τίθενται σε εφαρμογή τα εργαλεία, οι μέθοδοι και οι στρατηγικές που ανατπύχθηκαν κατά τα πρώτα 9 κεφάλαια και αφορούν την εργασία πέρα από το πλαίσιο της τάξης. Το τέταρτο μέρος του εγχειριδίου, για τις Ομάδες Συνεργασίας και τους Οργανισμούς, γράφτηκε προκειμένου να διευκολύνει τη γενικότερη εργασία των εκπαιδευτικών με ομάδες, εντός των διαφόρων οργανισμών. Απαντά στο ερώτημα για το πώς παραμένει κανείς δημιουργικός, διαφυλάσσοντας την εσωτερική του δύναμη σε παρόμοια πεδία εργασίας.

Ένα κλικ εδώ για το ενημερωτικό φυλλάδιο του προγράμματος…

Ένα κλικ εδώ για το site tου προγράμματος…

Aug 272011
 

Πηγή: Καθημερινή

Μιχάλης Δερτούζος: Ο οραματιστής του Διαδικτύου

Δέκα χρόνια μετά το θάνατό του, η σκέψη του Μιχάλη Δερτούζου είναι πιο επίκαιρη από ποτέ.

του Τάσου Οικονόμου

Στις 27 Αυγούστου 2001 η καρδιά του Μιχάλη Δερτούζου σταμάτησε να χτυπά στο Γενικό Νοσοκομείο της Μασσαχουσέτης, στην πόλη όπου και δίδαξε, μεγαλούργησε και συνέβαλλε στη δημιουργία του Παγκόσμιου Ιστού. Τα χρόνια πέρασαν, η ψηφιακή τεχνολογία αναπτύχθηκε με καταιγιστικούς ρυθμούς, εκείνος, όμως, παρέμεινε επίκαιρος. Το όραμα του Δερτούζου για ένα Διαδίκτυο με ανθρώπινο πρόσωπο, σχεδόν ταυτίζεται με αυτό που αποκαλείται web 2.0, ή αλλιώς με την εξάπλωση των κοινωνικών δικτύων. Παράλληλα, οι ψηφιακές «προφητείες» του δεν περιορίζονται μόνο σε αυτό το κομμάτι. Η θέση του για μία τεχνολογία στην υπηρεσία του ανθρώπου και όχι το αντίστροφο, σχετίζεται άμεσα με το επόμενο βήμα της ανάπτυξης του Διαδικτύου, το σημασιολογικό ιστό και την «έξυπνη» αναζήτηση. Για κάποιους, μία έκφανση του Web 3.0. Επίσης, αυτό που κατέγραψε ο Μιχάλης Δερτούζος ως ανθρωποκεντρική χρήση των υπολογιστών είναι βασικός άξονας ανάπτυξης της βιομηχανίας των υπολογιστών. Άλλωστε, τι άλλο σηματοδοτεί η έλευση των tablets παρά την ευκολότερη διεπαφή ανθρώπου και υπολογιστή; Ο φίλος και κουμπάρος του, ο καθηγητής Γιώργος Μητακίδης, σημαίνων στέλεχος της Ε.Ε. σε ζητήματα πληροφορίκης και τεχνολογίας και συμμέτοχος στη δημιουργία του WWW Consortium, αναφέρει: «Ένα κομμάτι από του έργο του που ποτέ δεν έχασε την ισχύ του είναι η καθαρά επιστημονική του συμβολή. Πολλοί τονίζουν για το Μιχάλη ότι προέβλεψε πολλά πράγματα από αυτά που βλέπουμε σήμερα να συμβαίνουν στο Διαδίκτυο, όπως αναφέρει και ο τίτλος του βιβλίου του, «Τι μέλει γενέσθαι». Αυτό κατά κάποιο τρόπο τον αδικεί γιατί ο Μιχάλης συνέβαλε άμεσα στην πραγματοποίηση των οραμάτων του. Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90, η θαυμάσια εφεύρεση του Τιμ Μπέρνερς Λη μπορούσε να μην είχε καταλήξει πουθενά αν ο Δερτούζος δεν είχε πάρει κάποιες πρωτοβουλίες.

»Επίσης, η επικαιρότητα της σκέψης του έγγειται και στο γεγονός ότι είχε μία ανθρωπιστική προσέγγιση για την τεχνολογία που στην εποχή της ήταν καινότομα. Δεν έβλεπε τις τεχνολογίες ξεχωριστά από την ανθρώπινη διάσταση. Ας μην ξεχνάμε ότι στις αρχές της δεκαετίας του 90 και πρωτύτερα, αυτός ο διαχωρισμός ήταν σαφής. Οι άνθρωποι του πνεύματος έβλεπαν τους υπολογιστές σαν κάτι ξένο προς την πνεματική διάσταση. Το web 1.0 ένωσε υπολογιστές και αρχεία. Το Web 2.0 ένωσε ανθρώπους, δημιούργησε ένα δίκτυο άνθρώπων και, πλέον, οδεύουμε για το Web 3.0 όπου μιλάμε για την πραγμάτωση του μεγάλου οράματος, μίας παγκόσμιας βάσης δεδομένων της ανθρωπίνης γνώσης. Το όραμα της παν-εγκυκλοπαίδειας του Ντιντερό όπου θα ήταν καταγεγραμένη όλη η ανθρώπινη γνώση γίνεται μία ζωντανή πραγματικότητα που λειτουργεί με κανόνες της θεωρίας του Χάους. Πίσω από όλα αυτά τα μυαλά και τη γνώση αναδύεται μία αυτοοργάνωση. Αυτό που λένε πολλές φορές κάποιοι συνεργάτες του και έχει αξία σήμερα είναι «τι θα έλεγε για αυτό ο Μιχάλης;» Πώς θα το ανέλυε, με τι διττή του προσέγγιση; Για παράδειγμα, το 1993 οργάνωσε ένα συνέδριο και με κάλεσε να μιλήσω κι εγώ για το πώς θα αντιμετωπίσουμε το δίλλημμα μεταξύ ασφάλειας και ιδιωτικότητας. Οι αρχές ήθελαν να έχουν τη δυνατότητα να σπάζουν οποιαδήποτε κρυπτογράφηση και ο Μιχάλης αναζητούσε τις σωστές ισορροπίες ανάμεσα σε αυτό και την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Τώρα, το πρόβλημα είναι πιο σύνθετο αλλα η προσέγγιση παραμένει».

Tim Berners Lee: Αν δεν υπήρχε ο Μιχάλης, ίσως να μην υπήρχε το World Wide Web

Ο Μιχάλη Δερτούζος έζησε από κοντά όλα τα μεγάλα γεγονότα της εποχής του. Από την ουρά για το συσσίτιο στην κατεχόμενη Αθήνα του ’40, στα σαλέ του Νταβός στην Ελβετία του ’97. Ξενάγησε την ηγεσία του πλανήτη στον δικό του ψηφιακό κόσμο, ο οποίος εκτός από υπολογιστές, διέθετε και ανθρώπινο πρόσωπο. Οραματίστηκε την ηλεκτρονική αγορά της πληροφορίας, πολύ πριν υπάρξει το Διαδίκτυο, στα πρότυπα του γιουσουρούμ στο Μοναστηράκι. Η ιστορία του αρχίζει να εκτυλίσσεται στις 5 Νοεμβρίου 1936. Η ατμόσφαιρα στην Αθήνα μυρίζει «μπαρούτι», όπως και στην Ευρώπη. Σε ένα βρεφοκομείο της πρωτεύουσας, ο Μιχάλης Δερτούζος παίρνει την πρώτη του ανάσα. Η βιρτουόζος πιανίστρια και ο ναύαρχος σύζυγός της θα αγκαλιάσουν την τρυφερή ύπαρξή του, έχοντας τη συγκίνηση ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. Για αυτούς τους δύο ανθρώπους, πολλά χρόνια αργότερα, ο Μιχάλης έκανε 200 ταξίδια στην Ελλάδα, από τη μόνιμη κατοικία του στις ΗΠΑ. Πίστευε ότι το έκανε για να τους δίνει τη δυνατότητα να τον βλέπουν αν και μετά την απώλειά τους, διαπίστωσε ότι «εγώ είχα την ανάγκη να τους επισκέπτομαι».

Στα πρώτα του χρόνια, τα άρματα του πολέμου πηγαινοέρχοταν στους δρόμους της ελληνικής πρωτεύουσας και οι στρατιώτες έπαιρναν τον τραχύ δρόμο για το Μέτωπο. Ο πατέρας του αναγκάστηκε να ανταποκριθεί στο πολεμικό κάλεσμα και να βρίσκεται συνεχώς εν πλω στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο. Ο ναύαρχος κάλεσε το 5χρονο γιο του και του είπε: «Εγώ πρέπει να φύγω. Τώρα εσύ είσαι ο αρχηγός της οικογένειας». Ο μικρός Μιχάλης πήρε το «αρχηγικό του πόστο», γαντζωμένος στο φόρεμα της μητέρας του, περιμένοντας στην ουρά μαζί με τους συμπολίτες του για λίγο ψωμί και ένα πιάτο φαγητό. Η παιδική του ηλικία ήταν γεμάτη από ασπρόμαυρες εικόνες κακουχίας και αποχωρισμού. «Υπήρχε πολύς θάνατος ολόγυρα» είχε πει. «Τα εκρηκτικά είχαν γίνει παιχνίδια για μένα. Θεέ μου! Αναρωτιέμαι πώς κατάφερα να επιβιώσω από εκείνη την περίοδο…».

Παιδικά χρόνια εγκλωβισμένα στα συντρίμμια μίας πόλης, μίας κοινωνίας. Ο μικρός Δερτούζος ήταν ένα από τα παιδιά-φαντάσματα εκείνης της εποχής και αναζήτησε αργότερα, όσα δεν έζησε στην παιδική ηλικία. «Ο Μιχάλης ήταν ένα μικρό παιδί σε σώμα μεγάλου», αναπολεί η δεύτερη σύζυγός του, Κάθριν Λιντέλ Δερτούζου. «Θυμάμαι όταν ήμασταν στην Ελβετία για το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ και στεκόμασταν έξω από ένα μαγαζί που πουλούσε μικρά σκούτερς. Μόλις τα είδε ο Μιχάλης το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ήταν ότι έπρεπε να οδηγήσει ένα αμέσως. Στη μέση του χειμώνα, λοιπόν, μπήκε μέσα στο μαγαζί, αγόρασε ένα σκούτερ και το οδήγησε 10 τετράγωνα, ντυμένος με το παλτό του από κασμίρ και εγώ τον παρακολουθούσα από μία γωνία».

Από την άλλη, η ανικανοποίητη ευφυΐα του εμποτίστηκε με το στοιχείο του ανθρωπισμού. Οραματίστηκε την ηλεκτρονική αγορά των πληροφοριών πολύ πριν υπάρξει ο παγκόσμιος ιστός, όπως ονειρεύτηκε και τον υπολογιστή που υπηρετεί τον άνθρωπο κι όχι το αντίστροφο. «Κάναμε ένα μεγάλο λάθος 300 χρόνια πριν όταν διαχωρίσαμε την τεχνολογία από τον άνθρωπο», είχε πει ο Δερτούζος σε μία συνέντευξή του στο Scientific American. «Είναι καιρός να τα ξαναενώσουμε». Ο Πρόεδρος του MIT, Τσαρλς Βεστ, εξήρε την προσωπικότητα του έλληνα επιστήμονα για αυτό το παιδικό του «κουσούρι». «Ο Μιχάλης ήταν ταυτόχρονα ηγέτης, εργάτης, οραματιστής και ένα τρυφερό ανθρώπινο πλάσμα. Ελάχιστοι είχαν τόσο ξεκάθαρα μέσα τους τις ηθικές και επαγγελματικές αρχές τους. Θα μου λείψει πολύ η φιλία του και οι συμβουλές του».

Η έξοδος του κόσμου από τον πόλεμο και η προσπάθεια για επιστροφή στην ομαλότητα βρίσκει το Μιχάλη στα θρανία του Κολεγίου Αθηνών. Ανόρεχτος στην αρχή, πέρασε τρεις χρονιές με κακούς βαθμούς στα μαθηματικά και στην έκθεση. Χρειάστηκε η παρέμβαση ενός μαθηματικού, ο οποίος χρησιμοποίησε τις τιράντες του Μιχάλη σαν σφεντόνα για να τον εξακοντίσει στον «ουρανό» της γνώσης και της εκπαίδευσης με μία τροχιά που ξεκίνησε από το Κολέγιο Αθηνών και κατέληξε στο MIT. «Ο καθηγητής της Άλγεβρας», διηγούταν ο Μιχάλης, «τράβηξε τις τιράντες μου την ώρα που μου έλεγε επιτακτικά ότι θα έπρεπε να μελετήσω Άλγεβρα και μετά τις άφησε να με κτυπήσουν με δύναμη στο στήθος μου. Από τότε μεταμορφώθηκα από μαθητής του Γ σε μαθητής του Α και άνοιξε ο δρόμος των πιθανών επιτυχιών μπροστά μου». Ήταν τόσο έντονη η επίδραση του κτυπήματος στο νεαρό μαθητή που όχι μόνο του έδωσε ώθηση για να φθάσει στην εκπαιδευτική αφρόκρεμα των ΗΠΑ αλλά τον έκανε να ασχοληθεί ιδιαίτερα και με το ρόλο του καθηγητή στη διαμόρφωση των μαθητών. «Οι δάσκαλοι να μην ξεχνούν ποτέ την επιρροή που έχει η αγάπη στη μόρφωση! Αν ο δάσκαλος αγαπάει το μαθητή, νοιάζεται πραγματικά για αυτόν, τον επιπλήττει αν δεν κάνει το σωστό και του εξηγεί τι πρέπει να κάνει, τότε η εκπαίδευση μπορεί να γίνει απίστευτα διαφορετική».

ΤΟ ΜΙΤ, το Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης με έφεση στην τεχνολογία ήταν ο χώρος μέσα στον οποίο ο Δερτούζος ξεδίπλωσε όλες τις πνευματικές αρετές του. «Προέβλεψε ένα απίστευτο ποσοστό των όσων θα ακολουθούσαν στην επιστήμη των υπολογιστών», θυμάται ο καθηγητής και συνεργάτης του, Χάρολντ Άμπελσον. «Ήταν ο πρώτος που υποστήριξε ότι πρέπει να χρησιμοποιηθούν ευρέως οι υπολογιστές στην εκπαίδευση, όταν στο ΜΙΤ είχαμε όλους κι όλους 10 υπολογιστές. Το 1975, περιέφερε παντού την τρελή ιδέα του ότι κάποια ημέρα οι υπολογιστές θα βρίσκονται στα σπίτια».

Έγινε καθηγητής του Πανεπιστημίου το 1964 και διευθυντής του περίφημου Εργαστηρίου για την Επιστήμη των Υπολογιστών (LCS) το 1974. Με την καθοδήγηση του Δερτούζου, το LCS δημιούργησε, μεταξύ άλλων, τα spreadsheets, το δίκτυο Ethernet, τη λογική της χρονοχρήσης υπολογιστών, την κρυπτογραφία με δημόσιο κλειδί, το γραφικό σύστημα επικοινωνίας με τον υπολογιστή, την ταμπλέτα γραφικών, τα X Windows και σειρά άλλων σημαντικών τεχνολογιών. Για τους αμύητους της επιστήμης των υπολογιστών ίσως αυτά να φαίνονται κινέζικα ιδεογράμματα, αποτέλεσαν, όμως, δομικούς λίθους στην πρόοδο της «ανολοκλήρωτης επανάστασης». Έτσι αντιλαμβανόταν ο Δερτούζος την «έκρηξη» της πληροφορίας και αυτήν την ονομασία χρησιμοποίησε σε ένα από τα 7 βιβλία του.

«Η νέα προσέγγιση έχει αρχίσει να σχηματίζεται στο μυαλό μου εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία», γράφει στο ομότιτλο πόνημά του. «Ξεκίνησε λόγω της απογοήτευσης που αισθανθήκαμε τόσο εγώ όσο και οι άλλοι όταν επιχειρήσαμε επανειλημμένα να χαλιναγωγήσουμε τους υπολογιστές για τις ανάγκες μας και τελικά ανακαλύψαμε ότι εμείς είμαστε εκείνοι που φοράμε το χαλινάρι. Ονόμασα τη νέα προσέγγιση ανθρωποκεντρική χρήση των υπολογιστών για να δώσω έμφαση στο ότι από εδώ και πέρα, τα συστήματα υπολογιστών θα πρέπει να εστιάζουν στις ανάγκες και τις δυνατότητές μας, αντί να μας αναγκάζουν να υποτασσόμαστε στις πολύπλοκες, ακατανόητες και μηχανιστικές τους λεπτομέρειες».

Η ανθρωπιστική έννοια που έδινε ο Δερτούζος στην πληροφορική και γενικότερα στην τεχνολογία και την επιστήμη και η πολιτική διάσταση που είχε το έργο του τον έφεραν συχνά σε δημόσιες θέσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Δούλεψε υπό την προεδρεία του Τζίμι Κάρτερ πάνω στον επανασχεδιασμό των πληροφορικών συστημάτων για το Λευκό Οίκο και αντιπροσώπευε τις ΗΠΑ σε θέματα τεχνολογίας στη διάσκεψη των G7 του 1995. Ταυτόχρονα, υπήρξε για χρόνια σύμβουλος της ελληνικής κυβέρνησης σε θέματα τεχνολογίας. Τιμήθηκε για την προσφορά του στην Ελλάδα με το Μεγαλόσταυρο του Τάγματος της Τιμής.

Πολύ σημαντική ήταν η συμβολή του στη δημιουργία του World Wide Web Consortium. Ο εφευρέτης του World Wide Web και του υπερσυνδέσμου, Τιμ Μπέρνερς Λι, αναφερόμενος στη συμμετοχή του στενού του φίλου σε αυτήν την προσπάθεια είχε πει: «Σε εκείνο το χρονικό σημείο είχα μία ημιτελής τρελή ιδέα. Ο Μιχάλης έπαιξε σημαντικό ρόλο στην υλοποίησή της. Πήρε τα κομμάτια από τις σκέψεις μου και τα συνέθεσε για να δημιουργήσει τη συνολική εικόνα. Μόνο αυτός θα μπορούσε να το κάνει. Αν δεν υπήρχε ο Μιχάλης πιθανότατα να μην υπήρχε και το World Wide Web Consortium. Η ηγετική δύναμή του, η καθαρότητα της σκέψης του και η ζεστασιά της καρδιάς του ήταν μία συνεχής υποστήριξη για μένα».

Η παρακαταθήκη του βρίσκεται στα βιβλία του και στη διδακτική του, η οποία δημιουργήθηκε για να εμπνέει και να επαναπροσδιορίζει την πορεία των πραγμάτων. Το πιο σημαντικό μήνυμά της ήταν αυτό για το ο οποίο ο Μπιλ Γκέιτς είπε «ήταν ο πρώτος τεχνολόγος ανθρωπιστής. Πίστευε ότι η τεχνολογία είναι άχρηστη αν δεν υπηρετεί πραγματικά των ανθρώπινη ζωή, την επικοινωνία, το παιχνίδι, την εργασία».

Aug 252011
 

 

Πηγή: video.google.com

Century of The Self: Happiness Machines (Ο Αιώνας του Εαυτού: Μηχανές Ευτυχίας)

Η βραβευμένη σειρά του Adam Curtis εξετάζει την ανάπτυξη του ‘καταναλωτικού εαυτού’ με φόντο τη δυναστεία του Freud. Για πολλούς τόσο στην πολιτική όσο και στις επιχψειρήσεις, ο θρίαμβος του ατόμου (self) είναι η απόλυτη έκφραση της δημοκρατίας, όπου η εξουσία έχει επιτλεους κινηθεί προς το λαό. Σίγουρα οι άνθρωποι μπορεί να αισθάνονται ότι έχουν τον έλεγχο, αλλά είναι έτσι όντως; Ο ‘Αιώνας του Εαυτού’ αφηγείται την ανείπωτη και μερικές φορές αμφιλεγόμενη ιστορία της ανάπτυξης της καταναλωτικής κοινωνίας στη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πώς δημιουργήθηκε ο ‘καταναλωτικός εαυτός΄, από ποιόν, και προς το συμφέρον ποιών; Η δυναστεία του Freud δυναστεία βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της συναρπαστικής ιστορίας. Sigmund Freud, ιδρυτής της ψυχανάλυσης. Edward Bernays, εφευρέτης των δημοσίων σχέσεων. Anna Freud, η αφοσιωμένη κόρη του Sigmund. Και ο σημερινός ‘γκουρού των δημοσίων σχέσεων’ και δισέγγονος του Sigmund, Matthew Freud. Το έργο του Sigmund Freud και η κατάδυση του στο σκοτεινό κόσμο του υποσυνείδητου άλλαξε τον κόσμο. Εισάγοντας μια τεχνική για την εξερεύνηση του ασυνείδητου νου, ο Freud προσέφερε χρήσιμα εργαλεία για την κατανόηση των μυστικών επιθυμιών των μαζών. Άθελα, το έργο του υπηρέτησε ως ο προάγγελος για έναν κόσμο γεμάτο προπαγανδιστές, μεγαθήρια του μάρκετινγκ και την πεποίθηση της κοινωνίας ότι η επιδίωξη της ικανοποίησης και της ευτυχίας είναι ο τελικός στόχος του ανθρώπου.

Aug 232011
 

Φωτογραφία: Kelly Jane “UrbEx: Hellingly Asylum Ι” (πηγή: deviantart.com)

Πηγή: psi-action

Να ανακληθεί η απόφαση Λοβέρδου για την παρακράτηση συντάξεων των ψυχικά πασχόντων

Στην προηγούμενη ανάρτηση λάβαμε, ως σχόλιο, επιστολή του κ. Χάρη Βαρουχάκη, ψυχίατρου – τ. Διευθυντή της Ιατρικής Υπηρεσίας του Ψ.Ν.Α., με την οποία καλεί το Συνήγορο του Πολίτη, την Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και την Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία να καταδικάσουν δημόσια την απόφαση του υπουργού υγείας Ανδρέα Λοβέρδου για την περικοπή των συντάξεων των ψυχικά πασχόντων και να ζητήσουν άμεσα την ανάκλησή της.

Με αφορμή την πρωτοβουλία του κου Βαρουχάκη, θα ήθελα να επισημάνω ότι πραγματικά έχει προκαλέσει εντύπωση, τουλάχιστον στους χώρους της εργασίας μας, η σιωπή των θεσμικών οργάνων για την πρωτοφανή απόφαση του υπουργού υγείας που θα οδηγήσει τους ψυχικά πάσχοντες σε περαιτέρω κοινωνικό αποκλεισμό και εξαθλίωση. Επίσης, φορείς ψυχικής υγείας, επιστημονικοί, επαγγελματικοί, εθελοντικοί σύλλογοι και σωματεία που δραστηριοποιούνται στο χώρο της ψυχικής υγείας τηρούν την ίδια στάση.

Αναρωτιέμαι τι απαντήσεις θα δώσουν οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας στους ανθρώπους που για χρόνια εκπαίδευαν για να συμμετέχουν στη ζωή της κοινότητας και υποστήριζαν για να ανακτήσουν τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματά τους, όταν αυτοί χάσουν ακόμα και τη μικρή σύνταξη που τους επέτρεπε να καλύπτουν τις στοιχειώδεις ανάγκες τους.

Παρόμοια, αν όχι χειρότερα, αναμένεται να είναι τα προβλήματα στις κοινοτικές δομές των ΝΠΙΔ. Εξαιτίας της υποχρηματοδότησης των τελευταίων ετών, οι φιλοξενούμενοι στις Μονάδες Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης αναγκάζονται να καλύπτουν με τα χρήματα των συντάξεών τους τα ατομικά τους έξοδα (ρουχισμό, προσωπικά αντικείμενα, θεραπευτικά προγράμματα, συμμετοχή σε ιατρικές εξετάσεις και φάρμακα, επισκέψεις στις οικογένειές τους, ψυχαγωγία κτλ). Μετά από τις νέες περικοπές στα λειτουργικά έξοδα των φορέων, που σύντομα θα ανακοινωθούν, ποιος θα είναι ο ρόλος των εργαζομένων σε αυτές τις δομές; Εκτός από τη “φύλαξη” των ενοίκων, οι οποίοι θα βρίσκονται περιορισμένοι μέσα σε οικοτροφεία και ξενώνες, τι άλλο θα μπορούσαν να προσφέρουν;

Η αδιαφορία για το πρόσφατο σκάνδαλο του ΚΕΠΕΠ Λεχαινών, φαίνεται ότι αποτελεί απλά ένα παράδειγμα της αντίληψης των αρμοδίων του υπουργείου υγείας για τους ψυχικά πάσχοντες και την περίθαλψή τους. Η σημερινή κυβέρνηση, ακριβώς όπως και η προηγούμενη, χρησιμοποιώντας ως άλλοθι την οικονομική κρίση και εκμεταλλευόμενη το κλίμα φόβου και αγωνίας που κυριαρχεί στην Ελληνική κοινωνία, αποφασίζει να “ξεφορτωθεί” τους πιο ανίσχυρους πολίτες. Αυτούς που δεν έχουν φωνή, που δεν κλείνουν τους δρόμους, που δεν απειλούν την δημόσια τάξη.

Την εποχή που το σκοτεινό παρελθόν γίνεται παρόν και μέλλον, την εποχή που ετοιμάζονται εξοντωτικές λύσεις και πρακτικές για τους ψυχικά πάσχοντες, δεν κρίνεται μόνο το υπουργείο υγείας και η κυβέρνηση. Κρίνεται και η στάση των θεσμικών οργάνων, των οργανισμών, των συλλόγων, των σωματείων, αλλά και του καθενός από εμάς που θα πρέπει να επιλέξει: αν θα συνεχίσει να είναι μέλος (και μέρος) των παραπάνω, με ποιον τρόπο θα συνεχίσει να προσφέρει την εργασία του, ποια δικαιώματα θα υπερασπίσει και δίπλα σε ποιους θα βρεθεί.

Ελπίζω να υπάρχουν κάποιοι που να αντέχουν να διατυπώσουν ανοιχτά τις θέσεις τους και τις απόψεις τους.

Η σιωπή στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο δεν είναι η καλύτερη επιλογή.

Ακολουθεί η επιστολή του κου Χάρη Βαρουχάκη:

Προς

  1. Το Συνήγορο του Πολίτη
  2. Την Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου
  3. Την Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία

Θέμα: Υπεράσπιση δικαιωμάτων ψυχικά πασχόντων

Όπως ήταν επόμενο, η οικονομική και ηθική κρίση στην οποία εξέπεσε η χώρα έπληξε καίρια τους πιο ανίσχυρους από τους αδύνατους : Τους ψυχικά πάσχοντες και τους νοητικά υστερούντες . Και περισσότερο από όλους απειλεί τους έγκλειστους στα πανάθλια άσυλα που στήθηκαν εναντίον τους από μια κοινωνία κατεχόμενη από δακρύβρεκτη συναισθηματική ακράτεια αλλά ανάξια να αναλάβει το ηθικό και υλικό κόστος που συνεπάγεται η συμμετοχή στην οδύνη του άλλου, και από μια πολιτική ηγεσία περί άλλα τυρβάζουσα και ενδιαφερόμενη μόνο για ψήφους και άλλα δώρα φέροντες .

Η απόφαση του Υπουργού Υγείας για περικοπή των συντάξεων ψυχικά πασχόντων προσώπων και τα περί αυτής λεχθέντα από τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου του όπως και ο τρόπος που αντιμετωπίζουν τα εγκλήματα που αποκαλύπτονται στα Λεχαινά αποκαλύπτουν τις πιο σκοταδιστικές αντιλήψεις για την ψυχική διαταραχή και επιχειρούν τις πιο ανατριχιαστικές πρακτικές εναντίον των πασχόντων.

Η επί σαράντα χρόνια θητεία μου στη μαχόμενη ψυχιατρική που δίνει το δικαίωμα αλλά και μου επιβάλλει το χρέος, ύστερα από αυτή τη στάση της Πολιτικής ηγεσίας αλλά και την προηγηθείσα καταδίκη της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, να απευθυνθώ πάλι στο Συνήγορο του Πολίτη, την Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και την Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία . Και να παρακαλέσω να αναζητήσουν τρόπους ώστε να συντονίσουν τη δράση τους υπερασπιζόμενοι ανθρώπους αδύναμους και αποκλεισμένους, που, όχι μόνο παραβιάζονται απαράγραπτα δικαιώματά τους αλλά απειλούνται και πάλι αναίσχυντα με ηθική και βιολογική εξουδετέρωση.

Θα σας υποβάλλω σύντομα αναλυτικά τις απόψεις μου , για τον τρόπο που αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί.

Προς το παρόν και επειγόντως σας παρακαλώ να καταδικάσετε δημόσια αυτή την ανάλγητη απόφαση και να ζητήσετε την άμεση ανάκλησή της . Και επίσης να απαιτήσετε την άμεση λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση της φρίκης που αποκαλύφθηκε στα Λεχαινά , πιθανώς δε και σε άλλους ανάλογους τόπους απόρριψης ανθρώπων.

Επιτρέψτε μου εξ άλλου να πω ότι θεσμικά όργανα που υπερασπίζονται τα δικαιώματα των ανθρώπων θα πρέπει ίσως να αναλογιστούν εάν έχουν λόγο ύπαρξης , εφ’ όσον παρά τις επισημάνσεις και τις αντιδράσεις τους η Πολιτεία εξακολουθήσει να μεταχειρίζεται με τέτοια αναλγησία και σκληρότητα τους πάσχοντες πολίτες της.

Δίνω δημοσιότητα σ’ αυτή μου την έκκληση με την ελπίδα ότι θα βρεθούν και άλλοι από αυτούς που βρίσκονται κοντά σ’ εκείνους που παίρνουν τις αποφάσεις ή μπορούν να ασκήσουν επιρροή στις βουλές τους , που θα πράξουν αναλόγως .

Χάρης Βαρουχάκης

Aug 232011
 


KGME FINAL OK by tvxorissinora

 

Πηγή: Ζήσε Ξανά

ΖΗΣΕ ΞΑΝΑ! Μια πολυεπίπεδη προσέγγιση των βασικότερων εκφάνσεων της βίας κατά των γυναικών

Μία από τις βασικότερες και πιο εκτεταμένες διεθνώς μορφές προσβολής της οντότητας και της προσωπικότητας των γυναικών είναι η βία εναντίον τους τόσο εντός, όσο και εκτός του οικογενειακού περιβάλλοντος, που αποτελεί την κυρίαρχη και δραματική έκφανση των σχέσεων εξουσίας ανάμεσα στα δύο φύλα.

Εκφάνσεις της βίας κατά των γυναικών είναι η ενδοοικογενειακή βία (η οποία ασκείται κυρίως από τους συζύγους / συντρόφους αλλά και τον πατέρα ή άλλα άτομα του οικογενειακού περιβάλλοντος που εμφανίζεται ως λεκτική – ψυχολογική βία, περιορισμό κοινωνικών επαφών, οικονομική αποστέρηση, ελαφριά ή βαριά σωματική και σεξουαλική κακοποίηση), είναι η βία που ασκείται στο χώρο εργασίας κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά, με τη μορφή σεξουαλικής παρενόχλησης, αλλά και κάθε μορφής ψυχολογικός εξαναγκασμός λόγω φύλου, η καταναγκαστική πορνεία, η βία σε δημόσιο χώρο, κλπ.

Το μεγαλύτερο κομμάτι ενεργής καταπίεσης ωστόσο υφίστανται οι οικονομικές μετανάστριες και οι πολιτικές πρόσφυγες, οι οποίες, σύμφωνα και με τον ΟΗΕ (Διακήρυξη για Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών, 1993) συγκαταλέγονται στις ομάδες γυναικών που κινδυνεύουν περισσότερο να υποστούν βία, συνιστούν μια ιδιαίτερα ευάλωτη ομάδα γυναικών, σύμφωνα με κάποιες προσεγγίσεις όχι μόνο λόγω της φυλής και του φύλου τους, αλλά και λόγω του ότι διασχίζουν σύνορα (γεωγραφικά, οικονομικά, κοινωνικά, έμφυλα, ταξικά και άλλα) και καθίστανται θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης στο πλαίσιο ενός εκτεταμένου φαινομένου που αφορά στην σεξουαλική εκμετάλλευση και πορνεία των γυναικών, πολλές από τις οποίες εγκαταλείπουν τη χώρα τους με την προσδοκία μιας καλύτερης ζωής για τις ίδιες και τις οικογένειές τους.

Αν και οι τρεις αυτές μορφές βίας με βάση το φύλο κατά των μεταναστριών (ενδοοικογενειακή, σεξουαλική παρενόχληση και διακίνηση και εμπορία/trafficking) διαφέρουν ως προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους και ως προς τις επιπτώσεις τους, έχει μεγάλη σημασία η διασύνδεσή τους που συμβάλλει στην κατανόηση των παραλλαγών της βίας με βάση το φύλο, στην εμβάθυνση των γνώσεών μας για τις διαστάσεις και τις συνέπειες, καθώς και στη συγκρότηση μιας πιο συνολικής και περιεκτικής προσέγγισης για την πρόληψη και αντιμετώπισή τους. Από την άποψη αυτή, η ενιαία αντιμετώπιση και των τριών μορφών βίας κατά των μεταναστριών στο πλαίσιο της ενημερωτικής εκστρατείας για την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης και την πληροφόρηση των μεταναστριών προσδίδει καινοτομικά στοιχεία στην παρέμβαση και ανοίγει νέες διαστάσεις για τη διασύνδεση του φύλου με τη βία και τη μετανάστευση.

Σκοπός του Έργου

Επειδή τόσο η ενδο-οικογενειακή βία όσο και η σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο δουλειάς διαφοροποιείται σημαντικά μεταξύ των γηγενών και μεταναστριών γυναικών, επειδή το δικαίωμα σε μια ζωή απαλλαγμένη από βία ανήκει εξίσου σε γηγενείς και μετανάστριες, η καμπάνια προάγει την ενημέρωση για τα θέματα αυτά ως συνάρθρωση (κοινή συνισταμένη) μιας πολιτικής ισότητας των φύλων και μιας μεταναστευτικής πολιτικής που υποστηρίζει την ένταξη στην ελληνική κοινωνία και κατοχυρώνει τα ίσα δικαιώματα μεταξύ όλων των κατοίκων της, ανδρών και γυναικών.

Οι μετανάστριες αντιμετωπίζουν μια σειρά οικονομικούς, νομικούς, θρησκευτικούς, κοινωνικούς και ψυχολογικούς περιορισμούς που δημιουργούν επιπλέον εξαρτήσεις και αδυναμία υπεράσπισης του εαυτού τους και των παιδιών τους σε περιπτώσεις αντιμετώπισης περιστατικών βίας στη μεταναστευτική οικογένεια.

Αντίστοιχα εργαζόμενες σε συνθήκες μεγάλων εργασιακών εξαρτήσεων, και κυρίως εκείνες που απασχολούνται στον οικιακό τομέα, εκτίθενται συχνά σε σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο της δουλειάς τους διαθέτοντας μειωμένη δυνατότητα προστασίας των δικαιωμάτων τους και καταφεύγοντας συχνά στη μόνη λύση που διαθέτουν αυτήν της παραίτησης με πολλαπλές συνέπειες.

Οι μετανάστριες οι οποίες υπήρξαν θύματα εξαναγκαστικής πορνείας παρά την προστασία και τα δικαιώματα που τους παρέχει η νομοθεσία συχνά βρίσκονται σε ένα δίκτυ πολλαπλών εξαρτήσεων και καταναγκασμών που τις αποστερούν από τη δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος προστασίας και υποστήριξης του εαυτού τους.

Στο πλαίσιο αυτό η προσέγγιση της καμπάνιας είναι πολυεπίπεδη και επιχειρεί να αναδείξει τόσο τις αιτίες της βίας και τις συνέπειές της όσο και να ευαισθητοποιήσει σχετικά με την αναγκαιότητα αλλαγής στάσεων και συμπεριφορών που διαιωνίζουν τέτοια φαινόμενα και να καταδείξει τα πολλαπλά οφέλη που συνεπάγονται σε επίπεδο κοινωνικής και οικονομικής ευημερίας και στο επίπεδο πολιτισμικής αναβάθμισης. Να αναδείξει τις πολιτικές και πρακτικές εκείνες που υπάρχουν και απαιτούνται για την αντιμετώπιση της βίας σε νομικό, θεσμικό και πρακτικό επίπεδο και να κινητοποιήσει σε δράση πολλαπλά κοινωνικά και πολιτικά υποκείμενα. Η πρόληψη και η αντιμετώπιση του φαινομένου συνιστούν κεντρικούς άξονες της καμπάνιας.

Ιδιαιτέρως σημαντική είναι η ενημέρωση και ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης αναφορικά με τα θέματα της εξαναγκαστικής πορνείας των μεταναστριών, τους όρους και τις συνθήκες, τις επιπτώσεις και τις συνέπειες για τις γυναίκες αυτές, καθώς και το σύνολο της κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που οφείλει να γνωρίζει τις πραγματικές διαστάσεις του προβλήματος πέρα από στερεοτυπικές αντιλήψεις που κινούνται μεταξύ του οίκτου και της αποστροφής. Η αύξηση των μορφών της πορνείας που εντάσσεται σε μια ολοένα αυξανόμενη βιομηχανία του σεξ, των πορνικών υπηρεσιών και της αγοραίας ερωτικής απόλαυσης συνιστά σημείο των καιρών και απαιτεί την εγρήγορση όλων για την αντιμετώπισή του αφού πλήττει την αξιοπρέπεια όχι μόνον των γυναικών που εμπλέκονται άμεσα, αλλά και όλων των πολιτών /τισών μιας κοινωνίας.

Οι στόχοι

Οι ειδικοί στόχοι της καμπάνιας ενημέρωσης είναι:

  1. Να ευαισθητοποιήσει και να καταστήσει συνείδηση της κοινής γνώμης ότι η βία κατά των γυναικών συνιστά παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους και να ενθαρρύνει παράλληλα όλους τους πολίτες να την αποκρούσουν και να την καταδικάσουν.
  2. Να ενημερώσει σχετικά με τα μέτρα (νομοθετικά, θεσμικά, κα) που έχουν ληφθεί από την ελληνική πολιτεία, την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Συμβούλιο της Ευρώπης στον τομέα αντιμετώπισης της ενδοικογενειακής βίας και της σεξουαλικής παρενόχλησης καθώς και ειδικότερα της καταπολέμησης της σεξουαλικής εκμετάλλευσης των μεταναστριών (trafficking).
  3. Να ενθαρρύνει και να ενδυναμώσει τις ίδιες τις γυναίκες να γνωρίσουν τα δικαιώματά τους και να ενημερωθούν για τις δυνατότητες που έχουν σε τοπικό επίπεδο να απευθυνθούν σε υπηρεσίες αρωγής και υποστήριξής τους.
  4. Να κινητοποιήσει ένα ευρύ φάσμα οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών και των ΜΚΟ που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μπορούν να αποτελέσουν ένα Δίκτυ κοινωνικής προστασίας για τα θύματα και φορείς /κανάλια κοινής δράσης στον τομέα της πρόληψης.
  5. Να ενθαρρύνει όλους /ες όσοι/όσες εμπλέκονται στην άσκηση κοινωνικής πολιτικής και τέλος τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης (επαγγελματίες ενημέρωσης) να αναδείξουν τα θέματα αυτά και να προχωρήσουν σε πολιτικές δεσμεύσεις για την αντιμετώπισή τους στον τομέα ευθύνης τους.
  6. Να ευαισθητοποιήσει συγκεκριμένες επαγγελματικές ομάδες που ασχολούνται τόσο με την αντιμετώπιση (καταστολή) του φαινομένου της βίας και του trafficking, όσο και με την αρωγή /υποστήριξη των θυμάτων, στην κατεύθυνση της αναγνώρισης των ιδιαίτερων αναγκών των θυμάτων με στόχο τη μεγιστοποίηση της αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων τους.
  7. Να ενεργοποιήσει και να αναδείξει τη σημασία του ρόλου των ίδιων των μεταναστριών στην ευαισθητοποίηση των μεταναστευτικών κοινοτήτων και συλλογικοτήτων μέσα από την ενεργή εμπλοκή τους καθ’ όλη τη διάρκεια και τα στάδια υλοποίησης της δράσης.

Η εκστρατεία

Η συντονισμένη καμπάνια ενημέρωσης, πραγματοποιείται σε 5 πόλεις, Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Λάρισα και Ηράκλειο Κρήτης με τη δημιουργία σε κεντρικά σημεία των πόλεων ανοικτών σημείων ενημέρωσης και πληροφόρησης (info-kiosks -περίπτερα). Τα περίπτερα θα στηθούν για ένα διήμερο και θα αποτελέσουν τον πόλο οργάνωσης εκδηλώσεων όπως η πληροφόρηση και συμβουλευτική μεταναστριών, συζητήσεις αναφορικά με τα θέματα της βίας και ακόμη προβολές ντοκιμαντέρ, θεατρικό παιχνίδι για παιδιά και μουσικές εκδηλώσεις.

Επίσης έχουν σχεδιαστεί και υλοποιούνται μια σειρά συμπληρωματικών δράσεων:

  • Ημερίδες με τη συμμετοχή εκπροσώπων της τοπικής αυτοδιοίκησης, της πολιτείας και φορέων και ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στο πεδίο
  • Σεμινάρια ευαισθητοποίησης με ομάδες επαγγελματιών αντιμετώπισης του φαινομένου και υποστήριξης/ένταξης θυμάτων
  • Διοργάνωση συναντήσεων ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης με μεταναστευτικές κοινότητες
  • Διοργάνωση συναντήσεων συζήτησης – Ευαισθητοποίησης με εκπροσώπους συνδικαλιστικών οργανώσεων για θέματα σεξουαλικής παρενόχλησης στο χώρο εργασίας
  • Παρεμβάσεις ενημέρωσης με τη μορφή street work (outreach) σε χώρους και σημεία της πόλης που συγκεντρώνονται ή διέρχονται μετανάστες/τριες

Δείτε εδώ:

Τα έντυπα της εκστρατείας

Τα τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά σποτ

Συντονιστής της εκστρατείας είναι το ΚΕΝΤΡΟ ΓΥΝΑΙΚΕΙΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΩΝ Διοτίμα

Συνδιοργανωτές φορείς:

ΑΝΤΙΓΟΝΗ –Κέντρο Πληροφόρησης και Τεκμήριωσης για το Ρατσισμό, την Οικολογία, την Ειρήνη και τη Μη Βία

Εταιρία για τον Κοινωνικό Αποκλεισμό και την Ψυχική Υγεία (Ε.Κ.Α.Ψ.Υ.)

“ANTHROPOMANIA’’ Εθελοντική Ανθρωπιστική Δράση

Kέντρο Εκπαίδευσης και Μέριμνας Οικογένειας και Παιδιού «Ο ΠΛΑΤΩΝ»

Σύνδεσμος μελών Γυναικείων Σωματείων Ηρακλείου και Νομού Ηρακλείου.

Το έργο που υλοποιείται στο πλαίσιο της Δράσης 1.8/09 «Ενημερωτική εκστρατεία με στόχο την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης καθώς και την πληροφόρηση των γυναικών υπηκόων τρίτων χωρών αναφορικά με την αντιμετώπιση περιπτώσεων trafficking, ενδοοικογενειακής βίας και σεξουαλικής παρενόχλησης» συγχρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ένταξης κατά 75% από Κοινοτικούς Πόρους και κατά 25% από Εθνικούς Πόρους.

Aug 222011
 

Πηγή: Institute of Noetic Sciences

ProcessMind: A User’s Guide to Connecting with the Mind of God

by Arnold Mindell, PhD

Our deepest self, our processmind, is not just sensitive, self-reflective, and “bilocal”; it can also be found in mystical traditions. In particular, it can be sensed in terms of what Aboriginal peoples have identified as an individual’s or group’s “totem spirit.

The processmind corresponds to something we all feel surrounding people and objects and that in some way gives birth to them.”—ProcessMind

Just about everyone wonders now and then if there is some kind of intelligence organizing the apparently random and creative events in personal life and the universe. Are those events haphazard . . . or is some kind of “mind” at work in the background? How might our awareness of such events influence them?

. . . I have often wondered about the mysterious power that seems to appear throughout life, especially in moments of crisis and near death. What is this power that not only produces the most amazing and helpful experiences but is also behind our ongoing difficulties and conflicts, our environmental problems . . . and our ability to make peaceful changes? Science and spiritual traditions both contribute answers. Yet in the twenty-first century, we are far from a consensus about what or who we are and what, if anything, arranges or “co-creates” our fate.

Modern leading scientists such as Albert Einstein as well as ancient world spiritual traditions have believed there is an intelligent cosmic force behind it all. Yet Einstein doubted that science had found it. In a 1926 letter to his colleague Max Born, he made a remark now well known among theoretical physicists: “Quantum mechanics is certainly imposing. But an inner voice tells me it is not yet the real thing. The theory says a lot, but does not really bring us any closer to the secret of the Old One.”1

Today, about a century after the discoveries of quantum theory and relativity, cosmologists are still wondering about “the secret of the Old One.” Stephen Hawking and Paul Davies refer to the intelligent force Einstein sought as the “mind of God.”2 Some theoretical physicists hope to find this “mind” in unified field theories or related concepts. C. G. Jung, Roberto Assagioli, and other depth psychologists speak of a “collective unconscious,” the “transpersonal Self,” or some type of transcendent or “unitive” consciousness. Quoting sixteenth-century alchemists, Jung and his friend Wolfgang Pauli, a Nobel Prize-winning quantum physicist, speculated about a unified psychophysical region of experience – the “Unus Mundus.” Religions have always spoken of the design, powers, and wisdom of the universe in terms of a Self, a God, or gods.

I call Einstein’s “Old One” the processmind. By processmind I mean an organizing factor – perhaps the organizing factor – that operates both in our personal lives and in the universe. Studying and experiencing this processmind will connect the now separate disciplines of psychology, sociology, physics, and mysticism and provide new useful ways to relate to one another and the environment. The processmind is both inside of you and, at the same time, apparently connected to everything you notice . . . Processmind is in your brain yet is also “nonlocal,” allowing you to be in several places at the same time.

When I first began writing, I was afraid that this nonlocal nature of the processmind, foreshadowed in quantum physics, might sound too strange. But then I realized that at least some people sense nonlocality every morning in those hypnagogic states just between sleeping and waking. In this “half sleep–half awake” state a kind of dreamlike intelligence frequently gives us “nonlocal” information about people and things in distant places. A physicist might call this experience the psychological counterpart of “quantum entanglement” . . . The processmind is not just a specific altered state of consciousness; it defines the lifestyle and political view we need to resolve the deepest outer as well as inner conflicts. . . . [It] can be experienced as a kind of force field. It is an active, intelligent “space” between the observer and observed. It is both you and me and the “us” we share. It is connected to the facts of everyday reality but also independent of them. After much exploring, both in myself and in people near death, I think it likely that the processmind has qualities that extend beyond our present concepts of life and death. (pp. 3–5)

Quantum Mind and Processmind

. . . The quantum mind is that aspect of our psychology that corresponds to basic aspects of quantum physics. The quantum aspect of our awareness notices the tiniest, easily overlooked “nano” tendencies and self-reflects upon these subliminal experiences. However, the quantum mind is not just a supersensitive self-reflecting awareness; it also is a kind of “pilot wave” or guiding pattern. . . . Physicists speak of the wave function “collapsing” to create reality. I speak about how our self-reflection uses and then marginalizes, rather than “collapses,” our dreaming nature. For example, after reflecting on a dream, you might think, “Ah ha! Now I will do this or that”; then you put the dreamworld aside temporarily while you take action in order to create a new reality.

Besides the ability we share with other parts of our universe to sense possibilities, self-reflect, and move from dreaming to everyday reality, we may have the ability to be in two places or two states at the same time, just as quantum physics suggests that material particles can behave. For example, in a dream you may be at once dead and alive – even though upon awakening, you come out of this unitive experience and soon begin reflecting, identifying with one or another of the dream images. Thus, we can characterize our quantum nature as nonlocal or “bilocal” as well as highly sensitive and self-reflective.

The processmind expands upon these characteristics of the quantum mind by adding one more crucial quality: Our deepest self, our processmind, is not just sensitive, self-reflective, and “bilocal”; it can also be found in mystical traditions. In particular, it can be sensed in terms of what Aboriginal peoples have identified as an individual’s or group’s “totem spirit.” Our processminds are related, not just to general physical characteristics of the quantum universe, but to particular earth-based characteristics experienced as, or associated with, what shamans have called “power spots” – special places on earth that we love and trust. The processmind is a force field that has been identified with “totem spirits,” that is, with subtle feelings we have about places on earth that tend to “move” us into feeling wise and/or in particular directions. (pp. 5–6)

Presence

Your presence appears around you and also in the spaces and rooms you inhabit, as well as sometimes being associated with spots on earth. . . . This nature of your presence may be obvious to others, but it may well be distant from your consciousness.

Presence is a tertiary process. It is not primary – that is, it is not your identity process. It is not part of your secondary process – it is not part of the signals you emit but do not identify with. No, your processmind and presence are at the third, more intuitive essence level. They are behind and, in a way, “prior” to all your signals. Though everyone gets dressed up in consensus reality, your best presence – really, your most amazing self – is the processmind. It is the subtlest and yet the most powerful force or energy that you possess.

If you don’t know your presence, you may be confused about why people act toward you the way they do. Some will love you, and you may irritate others. The more you know about your own presence, the less confusing or irritating you will be. Why? Because the more you live your presence congruently, the less it has to “force” its way out. For example, if you have a shy presence and live it congruently, it becomes indisputable, like a beautiful forest flower. However, if you don’t recognize your own shy nature, you look instead like a person who is acting related to others, while not really wanting to talk to anyone. Because other people perceive this disjuncture, they may be confused or criticize you for not really being with them.

Everyone should have their own definition of enlightenment. Some people call it connecting to love, others call it truth. Some say it is “empty mind.” For me, enlightenment is knowing your processmind while being open to your everyday mind.

It’s natural to lose touch with your deepest self as you enter and identify with everyday reality. Everyone has moments of detachment from ordinary reality and being in touch with processmind, then losing it, getting messed up, and then remembering the processmind again. Why all these variations and vacillations? My guess is that changing states of mind – being deeply in touch with our deepest self and then losing touch with that deepest self – is part of the diversity, part of the compassion or generosity, of the processmind. . . .

. . . What is presence exactly? What do we mean when we say, “He blushed in her presence?” or “She sensed the presence of danger?” What does presence mean here? Why should I blush in somebody’s presence? Everybody seems to know, because a word for presence is found in every language I know of.

I suggest that presence is a pre-sense. Pre means “before” and sense means “feeling” or “perceiving” something. A presence is something you can almost feel before you can describe it as a feeling. Your processmind is a pre-sense. You need to know this pre-sense of who you are in order to be yourself, in order to facilitate your inner world and outer relationships, and even to improve world situations.

To be a good communicator of any sort, you must know your pre-sense. Otherwise it precedes you, and, as I indicated earlier, confuses communication. Your presence is like a kind of spirit that sends signals to others before you even know you’ve sent them. Think of teachers you loved. You may remember some of their words, but usually what moves us the most about such teachers is their presence.

If you know your own presence, you can even describe it to others. Knowing your own presence eases communication because it is there anyway, as an almost invisible signal behind all your other communications. If you identify only with what you do and say, you are likely to miscommunicate because that is not the whole of you. (pp. 38–40)

Space Is not Empty

One of my favorite stories about presence is called “The Little Fish.” This is a Hindu story told by the Sufi master Inayat Khan.3 Once there was a little fish. That fish goes to the Queen Fish and says, “I have heard about the sea, but what is the sea? Where is it?”

The Queen Fish explains to the little fish: “You live, move, and have your being in the sea. The sea is within and without, inside and outside, of you. You are made in the sea, and you end in the sea. The sea surrounds you and is your own being.”

The little fish says, “Huh?” (Actually, “huh” is not in Khan’s story. I slipped it in!)

And the Queen says, “If you know the sea, you will never be thirsty.”

We get thirsty, hungry, and needy if we don’t know the sea, the field around us. Why don’t we see it if it is all around us? Because it is a pre-sense. It is the sea we swim in, the space we live in, the air we breathe. We are the sea, yet we identify with the fish and not the sea. The fish’s presence is the power around it . . . but the whole environment is as well.

For several hundred years, physicists have talked about the presence in which the parts of the universe “swim,” so to speak, calling it aether or ether, the Greek word for “air” or “atmosphere.” The aether was considered fieldlike. For some time, scientists thought aether was a medium that filled the entire cosmos and carried electromagnetic waves, a kind of presence in which all events were embedded.

Einstein at first disputed this notion but later in his life brought it back again, and today it is called the Einstein aether theory. Many physicists still propose that the universe is filled with a medium or field – some call it particle gravity, others refer to it as the “zero point” field, a kind of sea of virtual particles popping into and out of creation.

For Einstein, the aether was the essence of space-time, a medium in which everything happened and which gave birth, as it were, to matter. In 1930 he said: “Now it appears that space will have to be regarded as a primary thing and that matter is derived from it, so to speak, as a secondary result. Space is now having its revenge, so to speak, and is eating up matter.”4 Scientific theories still abound describing the space, the universe, in which we live as a medium or an energy that might give rise to everything else.

I call our experience of the physicist’s aether a “presence,” the mind of God, or our own processmind, which is both nonlocal or universal, and has effects that can be localized in space and time. The processmind corresponds to something we all feel surrounding people and objects and that in some way gives birth to them.

We find similar ideas in Bohm’s quantum potential theory, Jung’s concept of the collective unconscious, Sheldrake’s morphogenetic fields, Reich’s orgone energy, yoga’s prana, and Taoism’s Tao and qi. An equivalent term can be found in most cultures on the planet. . .

. . . The essence world is captured by Aboriginal people’s feeling about the earth as a place of power or presence – not unlike Einstein’s aether. For example, the Dreaming Land of the Aboriginal Australian people is both the “real” land on which they walk with their feet and their subjective experiences of the “feelings” or “power” of the land – an essence quality. The power of the earth is described often as a totem land spirit, which may be a real place, a field, or a power.

The oldest, longest-lasting spiritual and cultural history we know of belongs to the traditions of the Aboriginal Australian people. According to Professor W. H. Stanner, one of their proponents and researchers, these people believe in what he translates as “everyway.”5 For them, Dreaming is an objective reality that gives rise to objects and people all at once in physical reality. Objects such as kangaroos have a presence called “kangaroo Dreaming.” They talk about Dreamtime as a presence and creative power.

According to Stanner, the Aboriginal Australians consider everyday time to be subjective. To follow a clock is subjective, whereas Dreaming is closer to their objective consensus reality. Aboriginal people can feel presences; they know the Tao, the Dreaming, the processmind field of individuals and communities. They say that everybody can feel the presence of Dreaming. Space and time and today’s consensus reality are also accepted by these people. Yet there is also a consensus about the reality of Dreamtime. They believe that there is a portion of every person that exists eternally, that was there before the person was born and continues after life ends. (pp. 40–43)

This material was reproduced by permission of Quest Books, the imprint of The Theosophical Publishing House (www.questbooks.net), from ProcessMind: A User’s Guide to Connecting with the Mind of God by Arnold Mindell, PhD, ©2010 by Arnold Mindell.

Endnotes

1. Letter from Einstein to Max Born, Dec. 4, 1926, in Albert Einstein, Hedwig, und Max Born: Briefwechsel 1916–1955 (Munich: Nymphenburger Verlagshandlung, 1969).

2. P. Davies, The Mind of God: The Scientific Basis for a Rational World (New York: Touchstone, 1992).

3. From Zen Flesh, Zen Bones: A Collection of Zen and Pre-Zen Writings (North Clarendon, VT: Tuttle Publishing, 1998), 211.

4. L. Kostro, “Einstein and the Ether,” Electronics & Wireless World 94 (1998): 238–39.

5. W. H. Stanner, “After the Dreaming,” The Boyer Lectures (ABC radio, Australian Broadcasting Commission, 1968), 44.

εδώ το άρθρο σε αρχείο pdf

Aug 202011
 

Photo credit – Bleeps.gr

Πηγή: από το No Budget, που έκανε αναδημοσίευση από το alterthess.gr, που μετέφρασε από το The Nation

Όταν η ληστεία κατά τη διάρκεια της μέρας συναντά τη ληστεία της νύχτας

Η Ναόμι Κλάιν για τις ταραχές στο Λονδίνο και την παγκόσμια οικονομική ληστεία

Συνεχίζω να ακούω παραλληλισμούς ανάμεσα στις ταραχές του Λονδίνου και άλλων Ευρωπαϊκών πόλεων – τις σπασμένες βιτρίνες στην Αθήνα ή τα καμένα αυτοκίνητα στο Παρίσι. Και υπάρχουν ομοιότητες, αυτό είναι σίγουρο: μια σπίθα που την ανάβει η αστυνομική βία, μια γενιά που νιώθει παραμελημένη.

Ναι αλλά αυτά τα γεγονότα σημαδεύτηκαν από τις μαζικές καταστροφές ∙ οι λεηλασίες ήταν ήσσονος σημασίας. Υπήρξαν άλλωστε τα τελευταία χρόνια κι άλλες μαζικές λεηλασίες, και μάλλον πρέπει να μιλήσουμε και γι’ αυτές. Υπήρξε η Βαγδάτη αμέσως μετά την εισβολή των ΗΠΑ – ένα παραλήρημα εμπρησμών και λεηλασίας που ερήμωσε βιβλιοθήκες και μουσεία. Τότε χτυπήθηκαν επίσης τα εργοστάσια. Το 2004 επισκέφθηκα ένα εργοστάσιο που κάποτε έφτιαχνε ψυγεία. Οι εργάτες του αφού είχαν αφαιρέσει καθετί που είχε αξία, μετά το έκαψαν ολοσχερώς, σε σημείο που η αποθήκη του εργοστασίου να μοιάζει με γλυπτό από λιωμένο μέταλλο.

Τότε όμως το γεγονός καλύφθηκε στην τρέχουσα ειδησεογραφία ως μια άκρως πολιτική πράξη. Είπαν ότι αυτά γίνονται όταν ένα καθεστώς δεν έχει καμιά νομιμοποίηση στα μάτια του κόσμου. Αφότου παρακολουθούσαν για τόσο καιρό το Σαντάμ και τους γιους του να κάνουν ό,τι θέλουν με όποιον θέλουν, πολλοί καθημερινοί Ιρακινοί ένιωσαν ότι είχαν το δικαίωμα να πάρουν και μερικά πράγματα για τους εαυτούς τους. Αλλά το Λονδίνο δεν είναι Βαγδάτη και ο Βρετανός Πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον δεν είναι Σαντάμ, οπότε σίγουρα δεν υπάρχει τίποτε να μάθουμε απ’ αυτή την υπόθεση.

Τί λέτε να εξετάσουμε ένα παράδειγμα από μια δημοκρατία; Αργεντινή ας πούμε γύρω στο 2001. Η οικονομία σε ελεύθερη πτώση και χιλιάδες άνθρωποι να ζουν σε σκληρές γειτονιές που ήταν βιομηχανικές ζώνες με ευημερία πριν τη νεοφιλελεύθερη περίοδο και την εισβολή των πολυεθνικών σούπερ – καταστημάτων. Ο κόσμος βγήκε τότε έξω και γέμιζε καροτσάκια με αγαθά που δε μπορούσε πλέον το πορτοφόλι του να τα σηκώσει – ρούχα, ηλεκτρονικά είδη, κρέας. Η κυβέρνηση κήρυξε τη χώρα σε «κατάσταση πολιορκίας» για να αποκαταστήσει την τάξη ∙ αυτό δεν άρεσε στον κόσμο ο οποίος και ανέτρεψε την κυβέρνηση.

Οι μαζικές λεηλασίες της Αργεντινής ονομάστηκαν El Saqueo – η λεηλασία. Αυτό είχε ιδιαίτερη πολιτική σημασία γιατί με αυτόν ακριβώς τον όρο περιγράφονταν ως τότε οι ενέργειες των ελίτ που πούλησαν τα εθνικά περιουσιακά στοιχεία της χώρας με ολοφάνερα διεφθαρμένες συμφωνίες ιδιωτικοποίησης, κρύβοντας λεφτά σε οφ σορ (offshore) εταιρίες και μετά δίνοντας το λογαριασμό στον κόσμο με ακραία πακέτα λιτότητας. Οι Αργεντινοί κατάλαβαν ότι οι λεηλασίες των εμπορικών κέντρων δε θα είχαν συμβεί αν δεν είχε προηγηθεί η μεγαλύτερη λεηλασία της οικονομίας και ότι οι πραγματικοί γκάνγκστερ ήταν και οι υπεύθυνοι για την κατάσταση.

Αλλά η Αγγλία δεν είναι Λατινική Αμερική, και οι ταραχές της δεν είναι πολιτικές, ή έτσι συνεχίζουμε να ακούμε. Έχουν να κάνουν λέει με την ανομία και με τους νεαρούς που εκμεταλλεύονται μια κατάσταση για να αρπάξουν οτιδήποτε δεν είναι δικό τους. Και η βρετανική κοινωνία, μας λέει ο Κάμερον, απεχθάνεται αυτού του είδους τη συμπεριφορά.

Αυτά λέγονται λοιπόν με κάθε σοβαρότητα. Λες και η μαζική πρακτική της διάσωσης των τραπεζών δεν είχε λάβει ποτέ χώρα, ακολουθούμενη μάλιστα από προκλητικά νέα ανώτατα μπόνους. Κι έπειτα να ακολουθούν οι έκτακτες συναντήσεις των G-8 και G-20, όπου οι ηγέτες αποφάσισαν συλλογικά να μην κάνουν τίποτε για να τιμωρήσουν τους τραπεζίτες για αυτή την κατάσταση ή έστω να πάρουν κάποια σοβαρή πρωτοβουλία για να αποτρέψουν πιθανή επανάληψη αντίστοιχης κρίσης στο μέλλον. Αντίθετα, επέστρεψαν όλοι στα σπίτια τους κι ο καθένας στη χώρα του επέβαλλε θυσίες σ’ αυτούς που ήταν πιο ευάλωτοι. Το έκαναν απολύοντας δημοσίους υπαλλήλους, χρησιμοποιώντας τους εκπαιδευτικούς σαν αποδιοπομπαίους τράγους, κλείνοντας βιβλιοθήκες, ανεβάζοντας τα δίδακτρα, προωθώντας γρήγορες ιδιωτικοποιήσεις της δημόσιας περιουσίας, μειώνοντας τις συντάξεις κ.ο.κ – φτιάξτε το κοκτέιλ ανάλογα με τη χώρα στην οποία βρίσκεστε. Και ποιοί βγήκαν στην τηλεόραση κάνοντας μαθήματα για την ανάγκη να τελειώνουμε επιτέλους με αυτά τα «προνόμια»; Μα φυσικά, οι τραπεζίτες και οι μάνατζερ των κερδοσκοπικών αμοιβαίων κεφαλαίων (hedge funds).

Αυτή είναι η παγκόσμια λεηλασία, η στιγμή της μεγάλης αρπαγής. Υποκινούμενη από μια παθολογική αίσθηση του δικαιώματος στη λεηλασία, όλα έγιναν με τα φώτα αναμμένα, λες και δεν υπήρχε τίποτε να κρύψουν. Υπάρχουν βέβαια κάποιοι ενοχλητικοί φόβοι. Στις αρχές του Ιούλη, η Γουόλ Στριτ Τζέρναλ, αναφέρθηκε σε μια σχετική δημοσκόπηση, σύμφωνα με την οποία το 94% των εκατομμυριούχων φοβούνται τη «βία των δρόμων». Εκ των πραγμάτων προκύπτει ότι ήταν ένας λογικός φόβος.

Βέβαια, οι ταραχές στο Λονδίνο δεν ήταν πολιτική διαμαρτυρία. Αλλά οι άνθρωποι που λήστευαν τη νύχτα είναι απολύτως βέβαιο ότι γνώριζαν πολύ καλά ότι οι ελίτ διέπρατταν τη δικιά τους ληστεία κατά τη διάρκεια της μέρας. Η λεηλασία είναι μεταδοτική.

Οι Συντηρητικοί έχουν δίκιο όταν λένε ότι οι ταραχές δε σχετίζονται με τις περικοπές. Σχετίζονται όμως και με το παραπάνω με αυτό που οι περικοπές εκπροσωπούν: τη λογική του αποκλεισμού. Αποκλεισμένος σε μια διευρυνόμενη κατώτερη τάξη με τους πολύ λίγους δρόμους διαφυγής που υπήρχαν μια προηγούμενη περίοδο – μια δουλειά και μια καλή προσιτή εκπαίδευση – να φράζονται κι αυτοί πολύ γρήγορα. Οι περικοπές δίνουν το μήνυμα. Λένε σε ολόκληρα τμήματα της κοινωνίας: είσαι καταδικασμένος να βρίσκεσαι εκεί που είσαι τώρα, όλο και περισσότερο σαν τους μετανάστες και τους πρόσφυγες που διώχνουμε στα όλο και πιο οχυρωμένα σύνορα μας.

Η απάντηση του Ντέιβιντ Κάμερον στις ταραχές ήταν να καταστήσει κυριολεκτικό τον αποκλεισμό: εξώσεις από τις κοινωνικές κατοικίες, απειλές ότι θα κόψει τα μέσα της επικοινωνίας και εξωφρενικές ποινές φυλάκισης (5 μήνες σε μια γυναίκα για ένα κλεμένο σορτσάκι). Το μήνυμα που θέλουν να στείλουν και πάλι το ίδιο: εξαφανιστείτε, και κάντε το και ήσυχα.

Στη «σύνοδο κορυφής της λιτότητας» των G-20 πέρσι στο Τορόντο, οι διαδηλώσεις οδηγήθηκαν σε ταραχές και πολλά αυτοκίνητα της αστυνομίας πυρπολήθηκαν. Δεν ήταν τίποτε βέβαια σε σχέση με τα δεδομένα του Λονδίνου του 2011, αλλά παρόλα αυτά ήταν κάτι που σόκαρε εμάς τους Καναδούς. Η μεγάλη αντιπαράθεση που έγινε τότε ήταν για το γεγονός ότι η κυβέρνηση ξόδεψε 675 εκατομμύρια δολάρια στην «ασφάλεια» της συνόδου κορυφής (χωρίς βέβαια να τα κατάφεραν να σβήσουν τις φωτιές). Την ίδια στιγμή πολλοί από μας είχαμε επισημάνει ότι το νέο ακριβό οπλοστάσιο που είχε αποκτήσει η αστυνομία – αντλίες νερού, ηχητικά κανόνια, δακρυγόνα και πλαστικές σφαίρες – δεν ήταν μόνον για τους διαδηλωτές στους δρόμους. Μακροπρόθεσμα, η χρήση τους θα έγκειται στο να πειθαρχήσουν τους φτωχούς, που στη νέα εποχή της λιτότητας θα έχουν επικίνδυνα λίγα για να χάσουν.

Αυτό είναι που δεν κατάλαβε ο Ντέιβιντ Κάμερον: δε μπορείς να κόβεις από τον προϋπολογισμό τα κονδύλια για την αστυνομία την ίδια στιγμή που περικόπτεις τα πάντα. Γιατί όταν κλέβεις τα πολύ λίγα που έχουν απομείνει στους ανθρώπους, προκειμένου να προστατεύσεις αυτούς που έχουν πολύ περισσότερα απ’ όσα αξίζουν, θα πρέπει να περιμένεις την αντίσταση – είτε της οργανωμένης διαμαρτυρίας είτε της αυθόρμητης λεηλασίας.

Και αυτό δεν είναι πολιτική. Είναι φυσική.

Ναόμι Κλάιν 16 Αυγούστου 2011

Μετάφραση: Κώστας Γούσης

Aug 182011
 

Ο Ron Garan είναι αστροναύτης της NASA, και αυτές τις μέρες βρίσκεται στο διαστημικό σταθμό (ναι, εκεί ψηλά, πολύ ψηλά). Σίγουρα ευτυχέστερος από ότι όταν πέταγε F16 πάνω από το Ιράκ, πριν γίνει αστροναύτης. Μακριά από την οικονομική και κοινωνική κρίση του πλανήτη Γη, παίρνει φωτογραφίες της Γης και τις αναρτά στο twitter του. Τυχαία έπεσα πάνω του, ψάχνοντας κάτι για τα ‘πεφταστέρια’, και εντυπωσιάστηκα. Αξίζει η παρακολούθηση των tweetpic που στέλνει. Είναι μια άλλη όψη της πλανητικής μας ζωής.

Astro_Ron Ron Garan

What a “Shooting Star” looks like #FromSpace Taken yesterday during Perseids Meteor Shower Thanks @JakeGaran 4 cam twitpic.com/662hqp

14 Aug

Aug 182011
 

Πηγή: ΚΕΘΕΑ

Τηλεφωνική Γραμμή 1114 για τον τζόγο από το ΚΕΘΕΑ ΑΛΦΑ

Σας γνωστοποιούμε ότι από τις 5 Αυγούστου 2011 λειτουργεί η Τηλεφωνική Γραμμή Υποστήριξης και Τηλεσυμβουλευτικής 1114, για την προβληματική ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια.

Η γραμμή, η οποία δημιουργήθηκε με τη χορηγία της ΟΠΑΠ A.E. και λειτουργεί στο πλαίσιο του προγράμματος ΚΕΘΕΑ ΑΛΦΑ, έχει στόχο την ενημέρωση και βοήθεια για τα ζητήματα που δημιουργεί η προβληματική ενασχόληση με τον τζόγο στους ιδίους τους παίκτες, τα μέλη της οικογένειάς τους και τα φιλικά τους πρόσωπα.

Συγκεκριμένα, οι στόχοι της τηλεφωνικής υπηρεσίας είναι:

  • η ενημέρωση για την επίδραση που έχει η προβληματική ενασχόληση με τον τζόγο στον ίδιο τον παίκτη και το περιβάλλον του,
  • η ενημέρωση για τα δημόσια προγράμματα απεξάρτησης από τα τυχερά παιχνίδια καθώς και για άλλους τρόπους οργανωμένης διαχείρισης,
  • η υποστήριξη από συμβούλους οι οποίοι είναι εκπαιδευμένοι για να ακούσουν προσεκτικά και να επισημάνουν τις συμπεριφορές που δυσχεραίνουν την καθημερινότητα,
  • η παροχή προτάσεων για καλύτερη διαχείριση της προβληματικής συμπεριφοράς και των συναισθημάτων που προκαλεί.

H Τηλεφωνική Γραμμή Ψυχολογικής Υποστήριξης και Τηλεσυμβουλευτικής 1114 του προγράμματος ΚΕΘΕΑ ΑΛΦΑ λειτουργεί από Δευτέρα έως Παρασκευή σε δωδεκάωρη βάση (9.00 – 21.00), με αστική χρέωση (1 μονάδα) απ΄ όλη την Ελλάδα και σεβασμό στην ανωνυμία και το απόρρητο.

Πέραν της τηλεφωνικής γραμμής 1114, υπηρεσίες ενημέρωσης και υποστήριξης παρέχονται και μέσω email (τηλεσυμβουλευτική) στο admin@1114.gr.

Περισσότερες πληροφορίες για το πρόγραμμα ΚΕΘΕΑ ΑΛΦΑ μπορείτε να βρείτε στο www.kethea-alfa.gr.

Σημείωση: Η εικόνα που διάλεξα για αυτήν την ανάρτηση αναφέρεται στην χορηγία του ΟΠΑΠ για το πρόγραμμα. Η ειρωνεία της χρηματοδότησης. Μεγάλοι κερδοφόροι οργανισμοί που βγάζουν εκατομμύρια από την κατάχρηση στην οποία οι ίδιοι ωθούν μέσα από έξυπνες και πανάκριβες διαφημίσεις, είναι αυτοί που αναγκάζονται να χρηματοδοτήσουν και τα προγράμματα απεξάρτησης για τα θύματα της διαφήμισης τους. Πέρα από όλα αυτά, το πρόβλημα του εθισμού στον τζόγο είναι υπαρκτό και καταστρέφει πολλές ζωές. Οι συνάδελφοι του ΚΕΘΕΑ-ΑΛΦΑ κάνουν εξαίρετη δουλειά, και έχουν κερδίσει το σεβασμό μου με το μεράκι τους, την επιστημονική τους κατάρτιση και την ανθρωπιά τους.

Aug 182011
 

Σκέψη, είναι εστιασμένη ονειροπόληση (reverie). Ονειροπόληση, είναι απελευθερωμένη σκέψη. Ένα από τα μαθήματα της ονειροπόλησης είναι ότι, ενίοτε, χρειάζεται να κοιμάσαι με τα μάτια ανοιχτά, για να μπορεί η γνώση να βρει το μονοπάτι της καρδιάς.

Πηγή: New York Times

On Reverie

by Raphael Enthoven

It’s a sweet drug that plays with fire. A wasteland — forest of ruins or paved-over jungle depending on whether wakefulness or sleep tips the scales. An old city where the shadows still hold a trace of vanished occupants, where detailed buildings, patiently reconquered by nature, suddenly still are there, sand castles. Through the dreamer’s kaleidoscope where the absence of desire is taken as reality, birds slash through the twilight, cypress trees dive into the pool, stars sparkle in the sea, clouds take on shapes, water lilies bloom in the sky, plans become flexible, the limit to how far things can go relaxes, thought dances, light is lit by shade, opposites are juxtaposed, merge and become linked in a prelude to beauty: reverie is contemplation’s prehistory, the education of the gaze by the eyes of the soul.

Suddenly, the world before concepts.

Daughter of consciousness and sleep, reverie blends their realms. Like intoxication, reverie is lucidity without an object, an activity but one that’s passive, a search that begins by giving up and lets itself be dazzled rather than looking. It remains, happily, somewhere between imagination and the ability to put it to use. The dreamer, unlike the sleepwalker whose consciousness lies fallow, has his head on his shoulders as he meanders on; he’s a daywalker who sleeps with only one eye like a dolphin, drowsy enough to see the unseeable but awake enough to mumble what he has glimpsed. The more absent he becomes, the more the dreamer opens to the merging of types and images. Reverie is the one way in which, without contradiction, one can want to not want. ‘When,” said Proust, ”we reflect upon the past in our daydreams and seek, in order to recapture it, to slacken, to suspend the perpetual motion by which we are borne along, gradually we see once more appear, side by side but entirely distinct from one another, the tints which in the course of our existence have been successively presented to us by a single name.” Reverie is contemplation from within, letting the person who gives way to it feel change.

Born of the desire — and not the need — to be directly involved in our surroundings, reverie strips the world of its utility. It borrows the power of narration from wakefulness and the power of divination from sleep, and keeps them vying to suspend the alternation of day and night. Reverie is how one arrives at immediacy.

Between the sweetness of being and the pain of thinking, between sleep that is opaque to itself and the blindness of one who can’t see the stars because of daylight, lies the talent to glimpse what escapes us, the equivalent of the dawn that threatens at every instant to evaporate into dream or condense into knowing, but in that interval (and pen in hand) replaces something impenetrable with something immaterial and reveals the imaginary foundations of reality. Reverie never rests.

“Thought,” Bachelard says, “is reverie brought to a center. Reverie is thought turned loose.” One of the lessons of reverie is that you have to sleep with your eyes open occasionally so that knowledge can find the path hearts take. For reverie is not an artifice of hidden meaning but, instead, works to squeeze every last drop from appearances. Its grail is not truth but the merging of types, just as Geoffrey Firmin, the consul in Malcolm Lowry’s “Under the Volcano,” became sensitive in his drunkenness to the “beauty of an old woman in Tarasco playing dominos at seven in the morning,” or Proust’s Léontine Cottard, half asleep, heard her husband using words such as “confrérie” and “tapette” about the Baron de Charlus and, knowing that in Cottard’s language the first meant the Jewish people and the second a wagging tongue, came to the conclusion that Charlus must be a garrulous Jew which, when all is said and done, isn’t so stupid.

Because it generously accords the world the absentmindedness it deserves, reverie is light years distant from being a distraction, which does reality the considerable honor of turning its back on it. In fact, reverie celebrates the rediscovery of understanding and imagination, sets free the secret of disinterest which, because it lets you see beauty without your consent and see nature without ego, invests the world with intense interest. “In the trembling of a leaf,” says Baudelaire, “in the color of a blade of grass, in the shape of clover, in the buzzing of a bee, in the sparkle of a drop of dew, in the sighing wind, in the vague fragrance coming out of the woods, an entire world of inspirations is produced, a magnificent and colorful parade of disorganized and rhapsodic thoughts.” Like a good genie who would replace the world left behind with a shimmer, or a novel that, as you read it, immensely intensifies emotions, engraves reality, unleashes pleasures and joys that one life would not suffice to reveal, reverie — intuitive nescience —shatters the dreamer into an atopia of sensations outside himself and responsive intuitions. It’s a transition, a passage where the heart, confounded, inseparable from what it feels, converts habit into astonishment. It’s a fugue into harmony, an awakening in the shape of an exile that grants a human being the intuition of change. A salutary desertion that from time to time allows you to enter the heart of the matter.

(translated from the French by Betsy Wing)

Raphaël Enthoven teaches philosophy at École Polytechnique and Sciences Po in Paris. He has served as producer and host on French television and radio shows, including the weekly show “Philosophie.” His most recent book is “Le philosophe de service et autres textes” (“The On-Duty Philosopher and Other Texts”), from which this post is adapted.

 

Aug 172011
 

Πηγή: Ελευθεροτυπία

«Μόνο ιμάντες και πάνες για τους ψυχικά πάσχοντες»

Με αφορμή το δημοσίευμα της «Κ.Ε.» (7/8/2011) με τίτλο «Παράνοια στις συντάξεις Πρόνοιας» λάβαμε την εξής επιστολή την οποία υπογράφουν οι Γ. Αστρινάκης, Δ/ντής ψυχίατρος (Δρομοκαΐτειο), Γ. Κοκκινάκος, Δ/ντής ψυχίατρος (ΚΨΥ Χανίων), Κ. Μάτσα, Δ/ντρια ψυχίατρος (18 Ανω), Θ. Μεγαλοοικονόμου, Δ/ντής ψυχίατρος (ΨΝΑ-ΚΨΥ Αγίων Αναργύρων) και Κώστας Μπαϊρακτάρης, Αναπληρωτής καθηγητής ψυχολογίας ΑΠΘ:

«”Αναγκαίο κακό” χαρακτήριζε ο γ.γ. του υπουργείου Υγείας Γ. Κατριβάνος, δικαιολογώντας, σε δήλωσή του στην “Ε” της 16/2/2011, το δέσιμο των παιδιών με νοητική υστέρηση και “αυτοκαταστροφικές τάσεις” στα Λεχαινά και όπου αλλού οι ψυχίατροι διαπιστώνουν τέτοιες συμπεριφορές και δεν ξέρουν να τις αντιμετωπίσουν παρά μόνο μ’ αυτό τον τρόπο.

Συνεπής προς αυτή του την άποψη, και προσπαθώντας να δικαιολογήσει τη ληστρική αρπαγή των συντάξεων των ψυχικά πασχόντων που φιλοξενούνται σε δομές “κλειστής περίθαλψης”, δηλώνει στην “Κ.Ε.” της 7/8/2011: “Οταν κάποιος είναι εσώκλειστος και δεν βγαίνει καθόλου έξω, τι να τα κάνει τα 300, 400 ή 1.000 ευρώ; Τι έξοδα έχουν που δεν τους καλύπτει το νοσοκομείο ή το ίδρυμα;.. Μπορεί να χρειάζονται πάνες ή αποκλειστικές νοσοκόμες…”.

Αλλά σε σχέση μ’ αυτό, πρώτον, ο κ. Κατριβάνος ψεύδεται ασύστολα όταν λέει ότι “δεν βγαίνουν έξω” γιατί, τουλάχιστον αυτοί που μένουν σε ξενώνες και οικοτροφεία, βγαίνουν και είναι αυτός ακριβώς ο στόχος των δομών αυτών, η κοινωνικοποίησή τους και η επανένταξή τους και δεύτερον, όσο γι’ αυτούς που, στα διάφορα ιδρύματα, έχουν μεγάλες δυσκολίες και σοβαρές αναπηρίες και δυσκολεύονται να “βγουν έξω”, αυτό που τους λείπει είναι ακριβώς τα θεραπευτικά προγράμματα που θα τους διευκολύνουν να βγαίνουν. Το επίπεδο της ψυχοκοινωνικής φροντίδας, όμως, που έχει στο μυαλό του ο κ. Κατριβάνος φτάνει μόνο μέχρι τις “πάνες” και την “αποκλειστική νοσοκόμα”.

Λοβέρδος και Κατριβάνος μάς γυρίζουν πριν από την “εποχή της Λέρου”, ανίκανοι να βγάλουν τα μαθήματα από το μετασχηματισμό του εκεί ψυχιατρείου (τη συνάρθρωση εναλλακτικών θεραπευτικών προσεγγίσεων και διάθεσης υλικών πόρων) που επέτρεψε σε ανθρώπους ξεγραμμένους και εξοντωμένους από την κατεστημένη ψυχιατρική, να “βγουν έξω” και να ζουν, μέχρι και σήμερα, μέσα στην κοινότητα. Μας γυρίζουν πριν και από την ίδρυση του ΚΘ Λέρου, το 1958, όταν το σκεπτικό που προβλήθηκε, από τους τότε κρατούντες, για την εξορία των ψυχικά ασθενών, ήταν “να τους πάμε κάπου για καλύτερα” (για να γίνει, εν συνεχεία, αυτό που όλοι ξέρουμε). Η τωρινή ηγεσία του υπουργείου, όμως, δεν χρειάζεται καν άλλοθι. Θεωρεί ότι καλώς είναι δεμένοι, καλώς είναι εσώκλειστοι, τι τα χρειάζονται τα λεφτά αφού οι μόνες τους ανάγκες είναι οι πάνες. Είναι “ζωές ανάξιες να ζουν”.

Αφήνουμε για το τέλος τη γνωστή λαϊκίστικη κατηγορία του κ. Κατριβάνου εναντίον ολόκληρης της κοινωνίας: “Πολλούς ανθρώπους”, λέει στην “Κ.Ε.” της 7/8, “που θα μπορούσαν να συντηρηθούν στα σπίτια και κοντά στις οικογένειές τους, τους στέλνουν σε ιδρύματα και κρατάνε τη σύνταξη και προνοιακά επιδόματα και όλα τα δικαιώματα που μπορεί να έχουν…”.

Κατ’ αρχήν, μια υπηρεσία που λειτουργεί σωστά, επιδιώκει ως πρώτιστο θεραπευτικό καθήκον και έχει τα μέσα να διεκδικήσει και να διασφαλίσει τα δικαιώματα του προσώπου, ότι, δηλαδή, το όποιο εισόδημα ανήκει στον φιλοξενούμενο, εισπράττεται απ’ αυτόν και/ή δαπανάται πλήρως και αποκλειστικώς προς όφελός του.

Αλλά υπάρχει κάτι πολύ περισσότερο απ’ αυτό. Ο κ. Κατριβάνος δεν λέει ότι οι περισσότερες από τις οικογένειες που απορρίπτουν τα πάσχοντα μέλη τους (μικρό ποσοστό των οποίων σφετερίζεται τις συντάξεις), είναι πολυπροβληματικές. Οτι η διαδικασία της απόρριψης και του αποκλεισμού είναι προβλήματα προς επίλυση αυτής της κοινωνίας, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις βαριάς αναπηρίας και σοβαρών ψυχικών διαταραχών που συνδυάζονται με κοινωνική περιθωριοποίηση, φτώχεια και/ή δυσλειτουργία του “πλαισίου στήριξης”. Αυτός, άλλωστε, ήταν ένας από τους κύριους στόχους της πάλαι ποτέ “ψυχιατρικής μεταρρύθμισης”. Εγιναν ποτέ Κέντρα Ψυχικής Υγείας και ολοκληρωμένα δίκτυα κοινοτικών υπηρεσιών που θα στήριζαν τους πάσχοντες και τις οικογένειές τους και υπήρξε ποτέ κοινωνικό κράτος που θα στήριζε υλικά και θα έδινε διεξόδους στην υπαρξιακή και κοινωνική οδύνη αυτών των οικογενειών; Ως πότε θα εκμεταλλευόμαστε τα αποτελέσματα, που εκφράστηκαν με την μετατροπή του πόνου και της ανέχειας σε σκλήρυνση και απόρριψη του πάσχοντος μέλους, και των οποίων η αιτία ήταν η ανέκαθεν κρατική αδιαφορία και αναλγησία και η διαχρονική υποχρηματοδότηση και η δραματική έλλειψη των κατάλληλων υπηρεσιών που θα αντιμετώπιζαν αυτά τα ζητήματα;

Οπως σε όλους τους τομείς της ελληνικής κοινωνίας, έτσι και στην Υγεία, Λοβέρδος και Κατριβάνος εκμεταλλεύονται τα προβλήματα, τις δυσλειτουργίες και τη διαφθορά που το σύστημα, που οι ίδιοι υπηρετούν, δημιούργησε όλα αυτά τα χρόνια, για να ξεχαρβαλώσουν τα πάντα, μην καταλαβαίνοντας, μη βλέποντας και μην ακούγοντας τίποτε άλλο παρά τις εντολές της τρόικας».

Aug 172011
 

Μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη για τα όνειρα και τη σχέση τους με τη ζωή μας.

Πηγή: The Sun Magazine

What Did You Dream Last Night?

Marc Ian Barasch On What The Psyche Is Trying To Tell Us

by Barbara Platek

There was a time when Marc Ian Barasch paid scant attention to his dreams. Like many people, he viewed them as intriguing but forgettable, “a nocturnal reshuffling of the mental deck,” as he once wrote. But after a series of vivid nightmares presaged a cancer diagnosis, he had a thorough change of heart. Barasch embarked on a project to explore and document the importance of dreams.

Fifteen years of research led him to the conclusion that dreams play a pivotal role in our lives. After traveling the globe to interview dream experts of all kinds — including scientists, psychotherapists, and indigenous healers — and undertaking an in-depth analysis of the voluminous dream notebooks he’d kept during his illness, Barasch gathered his findings into a book, Healing Dreams: Exploring the Dreams That Can Transform Your Life, which won the Nautilus Award for best psychology title in 2001. His other books include The Healing Path: A Soul Approach to Illness (1992); Remarkable Recovery: What Extraordinary Healings Tell Us about Getting Well and Staying Well(with Caryle Hirshberg, 1995); and Field Notes on the Compassionate Life: A Search for the Soul of Kindness(2005).

Barasch was born in 1949 and grew up in New Rochelle, New York. The son of a television and film producer, he studied film at Yale University, along with literature, psychology, and anthropology. He has been an editor at Psychology Today, Natural Health, and New Age Journal (which won a National Magazine Award under his tenure), and he has twice been shortlisted for the PEN Literary Award. A practicing Buddhist, Barasch helped found the psychology department at Buddhist-established Naropa University in Boulder, Colorado, which combines Eastern and Western educational traditions. He has played and recorded with the Rock Bottom Remainders, a rock band whose members are all famous authors, including Amy Tan, Barbara Kingsolver, and Stephen King.

In 2006 Barasch founded the Green World Campaign, a nonprofit organization whose primary goal is to “turn degraded lands green again” by planting billions of trees. He currently serves on the advisory committee of the United Nations Forum on Forests Secretariat for the International Year of Forests 2011.

I spoke with Barasch several times for this interview: twice while he was visiting Los Angeles and once when he was back home in Boulder. I was impressed by his ability to articulate esoteric concepts in a lively and approachable way. Most striking, however, was his passion for his work. The possibilities of the dreaming mind remain largely untapped, he says, and if you approach even a single dream with respect, insight, and tenderness, you might never be the same again.

Platek: Why is it important to pay attention to our dreams?

Barasch: Dreams present to us parts of reality and of the psyche that we often overlook or don’t wish to see. They are concerned with the growth of the soul. The word for “dream” in Hebrew — chalom — is derived from the verb meaning “to be made healthy or strong.” Dreams tell us that we live up to a mere fraction of our potential and that there are great treasures to be found in the unknown portion of our being. If we heed our dreams, they can help us develop new attitudes toward ourselves and others. They can deepen our spiritual impulses, expand our emotional lives, and produce all manner of changes in our careers and relationships.

Platek: The molecular biologist and codiscoverer of DNA Francis Crick said that dreams are simply “cerebral housecleaning,” that we dream in order to store memories more efficiently.

Barasch: From the neurological perspective all learning is a matter of efficient organization, consciousness is simply an emergent property of sufficiently complex matter, and our dreams are just random discharges of the brain sputtering along. But anyone who investigates dreams cannot help but be astonished by their underlying meanings. Personally I think it takes almost an act of will to deny the intelligence that comes through in our dreams.

Platek: Where do you think dreams come from?

Barasch: A traditional explanation might be that a dream is our unconscious recycling or grappling with problems in our life or long-standing psychological issues. A Freudian might say that they are wish fulfillments. Both these perspectives suggest that the content and meaning of our dreams are already contained within the psyche. But [Swiss psychiatrist] Carl Jung suggested that dreams come from an even deeper place — a collective psyche — and so it is possible for us to dream about things that we have never seen or known. Jung also said that dreams attempt to balance us when we become lopsided — when we lean too much toward one side of our personality or the other.

Platek: You had a series of dreams that may have saved your life.

Barasch: I was working as a magazine editor when my dreams began to take on an unusual intensity. In one dream the “greatest mass murderer in the history of mankind” had “escaped from a cell” and was attempting to decapitate me with an ax. In another dream, Death was looking through my basement window. There were quite a few about necks: A bullet was lodged in my throat. Long needles were stuck into my “neck brain.” It got to the point where I couldn’t ignore the dreams any longer. I went to a doctor and was eventually diagnosed with thyroid cancer — basically, cancer of my “neck brain” — and had surgery to remove the tumor.

There is a communication system between the brain and the rest of the body that functions without our conscious awareness. Hormones whiz back and forth carrying biochemical messages between the brain and the cells of our body. The brain sometimes processes that information as images, and some of the images I dreamed turned out to be accurate diagnostic information that was not initially reflected in medical tests. At the same time, the dreams were not just a functional scan of the body, like an MRI; they portrayed the meaning of the ailment and pointed toward a path to greater wholeness. For example, I dreamed an iron pot was suspended under my chin, burning my throat. Three holes had been drilled in my head, and a voice said, “We are going to boil your brains out.” Naturally this was terrifying at first. It wasn’t until later that this image of the pot began to resonate with me. My brains were being “boiled out” because I had to relinquish an old way of thinking to discover a new one not based solely on my preconceptions. There is a notion in many spiritual paths of the sacrificium intellectus, the setting aside of the purely rational function to access the intuitive mode. In actuality there was nothing wrong with my brain. That is why we can’t simply regard dreams as a diagnostic device. They contain other material of significance to the soul, the personality, the larger self, and so on.

Platek: How did this experience change your view of dreams?

Barasch: When these dreams came initially, I probably had the same relationship with them that most people do with their dreams: I viewed them as sort of hazy psychic leftovers. But these particular dreams could not be easily dismissed. I felt that they were urgently trying to tell me something, but it all seemed like gibberish. This was before I learned to take my dreams seriously, to regard them as messages from what Jung called the “two-million-year-old self.”

Platek: Why do you think signs of illness might show up in dreams?

Barasch: It could be an evolutionary trait, a survival strategy in which we experience subliminal cues from the body that all is not well. The waking brain is geared toward daily activities and doesn’t get the message, but on the dream stage things that were in the background can come into the spotlight. So it is possible that we have been feeling something in our bodies that we just didn’t register, and the dream brings it forth. Bear in mind that neuropeptides are generated by every cell in the body, and the brain has receptors for them. So activity in the cells can create images in the brain. It’s a two-way street, of course: we envision a delicious meal in our visual cortex, and our stomach growls.

Platek: How do we recognize when we have had a “healing dream”?

Barasch: First of all, the emotions accompanying these dreams tend to be powerful and vivid — terror, awe, joy. When we have what Jung called “big dreams,” we know that we have experienced something out of the ordinary. In all the cultures where I did research, people made a distinction between big, healing dreams and regular dreams. Tibetan Buddhists talk about “clear dreams,” which are said to be the unobstructed voice of wisdom. The sangomas — traditional healers of South Africa — call them “talking dreams.” They told me that you have to treat these dreams differently, because they are more literally true. They can be prophetic and have social or cosmological implications.

Frequently the sensory aspect of the dream is heightened. The colors may be jewel-like, the spaces vast. There can be experiences like hearing some great voice making proverb-like pronouncements. They often sound like poetry or headlines — words that want to be remembered. The quality of light in the dream may be different. People describe a kind of cinematic vividness. Such dreams have complex plots and subplots and dramatic narrative structures. Like ancient Greek theater, they seem designed to produce a catharsis, to lead us to metanoia — a change of heart. They make us realize that we are in the presence of something larger than ourselves.

I suspect that the memory traces for these dreams are stored differently so that we can still remember the dream vividly after we wake up. They might be processed differently in the brain as well, the way a traumatic memory is processed by the amygdala. Regular dreams are simply less memorable.

Platek: How often do people have healing dreams?

Barasch: I can say it’s more common for people to have them during periods of crisis. When we are at a crossroads, the psyche seems to respond with meaningful dreams. Of course, shamans may have a great many more of these dreams than the rest of us, and every society has shamans, regardless of what we call them.

On the other hand, there are people who tell me that they have never had this kind of dream. I don’t think this tells us anything detrimental about them. Perhaps they are more awake in some other way.

Platek: How would you advise someone to respond to a healing dream?

Barasch: I think it’s important to talk to someone who knows about dreams, such as a good therapist. I admit I’m partial to Jungians. Jung’s work was based on his own experience of this archetypal realm, and he counseled respect for the living quality of images and circumambulation rather than straight-line analysis. I also recommend a dream group. A healing dream needs to be shared. For example, Gandhi had a dream at a crisis point during India’s fight for independence. There was infighting going on, and the whole independence movement was in danger of falling apart. In his dream all the different factions were marching in the street together in celebration. Nehru, who later became India’s first prime minister, dismissed this dream, but Gandhi wrote to all the leaders of the different factions until, through his lobbying, the march — called a hartal — actually took place. It was considered the turning point in the fight for Indian independence.

A healing dream often requires some kind of action. It is a piece of the psyche that has presented itself to us like a flaming meteorite that has landed on earth — or, maybe more apropos, a deep wellspring bubbling out of the rocks. We don’t want to sequester these dreams in an ivory tower and look at them as objects of interest. We need to reenact them somehow: draw them, dance them, tell them. When we do this, we make our outer lives more consonant with the inner life of the soul. If you believe that dreams are in service to growth, then you will want to do something — even something small — in response.

Platek: You refer to dreams as “advocates for the soul.”

Barasch: Yes, the dreams uphold the soul’s values. They tell us that we — our ego selves — are not who we think we are. They encourage us to live truthfully, right now and always. Of course these messages might not be what we want to hear. Sometimes dreams may advocate for life changes that are challenging, to say the least. Dreams really have no time for niceties or for the stories we tell ourselves about who we are. In dreams our narrow selfhood is expanded — the dreams will not allow us to be so small — and we experience ourselves as part of something larger. They thrust upon us realities that are too often obscured, either by our tendency to sell ourselves short and smooth things over or by the gap between what we know deep inside and what we prefer to believe on the surface. Healing dreams are straight from the source. They are realer than real. They stay with us.

Platek: Is there a danger of placing too much emphasis on our dreams? Could they lead us astray?

Barasch: Well, Jung was quick to point out that it is naive to think the unconscious can solve our problems for us. There is a reason we have consciousness. We can’t simply hand over our decisions to our dreams. We need to have a dialogue with them. Jung spoke about engaging with the unconscious. A patient once came to him with a dream about climbing a mountain and stepping out into thin air. The dreamer felt exhilaration, but Jung was concerned that the man was in danger, that this was not transcendence but inflation and hubris, and counseled him against scaling any literal peaks. The man was later killed in a mountaineering accident. There are plenty of cases in which someone assumes naively that a dream is sanctioning certain erratic behavior. Dreams can help us connect to the realm of the soul, but if we have a dream in which we shoot someone, it doesn’t justify doing that in real life. We are better off first looking diligently for the symbolic meaning of a dream.

Platek: What would you say to those who think that interpreting dreams is an escape from the real issues of life?

Barasch: There is a part of us that has contempt for the psyche and, in a sense, for the truth, because the truth is often disturbing. When we say a dream is just a trifle or a fantasy, we insulate ourselves from reality. We are actually defending ourselves from the wisdom of dreams and their tendency to challenge our beliefs.

Platek: Would you tell someone who has just lost a job or a home to pay attention to his or her dreams?

Barasch: I think that is exactly the sort of moment when we should pay the closest attention. Inner guidance seems to come to us in a crisis, because the crisis creates a gap for it to pass through. What keeps us from listening to our deeper knowing is our daily routine. If we cherish our dreams, they will guide us through the dark. Mythology tells us that when we are lost in the dark woods, guidance appears from unexpected — often humble and overlooked — sources. The alchemists said that the philosopher’s stone, which turns base metals into gold, is “the stone the builders cast aside.” Dreams are like that. They point to what we’ve overlooked — often something that seems weak, small, or quiet. When our lives fall apart, we are more open to that part of the psyche that wants change.

Platek: What happens if a dream doesn’t speak to us during a crisis?

Barasch: Sometimes it is simply left up to us to decide what to do. We can’t rely on dreams to provide all the answers. Even when a dream does come, we still have to make choices.

Platek: You’ve referred to your illness as a “calling.”

Barasch: First, it’s important to point out that nobody wants to be ill, and there are plenty of other ways to be “called.” But let me back up and speak about what I see as a kind of new-age Calvinism that blames the sick for their own illnesses. The Calvinists were Christians who believed that if you were healthy and whole, it was a sign you were in God’s favor. The new-age version tells us that if we fall ill, we’ve brought it on ourselves through negative thinking, wrong living, and so on. But many of our health problems are not personal at all. They are just biology, and their causes might be civilizational and collective.

That said, I think some illnesses do ask us to change. There is evidence that persistent emotional patterns create stress in the body. States of disharmony can make us more vulnerable to disease. They are not the cause, but one factor, perhaps. So the disease might be approached as a catalyst for greater harmony.

In our culture we are asked to view illness as a kind of mechanistic failure, but our dreams may contradict that as too simplistic. When I was ill, my dreams pointed toward other issues in my life. For example, my cancer was in the throat, so there were images having to do with the voice, with expression, with creativity. The dreams implied that a journey was underway; they hinted at a spiritual process linked to the illness. Before I even understood that something was physiologically wrong, I had a sense of being summoned. Many shamanic cultures understand these moments of crisis or descents into the underworld to be a period of inner growth. Mythologist Joseph Campbell, who spoke of “the hero’s journey,” pointed out that the journey often begins with a wound. The hero or the protagonist is suddenly impeded in his or her progress through the outer world. He or she has to undergo a period of hardship in order to fulfill his or her destiny. Heroes are obliged to leave behind the comforts of life as they know it and undergo a series of trials, after which they reemerge into the world more whole.

Platek: Can you imagine a time when a patient’s dreams might be recorded in his or her medical chart?

Barasch: Absolutely. In Healing Dreams I write about a woman who had been diagnosed with benign fibroid tumors. She had a dream in which she was on a plane that was waiting on the runway, and she saw a woman outside the plane trying to warn her about something. The woman was banging on the window, but the dreamer wasn’t paying attention. As the plane taxied, the woman ran alongside, still trying to warn the dreamer about some danger, running until, horrifically, her feet were worn down to the bone. After the dreamer awoke, she began to work with the dream and discovered that it felt as though something was wrong with the “belly of the plane.” She went for a second opinion about her fibroids and discovered that, in fact, she had cancer “in her belly,” so to speak. So this dream alerted her to a life-threatening situation that her medical exams hadn’t detected.

It’s not only dreams that need to be interpreted. If we applied the same interpretive process to our waking lives, we might perceive a layer of meaning that is otherwise hidden. In other words, we could see that our experiences have psychological and spiritual dimensions to them and that what are sometimes called “synchronicities” are not random, meaningless occurrences. When we do that, we connect more deeply to life.

 

Aug 162011
 

Επιστροφή από ολιγοήμερες διακοπές. Η Αθήνα άδεια, η Ευρώπη αναστατωμένη (και όχι μόνο). Το Λονδίνο υπόσχεται μια ενδιαφέρουσα συνδιάσκεψη. Η ‘πολεμική’ γλώσσα της ανακοίνωσης κατανοητή. Πότε θα βρούμε ισορροπία όμως ανάμεσα στην αναγκαία σύγκρουση και την εξίσου αναγκαία συνύπαρξη. Υπάρχει χώρος για όλους;

 
Κάλεσμα για μια Ευρωπαϊκή Συνδιάσκεψη ενάντια στη λιτότητα, στις απολύσεις και στις ιδιωτικοποιήσεις και για την υπεράσπιση του Κράτους-πρόνοιας

Ένα νέο κίνημα γεννιέται στην Ευρώπη. Στην Ελλάδα, το Μάη, μια σειρά από απεργίες κλόνισαν τη κυβέρνηση. Στη Γαλλία, το περασμένο φθινόπωρο, εκατομμύρια άνθρωποι έκαναν απεργία και κατέβηκαν στους δρόμους για να αντιταχθούν στην αύξηση της συντάξιμης ηλικίας. Γενικές απεργίες έγιναν στην Ισπανία, στην Ιταλία και στη Πορτογαλία. Στη Μεγάλη Βρετανία, ένα νέο φοιτητικό κίνημα κατέβηκε στους δρόμους ενάντια στη διάλυση της εκπαίδευσης για όλους. Η Ιρλανδία γνώρισε τη μεγαλύτερη συνδικαλιστική της διαδήλωση εδώ και μια γενιά και μεγάλες διαδηλώσεις έγιναν στη Γερμανία, στη Ρουμανία, στην Ισλανδία και αλλού.

Οι λαοί της Ευρώπης είναι αντιμέτωποι με ένα κοινό εχθρό. Το παρόν πρόβλημα του χρέους αποτελεί τη τελευταία φάση μιας μακρόχρονης κρίσης του καπιταλισμού που επηρεάζει τώρα πρακτικά κάθε πτυχή της ζωής μας. Ωστόσο, αντί να αντιμετωπίζουν τα βασικά προβλήματα, οι κυβερνήσεις, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα προσπαθούν να κάνουν το λαό να την πληρώσει –μέσω των μειώσεων των δημόσιων δαπανών, των μέτρων λιτότητας, των ιδιωτικοποιήσεων και της απορρύθμισης της αγοράς εργασίας. Εμείς είμαστε για μια εναλλακτική λύση στη νεοφιλελεύθερη Ευρώπη και για την αντίσταση σε αυτή τη καταστροφή.

Σε κάθε χώρα στην Ευρώπη, απειλούνται σήμερα όλες οι κοινωνικές κατακτήσεις της μεταπολεμικής περιόδου. Η μη εκλεγμένη Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα χορηγεί δάνεια σε χώρες όπως η Ελλάδα υπό τον όρο να μειώσει θεαματικά τις δημόσιες υπηρεσίες, τους μισθούς και τις συντάξεις γεγονός που θα οδηγήσει στη μαζική φτώχεια.

Το 2011 θα είναι μια κρίσιμη χρονιά –και πρέπει να κάνουμε τα πάντα ώστε αυτό το νέο κίνημα να δυναμώσει και να αρχίσει να αμφισβητεί την εξουσία των χρηματαγορών. Το πράγμα επείγει. Η οικονομική κρίση συνεχίζει να βαθαίνει, απειλώντας να βυθίσει την Ευρώπη στην ύφεση. Στη Μεγάλη Βρετανία, δημιουργήσαμε ένα «συνασπισμό αντίστασης» στη διάρκεια μιας διάσκεψης το Νοέμβρη που συγκέντρωσε πάνω από 1200 πολιτικούς και συνδικαλιστές αγωνιστές. Είμαστε αποφασισμένοι να αντιταχθούμε σε όλα τα μέτρα λιτότητας και ιδιωτικοποίησης και να υπερασπιστούμε το Κράτος-πρόνοιας. Ενθαρρύνουμε όλες τις οργανώσεις να εργαστούν από κοινού για μια μαζική καμπάνια δράσης στις τοπικές κοινότητες και υπέρ των εργατικών απεργιών από τα συνδικάτα.

Πρόκειται ήδη για ένα διεθνές κίνημα. Όμως έχουμε ανάγκη να μάθουμε από τις εμπειρίες του καθενός και να εργαστούμε με στόχο τη συντονισμένη αντίσταση σε ολάκερη την Ευρώπη και πέρα από αυτή.

Καλούμε λοιπόν σε μια Ευρωπαϊκή Συνδιάσκεψη ενάντια στη λιτότητα, που θα διεξαχθεί στο Λονδίνο προσωρινά το Σάββατο 1η του Οκτώβρη, με αντιπροσωπείες και εκπροσώπους συνδικάτων, κοινωνικών κινημάτων και προοδευτικών οργανώσεων από όλη την Ευρώπη. Ελπίζουμε αυτή η συνδιάσκεψη να αποτελέσει ένα βήμα προς το συντονισμό της αντίστασης καλώντας σε μια ημέρα πανευρωπαϊκής δράσης ενάντια στη λιτότητα, στις απολύσεις και στις ιδιωτικοποιήσεις και για την υπεράσπιση του Κράτους-πρόνοιάς μας.

Με την αλληλεγγύη μας,

Tony Benn, πρόεδρος Coalition of Resistance

Len McCluskey, Unite General Secretary

Bob Crow, RMT General Secretary

John McDonnell MP (βουλευτής)

Jeremy Corbyn MP (βουλευτής)

Caoline Lucas MP (βουλευτής)

Jeremy Dear, NUJ General Secretary

Lindsey German, Convenor Stop the War

Paul Mackney, former UCU General Secretary

Fred Leplat, Coalition of Resistance

Hilary Wainwright, Red Pepper

Ken Loach

Imran Khan, the People’s Charter

Chris Bambery, Secretary Right to Work campaign

Andrew Burgin, Secretary Coalition of Resistance

Bill Greenshields, Chair Communist Party of Britain

Claire Solomon, President ULU Students Union

Kate Hudson

Lee Jasper, BARAC