May 182017
 

Το Processwork Greece και το Processwork Hub συμμετέχουν στο συμπόσιο στη Στέγη.

Συμπόσιο: Διαστάσεις της ταυτότητας φύλου & του σεξουαλικού προσανατολισμού

Η ποικιλομορφία της LGBTQ+ κοινότητας

28/5/17 @ 10.00 π.μ.

Ένα συμπόσιο για την ποικιλομορφία που μας αφορά όλες κι όλους από τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, τη Γραμμή Ψυχολογικής Στήριξης 11528-ΔΙΠΛΑ ΣΟΥ, το Deree – Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος και την Πρεσβεία των Η.Π.Α. στην Αθήνα.

Οι εξελίξεις γύρω από την ταυτότητα φύλου και τον σεξουαλικό προσανατολισμό φέρνουν το ζήτημα στο προσκήνιο του δημόσιου διαλόγου πιο δυναμικά από ποτέ. Η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, σε συνεργασία με τη Γραμμή Ψυχολογικής Στήριξης 11528-ΔΙΠΛΑ ΣΟΥ και το Deree – Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος και με τη υποστήριξη της Πρεσβείας των Η.Π.Α. στην Αθήνα, οργανώνουν ένα πρωτοποριακό συμπόσιο με σκοπό την παρουσίαση της αιχμής των ιδεών της ακαδημαϊκής έρευνας, εστιάζοντας στις τρέχουσες προκλήσεις και τις πρόσφατες εξελίξεις, διαμορφώνοντας έναν ασφαλή χώρο κοινωνικού διαλόγου.

Το συμπόσιο απευθύνεται σε επαγγελματίες ψυχικής υγείας, φοιτήτριες και φοιτητές, εκπαιδευτικούς, αλλά και σε όσες κι όσους ενδιαφέρονται για τα θέματα της ταυτότητας φύλου ή/και του σεξουαλικού προσανατολισμού.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ
Κυριακή 28 Μαϊου

10:00-11:00 | Εγγραφές
11:00-11:15 | Χαιρετισμός και εισαγωγή

11:15-12:00 | Otherness & Human Dignity: a Story of ‘Something Missing’
Dr. Ματίλντα Χατζηπαναγιώτου: Dean of Students | Deree – The American College of Greece

Introduction to Gender & Identity
Νάνσυ Παπαθανασίου, PhD: Επιστημονική σύμβουλος | Γραμμή Ψυχολογικής Στήριξης 11528-ΔΙΠΛΑ ΣΟΥ

12:00-12:15 | Διάλειμμα

12:15-13:15 | Κεντρική Ομιλία
New Understandings of Sexual Orientation and Sexual Fluidity: Implications for Advocacy
Dr. Lisa M. Diamond: Καθηγήτρια Ψυχολογίας και Σπουδών Φύλου στο Πανεπιστήμιο της Utah

13:30-14:30 | Hub Session
Emerging Psychological and Social Identities
Φρόσω Μόττη – Στεφανίδη, PhD | Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Ελένη Βούσουρα, PhD | Deree – The American College of Greece
Βαλέρια Πομίνι, PhD | Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Λήδα Αναγνωστάκη, PhD | Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Συντονίζει η Νάνσυ Παπαθανασίου, PhD

14:30-15:00 | Διάλειμμα

15:00 – 15:50 | Κεντρική ομιλία
LGBTQ+ Refugees: Escaping Victimization
Dr. Nadia Banteka: Επίκουρη καθηγήτρια Διεθνούς Δικαίου στη Νομική Σχολή του Tilburg και στο INTERVICT

16:00 – 17:00 | Hub Session
LGBTQ+ Refugees in Greece
Λευτέρης Παπαγιαννάκης | Αντιδήμαρχος Δήμου Αθηναίων για θέματα μεταναστών και προσφύγων
Χάρης Κούντουρος, PhD | Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Μαργαρίτα Κοντομιχάλη, PhD | Solidarity Now
Katherine Reilly | Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών
Συντονίζει η Aλεξάνδρα Βασιλείου, PhD | Processwork Hub

συντελεστές

Επιστημονική Υπεύθυνη: Νάνσυ Παπαθανασίου
Παρουσίαση: Θάνος Βλαχογιάννης
Οργάνωση: Μαριλένα Ντάνια

Γλώσσα:
Το συμπόσιο θα πραγματοποιηθεί στα αγγλικά, χωρίς διερμηνεία.

Το συμπόσιο απευθύνεται σε:
Επαγγελματίες ψυχικής υγείας, φοιτήτριες και φοιτητές, εκπαιδευτικούς, αλλά και σε όσες κι όσους ενδιαφέρονται για τα  θέματα της ταυτότητας φύλου ή/και του σεξουαλικού προσανατολισμού.

Η είσοδος για το κοινό είναι ελεύθερη, με σειρά προτεραιότητας. Απαραίτητη η ηλεκτρονική προκράτηση θέσης. Πατήστε εδώ για κράτηση θέσης.

Θα δοθούν βεβαιώσεις παρακολούθησης του συμποσίου.

Πηγή: www.sgt.gr

Jan 242017
 

Πηγή: www.0-18.gr

Πολλοί γονείς μαθητών ανησυχούν μήπως η ένταξη των παιδιών προσφύγων/μεταναστών στην εκπαίδευση σημαίνει αυξημένο κίνδυνο για την υγεία των παιδιών τους. Για τον λόγο αυτό, ο Συνήγορος δημιούργησε ένα βίντεο-συνέντευξη με τις πιο συνηθισμένες ερωτήσεις σχετικά με τις μεταδοτικές ασθένειες και τα βασικά μέτρα πρόληψης.

Στο βίντεο συζητούν ο Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη για τα Δικαιώματα του Παιδιού Γιώργος Μόσχος και ο παιδίατρος – επιδημιολόγος Τάκης Παναγιωτόπουλος, καθηγητής στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας και επιστημονικός σύμβουλος του ΚΕΕΛΠΝΟ.

Το ζήτημα της ένταξης στην εκπαίδευση των παιδιών προσφύγων που βρίσκονται στη χώρα μας απασχολεί ιδιαίτερα τον Συνήγορο του Παιδιού. Στις επισκέψεις του σε σχολεία όπου έχουν ενταχθεί παιδιά πρόσφυγες και στις συναντήσεις του με μαθητές και συλλόγους γονέων, έχει αφουγκραστεί ανησυχίες σχετικά με την προστασία της υγείας των παιδιών και έχει διαπιστώσει ότι είναι αναγκαία η έγκυρη ενημέρωση και ευαισθητοποίηση γονέων, μαθητών και εκπαιδευτικών για το ζήτημα αυτό.

Oct 272014
 

nb

Πηγή: The Guardian

You’re powered by quantum mechanics. No, really…
For years biologists have been wary of applying the strange world of quantum mechanics, where particles can be in two places at once or connected over huge distances, to their own field. But it can help to explain some amazing natural phenomena we take for granted.

Every year, around about this time, thousands of European robins escape the oncoming harsh Scandinavian winter and head south to the warmer Mediterranean coasts. How they find their way unerringly on this 2,000-mile journey is one of the true wonders of the natural world. For unlike many other species of migratory birds, marine animals and even insects, they do not rely on landmarks, ocean currents, the position of the sun or a built-in star map. Instead, they are among a select group of animals that use a remarkable navigation sense – remarkable for two reasons. The first is that they are able to detect tiny variations in the direction of the Earth’s magnetic field – astonishing in itself, given that this magnetic field is 100 times weaker than even that of a measly fridge magnet. The second is that robins seem to be able to “see” the Earth’s magnetic field via a process that even Albert Einstein referred to as “spooky”. The birds’ in-built compass appears to make use of one of the strangest features of quantum mechanics.

Over the past few years, the European robin, and its quantum “sixth sense”, has emerged as the pin-up for a new field of research, one that brings together the wonderfully complex and messy living world and the counterintuitive, ethereal but strangely orderly world of atoms and elementary particles in a collision of disciplines that is as astonishing and unexpected as it is exciting. Welcome to the new science of quantum biology.

Most people have probably heard of quantum mechanics, even if they don’t really know what it is about. Certainly, the idea that it is a baffling and difficult scientific theory understood by just a tiny minority of smart physicists and chemists has become part of popular culture. Quantum mechanics describes a reality on the tiniest scales that is, famously, very weird indeed; a world in which particles can exist in two or more places at once, spread themselves out like ghostly waves, tunnel through impenetrable barriers and even possess instantaneous connections that stretch across vast distances.

But despite this bizarre description of the basic building blocks of the universe, quantum mechanics has been part of all our lives for a century. Its mathematical formulation was completed in the mid-1920s and has given us a remarkably complete account of the world of atoms and their even smaller constituents, the fundamental particles that make up our physical reality. For example, the ability of quantum mechanics to describe the way that electrons arrange themselves within atoms underpins the whole of chemistry, material science and electronics; and is at the very heart of most of the technological advances of the past half-century. Without the success of the equations of quantum mechanics in describing how electrons move through materials such as semiconductors we would not have developed the silicon transistor and, later, the microchip and the modern computer.

However, if quantum mechanics can so beautifully and accurately describe the behaviour of atoms with all their accompanying weirdness, then why aren’t all the objects we see around us, including us – which are after all only made up of these atoms – also able to be in two place at once, pass through impenetrable barriers or communicate instantaneously across space? One obvious difference is that the quantum rules apply to single particles or systems consisting of just a handful of atoms, whereas much larger objects consist of trillions of atoms bound together in mindboggling variety and complexity. Somehow, in ways we are only now beginning to understand, most of the quantum weirdness washes away ever more quickly the bigger the system is, until we end up with the everyday objects that obey the familiar rules of what physicists call the “classical world”. In fact, when we want to detect the delicate quantum effects in everyday-size objects we have to go to extraordinary lengths to do so – freezing them to within a whisker of absolute zero and performing experiments in near-perfect vacuums.

Quantum effects were certainly not expected to play any role inside the warm, wet and messy world of living cells, so most biologists have thus far ignored quantum mechanics completely, preferring their traditional ball-and-stick models of the molecular structures of life. Meanwhile, physicists have been reluctant to venture into the messy and complex world of the living cell; why should they when they can test their theories far more cleanly in the controlled environment of the lab where they at least feel they have a chance of understanding what is going on?

Yet, 70 years ago, the Austrian Nobel prize-winning physicist and quantum pioneer, Erwin Schrödinger, suggested in his famous book,What is Life?, that, deep down, some aspects of biology must be based on the rules and orderly world of quantum mechanics. His book inspired a generation of scientists, including the discoverers of the double-helix structure of DNA, Francis Crick and James Watson. Schrödinger proposed that there was something unique about life that distinguishes it from the rest of the non-living world. He suggested that, unlike inanimate matter, living organisms can somehow reach down to the quantum domain and utilise its strange properties in order to operate the extraordinary machinery within living cells.

Schrödinger’s argument was based on the paradoxical fact that the laws of classical physics, such as those of Newtonian mechanics and thermodynamics, are ultimately based on disorder. Consider a balloon. It is filled with trillions of molecules of air all moving entirely randomly, bumping into one another and the inside wall of the balloon. Each molecule is governed by orderly quantum laws, but when you add up the random motions of all the molecules and average them out, their individual quantum behaviour washes out and you are left with the gas laws that predict, for example, that the balloon will expand by a precise amount when heated. This is because heat energy makes the air molecules move a little bit faster, so that they bump into the walls of the balloon with a bit more force, pushing the walls outward a little bit further. Schrödinger called this kind of law “order from disorder” to reflect the fact that this apparent macroscopic regularity depends on random motion at the level of individual particles.

But what about life? Schrödinger pointed out that many of life’s properties, such as heredity, depend of molecules made of comparatively few particles – certainly too few to benefit from the order-from-disorder rules of thermodynamics. But life was clearly orderly. Where did this orderliness come from? Schrödinger suggested that life was based on a novel physical principle whereby its macroscopic order is a reflection of quantum-level order, rather than the molecular disorder that characterises the inanimate world. He called this new principle “order from order”. But was he right?

Up until a decade or so ago, most biologists would have said no. But as 21st-century biology probes the dynamics of ever-smaller systems – even individual atoms and molecules inside living cells – the signs of quantum mechanical behaviour in the building blocks of life are becoming increasingly apparent. Recent research indicates that some of life’s most fundamental processes do indeed depend on weirdness welling up from the quantum undercurrent of reality. Here are a few of the most exciting examples.

Enzymes are the workhorses of life. They speed up chemical reactions so that processes that would otherwise take thousands of years proceed in seconds inside living cells. Life would be impossible without them. But how they accelerate chemical reactions by such enormous factors, often more than a trillion-fold, has been an enigma. Experiments over the past few decades, however, have shown that enzymes make use of a remarkable trick called quantum tunnelling to accelerate biochemical reactions. Essentially, the enzyme encourages electrons and protons to vanish from one position in a biomolecule and instantly rematerialise in another, without passing through the gap in between – a kind of quantum teleportation.

And before you throw your hands up in incredulity, it should be stressed that quantum tunnelling is a very familiar process in the subatomic world and is responsible for such processes as radioactive decay of atoms and even the reason the sun shines (by turning hydrogen into helium through the process of nuclear fusion). Enzymes have made every single biomolecule in your cells and every cell of every living creature on the planet, so they are essential ingredients of life. And they dip into the quantum world to help keep us alive.

Another vital process in biology is of course photosynthesis. Indeed, many would argue that it is the most important biochemical reaction on the planet, responsible for turning light, air, water and a few minerals into grass, trees, grain, apples, forests and, ultimately, the rest of us who eat either the plants or the plant-eaters.

The initiating event is the capture of light energy by a chlorophyll molecule and its conversion into chemical energy that is harnessed to fix carbon dioxide and turn it into plant matter. The process whereby this light energy is transported through the cell has long been a puzzle because it can be so efficient – close to 100% and higher than any artificial energy transport process.

The first step in photosynthesis is the capture of a tiny packet of energy from sunlight that then has to hop through a forest of chlorophyll molecules to makes its way to a structure called the reaction centre where its energy is stored. The problem is understanding how the packet of energy appears to so unerringly find the quickest route through the forest. An ingenious experiment, first carried out in 2007 in Berkley, California, probed what was going on by firing short bursts of laser light at photosynthetic complexes. The research revealed that the energy packet was not hopping haphazardly about, but performing a neat quantum trick. Instead of behaving like a localised particle travelling along a single route, it behaves quantum mechanically, like a spread-out wave, and samples all possible routes at once to find the quickest way.

A third example of quantum trickery in biology – the one we introduced in our opening paragraph – is the mechanism by which birds and other animals make use of the Earth’s magnetic field for navigation. Studies of the European robin suggest that it has an internal chemical compass that utilises an astonishing quantum concept called entanglement, which Einstein dismissed as “spooky action at a distance”. This phenomenon describes how two separated particles can remain instantaneously connected via a weird quantum link. The current best guess is that this takes place inside a protein in the bird’s eye, where quantum entanglement makes a pair of electrons highly sensitive to the angle of orientation of the Earth’s magnetic field, allowing the bird to “see” which way it needs to fly.

All these quantum effects have come as a big surprise to most scientists who believed that the quantum laws only applied in the microscopic world. All delicate quantum behaviour was thought to be washed away very quickly in bigger objects, such as living cells, containing the turbulent motion of trillions of randomly moving particles. So how does life manage its quantum trickery? Recent research suggests that rather than avoiding molecular storms, life embraces them, rather like the captain of a ship who harnesses turbulent gusts and squalls to maintain his ship upright and on course.

Just as Schrödinger predicted, life seems to be balanced on the boundary between the sensible everyday world of the large and the weird and wonderful quantum world, a discovery that is opening up an exciting new field of 21st-century science.

May 072014
 

space

Το HDEV (High Definition Earth Viewing experiment) του Διεθνούς Διαστημικού Σταθμού ξεκίνησε την 30η Απριλίου. Το πείραμα περιλαμβάνει μια σειρά από κάμερες που εστιάζουν στη γη! Ρίξε μια ματιά. Αν δεις γκρι μπάρες στην οθόνη… είναι νύχτα.

 


Live streaming video by Ustream

Jan 062014
 

Πηγή: Γελωτοποιός

images

Ο θαυμαστός αυτιστικός κόσμος της Τεμπλ Γκράντιν

Ο κόσμος απαρτίζεται από περιπτώσεις – Λ. Βίτγκενσταϊν

(Αυτό είναι ένα κείμενο κάπως… μεγάλο. Αλλά, πιστέψτε με, αξίζει να αφιερώσετε δέκα λεπτά από τη ζωή σας, προτού συνεχίσετε την περιήγηση στον απέραντο κόσμο του διαδικτύου. Θα γνωρίσετε μια γυναίκα που κατάφερε να μας βάλει μέσα στο μυαλό των αυτιστικών ανθρώπων (στο μυαλό της), και κατέδειξε ότι ο αυτισμός καθώς και κάθε άλλη “ψυχασθένεια” είναι μια παραλλαγή της ανθρώπινης σκέψης, εξίσου σεβαστή και εποικοδομητική όπως και η σκέψη των “φυσιολογικών”. Και κάτι παραπάνω: Χωρίς αυτά τα γονίδια, της παράδοξης νοητικής λειτουργίας, το ανθρώπινο είδος ίσως και να μην είχε κατέβει ποτέ από τα δέντρα).

Ο αυτισμός περιγράφτηκε σχεδόν ταυτόχρονα -και ανεξάρτητα- τη δεκαετία του ’40 από τον Leo Kanner (Βαλτιμόρη) και τον Hans Asperger (Βιέννη). Παραδόξως (ένα ωραίο παράδειγμα ιστορικού συγχρονισμού) του έδωσαν το ίδιο όνομα, «αυτισμός».

Ο Κάνερ έμοιαζε να τον αντιμετωπίζει σαν μία αμετρίαστη συμφορά. Ο Άσπεργκερ πίστευε ότι ίσως είχε κάποια θετικά ή αντισταθμιστικά χαρακτηριστικά –«μια ιδιαίτερη πρωτοτυπία στη σκέψη και στην εμπειρία, τα οποία μπορούν να οδηγήσουν σε εξαιρετικά επιτεύγματα».

Πράγματι, η συχνότητα της ιδιοφυΐας στον αυτισμό -γύρω στο 10%- είναι χιλιάδες φορές μεγαλύτερη απ” ό,τι στο σύνολο του γενικού πληθυσμού!

Τώρα πια είναι ασαφές αν ο αυτισμός και το Άσπεργκερ βρίσκονται στο ίδιο συνεχές ή αν πρόκειται για δύο διαφορετικές καταστάσεις σε βιολογικό επίπεδο.

Ασαφές είναι ακόμα αν στο συνεχές αυτό θα πρέπει να περιληφθούν και άτομα που παρουσιάζουν μεμονωμένα «αυτιστικά χαρακτηριστικά» -ιδιορρυθμίες, έντονες ενασχολήσεις και καθηλώσεις, συχνά σε συνδυασμό με μια σχετική κοινωνική απόσυρση και απομάκρυνση.

Τέτοιες περιπτώσεις συναντά κανείς σε οποιονδήποτε πληθυσμό ανθρώπων και συμβατικά θεωρούνται «φυσιολογικοί» και αντιμετωπίζονται ως ιδιόρρυθμοι, εκκεντρικοί, σχολαστικοί ή μοναχικοί.

Hans Asperger

Όταν μιλάμε για ακραίες περιπτώσεις τότε έχουμε από νωρίς διάγνωση:

  • Τα παιδιά με κλασικό αυτισμό, τύπου Κάνερ, έχουν συχνά νοητική καθυστέρηση βαριάς μορφής.
  • Τα παιδιά τύπου Άσπεργκερ (aspies) έχουν φυσιολογική -και κάποτε πολύ ανώτερη ευφυΐα.

Αλλά δεν υπάρχουν ούτε δύο αυτιστικοί (ή aspies) με την ίδια ακριβώς συμπεριφορά και χαρακτήρα. Κάθε ένας είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση. Η ειδοποιός διαφορά είναι η εξής: Οι aspies μπορούν να μιλήσουν για τις εμπειρίες τους, τα εσώτερα αισθήματα και τις καταστάσεις τους, ενώ εκείνοι που έχουν κλασικό αυτισμό δεν μπορούν. Στον κλασικό αυτισμό δεν υπάρχει παράθυρο και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι υποθέσεις.

~~{}~~

 Η Τεμπλ Γκράντιν είναι αυτιστική, αλλά εκείνη κατάφερε να ανοίξει το παράθυρο, όχι μόνο για τον εαυτό της, αλλά και για πολλούς άλλους. Είναι κάτοχος ενός διδακτορικού στη ζωολογία, διδάσκει στο πανεπιστήμιο του Κολοράντο, διευθύνει τη δική της επιχείρηση, έχει γράψει αρκετά βιβλία και δίνει διαλέξεις σε όλο τον κόσμο για τον αυτισμό και τη συμπεριφορά των ζώων. Οι γνώσεις της γύρω από την ψυχολογία και τη συμπεριφορά των αγελαίων ζώων είναι περιζήτητες, από τις κτηνοτροφικές μονάδες, τα πάρκα και τους ζωολογικούς κήπους (ακόμα και τους κουρείς προβάτων στην Νέα Ζηλανδία). Ίσως όμως η μεγαλύτερη συνεισφορά της είναι ότι με το αυτοβιογραφικό «Διάγνωση: Επίσημα Αυτιστική», που εξέδωσε το 1986 έδωσε μια άμεση πρόσβαση στον αυτιστικό κόσμο.

Η αυτοβιογραφία της Τεμπλ ξεκινάει από τον πρώτο χρόνο της ζωής της. Τα αυτιστικά άτομα μπορούν να ανακαλούν αναμνήσεις από το δεύτερο, συχνά και από τον πρώτο χρόνο της ζωής τους, κάτι το οποίο δεν μπορούν να κάνουν οι «φυσιολογικοί».

Η Τεμπλ ήταν ιδιαίτερη περίπτωση από μωρό. Έξι μηνών σφιγγόταν με όλη της τη δύναμη στην αγκαλιά της μητέρας της, αλλά δέκα μηνών ξεκίνησε να την γρατζουνά «σαν παγιδευμένο ζώο». Η φυσιολογική επαφή μαζί της ήταν αδύνατη.

Η Τεμπλ περιγράφει έναν κόσμο ακραίων οξυμμένων εντυπώσεων. Στην ηλικία των δύο ετών θυμάται ότι τα αυτιά της λειτουργούσαν σαν μικρόφωνα, μεταφέροντας την κάθε λεπτομέρεια με την ένταση στο μέγιστο. Το ίδιο συνέβαινε με όλες τις αισθήσεις της. Το παιδί κατακλυζόταν από ανυπόφορα (λόγω της έντασης) ερεθίσματα. (Μήπως ο Πόε, στο βιβλίο του «Η πτώση του οίκου των Άσερ» περιγράφει μια οικογένεια με αυτιστικά χαρακτηριστικά;)

Στα τρία της άρχισε να γίνεται καταστροφική και βίαιη. Χρησιμοποιούσε τα κόπρανα της αντί για πλαστελίνη και μετά πετούσε τα έργα της ολόγυρα στο δωμάτιο. Μασούσε τα κομμάτια του παζλ και έφτυνε το πολτοποιημένο χαρτόνι (ένας ευφάνταστος τρόπος για να «ενώσεις τα κομμάτια»). Έσπαγε ό,τι έβρισκε και ούρλιαζε διαρκώς.

Ταυτόχρονα είχε μια απέραντη δύναμη αυτοσυγκέντρωσης. Μπορούσε να παίζει με την άμμο (όχι φτιάχνοντας κάστρα, απλά βλέποντας ‘την να τρέχει από τα χέρια της) για ατελείωτες ώρες, χωρίς τίποτα να μπορεί να την αποσπάσει από το παιχνίδι της.  Εκείνες τις στιγμές οι άνθρωποι τριγύρω της ήταν σαν σκιές.

Σε εκείνη την ηλικία, τριών χρονών, διαγνώστηκε ως αυτιστική και έγινε νύξη για την πιθανή αναγκαιότητα μιας δια βίου τοποθέτησης σε ίδρυμα. Όμως η μητέρα της Τεμπλ, καθώς και μια θεία που ήταν πολύ κοντά της, πίστευαν ότι της άξιζε κάτι περισσότερο από τον αποκλεισμό.

Την έστειλαν σε ένα ειδικό νηπιαγωγείο, όπου έγινε μια απόπειρα λογοθεραπείας (η Τεμπλ δεν είχε μιλήσει ακόμα). Ο λογοθεραπευτής την ανέσυρε από την «άβυσσο» -όπως η ίδια χαρακτηριστικά αποκαλεί την άγλωση περίοδο.

(Το πόσο αλληλένδετα είναι η γλώσσα με τη σκέψη το έχουμε αναφέρει σε παλιότερο κείμενο “Η tweetοποίηση της γλώσσας, της σκέψης και της κοινωνίας”)

Δεν «θεραπεύτηκε». Η Τεμπλ θα παραμείνει αυτιστική σε ολόκληρη τη ζωή της. Αλλά στα έξι της είχε πετύχει ένα σαφώς ικανοποιητικό επίπεδο γλώσσας. Έτσι άνοιξε το παράθυρο και άρχισε να έχει επαφή με τους άλλους και ειδικά με έναν ή δύο δασκάλους που ήταν σε θέση να εκτιμήσουν την ευφυΐα της, όντας ταυτόχρονα ικανοί να αντέξουν την απεραντολογία της, τις εμμονές της, τα ξεσπάσματα θυμού.

Ως παιδί δεν μπόρεσε να αποκτήσει φίλους. Ενώ τη θαύμαζαν για την εξυπνάδα της, ποτέ δεν την έκαναν δεκτή ως μέλος της κοινότητας τους, αφού η Τεμπλ δεν μπορούσε να συμπεριφερθεί όπως και εκείνοι.

Στα δεκαπέντε της συνέβει ένα καίριο γεγονός: Έφτιαξε τη «ζουληχτική» της μηχανή. Από μικρό κορίτσι, όπως κάθε παιδί, η Τεμπλ λαχταρούσε να την αγκαλιάσουν, αλλά ταυτόχρονα κάθε σωματική επαφή την τρομοκρατούσε.

(Ένα χαρακτηριστικό που συναντάται σε πολλούς αυτιστικούς και όχι μόνο. Ο Τ.Ε. Λώρενς, ο «Λώρενς της Αραβίας», δεν μπορούσε ούτε χειραψία να κάνει. Διαβάστε παλιότερο κείμενο «Ο Δον Κιχώτης της Ερήμου».)

Άρχισε να οραματίζεται τότε, από πέντε χρονών, μια μαγική μηχανή που θα την έσφιγγε machineδυνατά, αλλά και τρυφερά, σαν μια αγκαλιά. Όταν είδε ένα συσφιγκτικό αγωγό, που χρησιμοποιείται για την καθήλωση των βοοειδών, κατάλαβε ότι είχε βρει τη μαγική της μηχανή.

Είχε την τύχη ο καθηγητής των φυσικών επιστημών να πάρει την εμμονή της στα σοβαρά. Αυτός της πρότεινε να την κατασκευάσει μόνη της και της έδωσε τα κατάλληλα βιβλία.

Μετά την κατάκτηση της γλώσσας, αυτή ήταν η πιο κρίσιμη στιγμή στη μεταμόρφωση της Τεμπλ, η γνωριμία της με την επιστημονική γλώσσα.

Ενώ δεν μπορούσε να κατανοήσει την κοινωνική γλώσσα –τους υπαινιγμούς, την ειρωνεία, τις μεταφορές, τα αστεία, τα θεωρούμενα ως δεδομένα- βρήκε στη γλώσσα της επιστήμης και της τεχνολογίας μια απέραντη ανακούφιση. Ήταν ξεκάθαρη, ρητή, και δεν βασιζόταν σε εξαρτημένες ή μη δηλωμένες παραδοχές.

Οι πρώτες κατασκευές ήταν χονδροειδείς, με ανωμαλίες και μηχανικά ελαττώματα, τελικά όμως κατάφερε να φτιάξει μια απολύτως άνετη μηχανή, ικανή να της παρέχει μια αγκαλιά, με οποιεσδήποτε παραμέτρους επιθυμούσε. Αυτή η μηχανή ήταν που την βοήθησε να περάσει από την εφηβεία και το πανεπιστήμιο αλώβητη (μαζί με μικρές δόσεις αντικαταθλιπτικών, τα οποία μόνη της αποφάσισε να παίρνει).

Σήμερα η «ζουληχτική» της μηχανή, με διάφορες τροποποιήσεις, αποτελεί αντικείμενο εκτεταμένων κλινικών δοκιμών. (Και η Τεμπλ είναι ο σημαντικότερος σχεδιαστής συμπιεστικών αγωγών για βοοειδή.)

Ενώ η Τεμπλ σκεφτόταν πάντα με εικόνες, δεν είχε φανταστεί ότι θα μπορούσε να σχεδιάζει, μέχρι τα είκοσι οκτώ της, οπότε συνάντησε έναν σχεδιαστή και τον παρατήρησε να κάνει σχέδια.

Δεν χρειάστηκε να ακολουθήσει μαθήματα. Πήγε και αγόρασε μολύβια και εργαλεία (ακριβώς τα ίδια με εκείνα που χρησιμοποιούσε ο σχεδιαστής) και –απλά- ξεκίνησε να σχεδιάζει.

~~{}~~

 Ως εδώ αναφερθήκαμε στην Γκράντιν «αυτοβιογραφικά». Όμως πως θα ήταν αν τη γνωρίζαμε από κοντά; Ο Όλιβερ Σάκς το έκανε για μας.  Ας πούμε, σε περίπτωση που δεν τον γνωρίζετε, ότι ο Σακς είναι ένας πρωτοπόρος νευρολόγος καθώς και συγγραφέας. Στα βιβλία παρουσιάζει με απλότητα (χωρίς να ξεπέφτει σε θυμοσοφικές αυθαιρεσίες τύπου Μπουκάι και Γιάλομ) τα μυστήρια του ανθρώπινου εγκεφάλου.

Ο Σακς πιστεύει ότι για να κατανοήσουμε έναν άνθρωπο πρέπει να ζήσουμε μαζί του, στο χώρο και στο χρόνο του, όχι απλώς να διαβάσουμε για αυτόν. Έτσι αποφάσισε να περάσει ένα Σαββατοκύριακο με την Τεμπλ Γκράντιν.

~~{}~~

Την πρωτοσυνάντησε στο γραφείο της. Η Γκράντιν μιλούσε ωραία και καθαρά, αλλά με μια ακατάσχετη ορμή και σταθερότητα. Μια πρόταση, ένα θέμα, από τη στιγμή που ξεκινούσε όφειλε να ολοκληρωθεί: Τίποτα δεν αφηνόταν υπαινικτικό, τίποτα δεν έμενε να αιωρείται στον αέρα. Ταυτόχρονα δεν φαινόταν να την απασχολούν οι κοινωνικές συμβάσεις.

Όταν μετά από μια ώρα υπεραναλυτικών προτάσεων ο εξαντλημένος, πεινασμένος και διψασμένος Σακς της θύμισε ότι μόλις κατέβηκε από το αεροπλάνο και της ζήτησε λίγο καφέ, η Γκράντιν δεν κοκκίνισε ούτε απολογήθηκε όπως θα έκανε κάποιος «φυσιολογικός» άνθρωπος. Απλά του έδωσε ό,τι ζήτησε και συνέχισε.

Όπως δεν μπορεί να κατανοήσει την κοινωνική αλληλεπίδραση (αυτές τις συμβάσεις που όλοι μαθαίνουμε από παιδιά), έτσι δεν μπορεί να καταλάβει τα μυθιστορήματα και τα θεατρικά με τις πολύπλοκες και σύνθετες συγκινήσεις, αφού δεν μπορεί να συμπάσχει με τους χαρακτήρες ούτε να παρακολουθήσει το μπλεγμένο παιχνίδι ανάμεσα σε κίνητρα και προθέσεις.

«Ποτέ δεν κατάλαβα τι σκοπούς είχαν, ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα», λέει στον Σακς.

Δυσκολεύεται να καταλάβει τους υπαινιγμούς και τα «παιχνίδια» που παίζουν οι άνθρωποι.

«Τον περισσότερο καιρό», λέει, «νιώθω σαν ένας ανθρωπολόγος από τον Άρη.»

(Εδώ πρέπει να αναφέρουμε μια ιστορία για τον Αϊνστάιν, η οποία, σε συνδυασμό και με άλλα χαρακτηριστικά, υποδηλώνει μια ελαφρώς (;) Άσπεργκερ πλευρά του. Κάποια στιγμή του έδωσαν τη «Δίκη» του Κάφκα να διαβάσει. Ο Αϊνστάιν την επέστρεψε μετά από λίγες μέρες λέγοντας: «Δεν μπόρεσα να το διαβάσω. Ήταν υπερβολικά πολύπλοκο.»)

Η Τεμπλ είναι ανίκανη να προσποιηθεί ή να αντιληφθεί την υποκρισία. Εξαιτίας αυτής της μονολιθικής εντιμότητας ήταν εξ αρχής στόχος κάθε κοροϊδίας και εκμετάλλευσης.

(Η υπερβολική της εντιμότητα μου θυμίζει τον Τιούρινγκ: “Πως να ευνουχίσετε μια μεγαλοφυΐα”).

Με τον καιρό άρχισε να καταλαβαίνει τα κίνητρα, με λογική διεργασία, όχι με τη διαίσθηση όπως κάνουν οι “φυσιολογικοί”.

Η Τεμπλ δεν στερείται αισθημάτων ούτε έχει κάποια αδυναμία συμπάθειας. Η αίσθηση της για τις διαθέσεις και τα αισθήματα των ζώων είναι τόσο ισχυρή που, μερικές φορές, σχεδόν τη διακατέχει, την συγκλονίζει. Μπορεί να νιώσει συμπάθεια για κάτι φυσικό -όπως τον πόνο και τον τρόμο του ζώου- αλλά στερείται συμπάθειας για τις καταστάσεις του νου.

Η αδυναμία αυτή, σύμφωνα με την Γκράντιν, έχει να κάνει την άρρητη γνώση των κοινωνικών συμβάσεων και κωδικών, των πολιτιστικών προϋποθέσεων κάθε τύπου που κατέχουν οι φυσιολογικοί άνθρωποι. Η άρρητη αυτή γνώση μοιάζει να λείπει εντελώς από την Τεμπλ. Στερημένη από αυτήν είναι αναγκασμένη να υπολογίζει τις προθέσεις των άλλων και τις καταστάσεις του νου τους, προσπαθώντας να μετατρέψει σε αλγόριθμους αυτό που εμείς κάνουμε αυτόματα, μηχανικά. Πόσο δύσκολο είναι αυτό;

Φανταστείτε ότι πρέπει να πιάσετε ένα μπαλάκι που σας πετάνε. Είναι κάτι πολύ εύκολο, ούτε καν θα το σκεφτείτε, αφού ο εγκέφαλος εκπαιδεύεται σε αυτό από έξι μηνών (συντονισμός ματιού-χεριού). Αν όμως ήσασταν τυφλός μέχρι σήμερα τότε για να πιάσετε το μπαλάκι (αν μπορούσατε να το αναγνωρίσετε ως μπαλάκι) θα έπρεπε να κάνετε υπολογισμούς που υπερβαίνουν τις δυνατότητες των περισσότερων φυσικών.

Η Τεμπλ δεν έμαθε να είναι φυσιολογική, προσπαθεί να συμπεριφέρεται ως τέτοια. Η φυσιολογικότητα της είναι ένα είδος βιτρίνας, την οποία κατασκεύασε νοητικά για να προσαρμοστεί στους ανθρώπους -και να την αποδεχτούν ως άνθρωπο. Γνωρίζει τους κανόνες και τις συμβάσεις των φυσιολογικών, αλλά δεν τους έχει πραγματικά προσλάβει. Έμαθε, κατά κάποιον τρόπο, να πιθηκίζει την ανθρώπινη συμπεριφορά, αλλά εξακολουθεί να μην αντιλαμβάνεται τι υπάρχει πίσω από τις κοινωνικές συμβάσεις.

 ~~{}~~

 Άλλο ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Τεμπλ είναι η οπτική της σκέψη. Η Τεμπλ δεν σκέφτεται με λέξεις, αλλά με εικόνες. Μάλιστα τις φάνηκε παράξενο όταν ανακάλυψε ότι η ψευδαισθητική σχεδόν δύναμη να φαντάζεται οπτικά, να σκέφτεται με εικόνες, δεν ήταν οικουμενικό -ότι υπήρχαν άλλοι που σκέφτονταν με διαφορετικό τρόπο. Η δύναμη αυτής της οπτικής σκέψης φαίνεται καλύτερα αν αναφερθούμε στον τρόπο που σχεδιάζει η Τεμπλ: Συνεχώς προβάλλει στο μυαλό της προσομοιώσεις.

“Βλέπω στη φαντασία μου το ζώο να μπαίνει στον αγωγό, από διάφορες οπτικές γωνιές, είτε εστιάζοντας πάνω του είτε βλέποντας “το μέσα από έναν ευρυγώνιο φακό ή ακόμα και από ελικόπτερο. Ή μεταμορφώνομαι η ίδια σε ζώο και νιώθω ό,τι θα ένιωθε μπαίνοντας στον αγωγό.”

(Θα αναφερθώ πάλι στον Αϊνστάιν. Εκείνος συνέλαβε τη θεωρία της σχετικότητας με το να φαντάζεται ότι καβαλάει μια ακτίνα φωτός για να τρέξει μαζί του.)

~~{}~~

Μια άλλη ιδιαιτερότητα του μυαλού της είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η μνήμη της. Σε αντίθεση με τους υπόλοιπους ανθρώπους η Γκράντιν δεν ανακατασκευάζει τις αναμνήσεις, αλλά τις αναπαράγει επακριβώς, κάθε φορά, με όλα τα σύνοδα αισθήματα και συναισθήματα, σαν να παίζει -στο μυαλό της- μια ταινία.

“Το μυαλό μου μοιάζει με CD-ROM μέσα σε έναν υπολογιστή και οι αναμνήσεις με βιντεοταινία ταχείας πρόσβασης. Από τη στιγμή που θα τη φτάσω πρέπει να παίξω ολόκληρο το κομμάτι, το ίδιο ακριβώς κάθε φορά.”

Αυτό μπορεί να το κάνει και με καινούριες κατασκευές.

Κάθε σχέδιο, ακόμα και τα πιο εκλεπτυσμένα συστήματα, το σχεδιάζει (ολόκληρο και με κάθε λεπτομέρεια) στο μυαλό της. Όταν το νοερό σχέδιο ολοκληρωθεί “παίζει μια προσομοίωση” -που σημαίνει ότι φαντάζεται ολόκληρη τη μονάδα σε λειτουργία. Έτσι εντοπίζει κάθε πρόβλημα, αν υπάρχει, και κάνει τις τροποποιήσεις -πάλι νοερά. Μόλις το νοερό σχέδιο είναι τελείως έτοιμο το σχεδιάζει και στο χαρτί. Στη φάση αυτή δεν χρειάζεται καμιά προσοχή, τα πάντα γίνονται μηχανικά.

(Και μη μου πείτε ότι αυτή η ικανότητα δεν σας θύμισε τις θρυλικές ικανότητες του Μότσαρτ, να έχει μια ολόκληρη συμφωνία μέσα στο μυαλό του και απλά να την αντιγράφει.)

Η Τεμπλ ήταν η πρώτη που επισήμανε πως υπάρχουν πολλοί μη-αυτιστικοί που έχουν την ικανότητα να “βλέπουν” όσα χρειάζεται να κάνουν, που ελέγχουν τα σχέδια τους και τις ιδέες τους με προσομοιώσεις.

~~{}~~

Ο Σάκς εντυπωσιάστηκε με τον μαγικό σχεδόν τρόπο που η Τεμπλ επικοινωνεί με τα ζώα. “Όταν είμαι με τα μοσχάρια νιώθω ότι είμαι στο σπίτι μου”, λέει η Τεμπλ. Και εκείνα αισθάνονται το ίδιο για εκείνη. Όσο παράδοξο και να ακούγεται η Τεμπλ δεν είναι χορτοφάγος ούτε μάχεται για την επικράτηση της χορτοφαγίας.

Γέννημα-θρέμμα μιας περιοχής όπου η κτηνοτροφία είναι ταυτόσημη με τη ζωή (των ανθρώπων) και προερχόμενη από έναν παππού που είχε φάρμα (ο άλλος ήταν εφευρέτης, είχε εφεύρει τον αυτόματο πιλότο για τα αεροπλάνα) έχει ως φιλοδοξία να επαναφέρει στην κτηνοτροφία την αντίληψη πως τα ζώα (εκτροφής) έχουν αισθήματα, ότι δεν είναι μηχανές.

Εκείνο που της φαίνεται φοβερό, ειδικά αφού μπορεί να αποφευχθεί, είναι ο πόνος και η ωμότητα, η εισβολή του φόβου και της αγωνίας, των βασανιστηρίων, πριν από τη μοιραία μαχαιριά. Και αυτό που την απασχολεί πιο πολύ είναι να καταργήσει αυτόν ακριβώς τον προθανάτιο φόβο.

Πιστεύει ότι ο μόνος σωστός τρόπος για να σκοτώνεις ένα ζώο είναι τελετουργικά, χωρίς εκείνο να καταλάβει ούτε για μια στιγμή ότι θα το σκοτώσουν και χωρίς να ζει πριν σαν μια μηχανή παραγωγής κρέατος.

“Θέλω να αναμορφώσω τη βιομηχανία κρέατος”, λέει. “Οι ακτιβιστές θέλουν να την κλείσουν… Εγώ έχω μια ακραία απώθηση για τους ακραίους.”

Η Τεμπλ δεν έχει κάνει ποτέ ερωτική σχέση με κάποιον ούτε, όπως λέει η ίδια, έχει ερωτευτεί ποτέ. Το αίσθημα του έρωτα, για το οποίο ακούει συνεχώς, είναι κάτι που δεν μπορεί να καταλάβει.  “Και η αγάπη;” την ρωτάει ο Σακς. “Τι σημαίνει: Να αγαπάς;”  “Να νοιάζεσαι για κάποιον άλλον…” απαντάει εκείνη. “Νομίζω ότι πρέπει να έχει μέσα του κάτι από ευγένεια και καλοσύνη.”  λλά δεν είναι βέβαιη γι” αυτή την τόσο δύσκολη έννοια (όχι μόνο για τους αυτιστικούς φυσικά).

Η Τεμπλ έχει συνείδηση ότι στερείται κάποια πολύ σημαντικά πράγματα, εξαιτίας της αυτιστικότητας της, αλλά χωρίς να αισθάνεται θλίψη γι” αυτό. Απλώς το καταλαβαίνει.  Για παράδειγμα, ενώ έχει απόλυτο μουσικό αυτί (κάτι σαν ένα cd-player στο μυαλό της) η μουσική δεν καταφέρνει να τη συγκινήσει.  Τη βρίσκει ωραία, αλλά δεν της προκαλεί τίποτα βαθύ.  “Το κύκλωμα των συγκινήσεων δεν είναι συνδεδεμένο, αυτό είναι το πρόβλημα”, λέει η ίδια (χωρίς καμία θλίψη, επαναλαμβάνω).

Για τον ίδιο λόγο δεν έχει υποσυνείδητο.

“Δεν υπάρχουν απωθημένα αρχεία στη μνήμη μου”, βεβαιώνει. “Εσείς (οι γήινοι;) έχετε αρχεία που είναι μπλοκαρισμένα. Για μένα κανένα δεν είναι τόσο επώδυνο ώστε να μπλοκάρεται.”

~~{}~~

Αυτή η διαφορά λειτουργιών ανάμεσα στους αυτιστικούς και τους φυσιολογικούς είναι μία από τις προτεραιότητες της Τεμπλ. Θεωρεί (και μάλλον δεν έχει άδικο) ότι έχει δοθεί πολύ μεγάλη έμφαση στις αρνητικές πλευρές του αυτισμού και ανεπαρκής προσοχή ή σεβασμός στις θετικές πλευρές.

Και αυτό, θα συμπληρώσω εγώ, συμβαίνει με κάθε άνθρωπο “μη-φυσιολογικό”, τους μανιοκαταθλιπτικούς, τους σχιζοφρενείς, αυτούς που έχουν σύνδρομο Τουρέτ (και οι οποίοι γίνονται εξαιρετικοί χειρουργοί, όπως μας δείχνει ο Σακς σε άλλο μέρος του βιβλίου του) κλπ. Πιστεύει (η Τεμπλ) ότι, παρά τα αναμφισβήτητα μεγάλα προβλήματα τους σε κάποιους τομείς, οι αυτιστικοί μπορούν να έχουν εξαιρετικές και κοινωνικά πολύτιμες δυνάμεις σε άλλους -αρκεί να τους επιτραπεί να είναι ο εαυτός του, αυτιστικοί.

(Πράγμα το οποίο μου θυμίζει ότι πρόσφατα μια μεγάλη εταιρεία υπολογιστών ζήτησε να προσλάβει αποκλειστικά άτομα με Άσπεργκερ και αυτισμό, όχι για λόγους κοινωνικής πολιτικής, αλλά ακριβώς επειδή αυτοί έχουν συχνά εξαιρετικές επιδόσεις στα μαθηματικά).

Η Τεμπλ Γκράντιν μας δίνει και μια πολύ σημαντική θεωρία γιατί συνεχίζουν να υπάρχουν τα γονίδια του αυτισμού και των άλλων ψυχικών εκτροπών:

“Συχνά οι συνειδητοί ενήλικοι με αυτισμό και οι γονείς τους νιώθουν θυμό για τον αυτισμό. Αναρωτιούνται γιατί η φύση ή ο θεός δημιούργησαν αυτές τις φοβερές καταστάσεις, όπως ο αυτισμός, η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια.

Είναι, όμως, δυνατόν άτομα που έχουν ίχνη αυτών των χαρακτηριστικών να είναι πιο δημιουργικά. Ίσως, αν η επιστήμη εξαφάνιζε αυτά τα γονίδια ολόκληρος ο κοσμος να κυριευόταν από λογιστές.”

(Και δεν μπορώ να καταλάβω αν η Τεμπλ λέει αυτή τη φράση μεταφορικά ή κυριολεκτικά, έχοντας στο μυαλό της μια εικόνα σαν από ταινία των Μόντι Πάιθονς, όπου όλοι οι άνθρωποι είναι λογιστές).

~~{}~~

Κάνοντας μια εκδρομή στα βουνά ο Σάκς τη ρωτάει αν αντιλαμβάνεται το “μεγαλείο της θέας”.  “Είναι όντως όμορφα”, απαντάει εκείνη. “Μεγαλειώδη, δεν ξέρω.”  Παραδέχεται ότι έχει περάσει πολύ καιρό με τα λεξικά προσπαθώντας να καταλάβει τέτοιες λέξεις. Είχε ψάξει για το “μεγαλειώδης”, το “θείο”, το “δέος”, όλα όμως ορίζονται παραπέμπτοντας το ένα στο άλλο.  “Τα βουνά είναι όμορφα, αλλά δεν μου γεννούν κάποιο ειδικό συναίσθημα, όπως αυτό που φαίνεται να απολαμβάνεις.”

Η Τεμπλ αναγνωρίζει όλα τα φυτά (με την επιστημονική τους ονομασία), όλα τα πουλιά, όλους τους γεωλογικούς σχηματισμούς, αλλά δεν τρέφει κάποιο “ειδικό αίσθημα” για αυτά.

(Παρεμπιπτόντως: Οι περισσότεροι σύγχρονοι μας αυτιστικοί και aspies ταυτίζονται με τον Μίστερ Σποκ, του Σταρ Τρεκ. Το γιατί θα το καταλάβετε αν δείτε ξανά ένα επεισόδιο του Σταρ Τρεκ.)

~~{}~~

Ο Σακς τελειώνει το κείμενο του (και την επίσκεψη του) γράφοντας ότι η Τεμπλ είναι ένα απέραντα ηθικό πλάσμα. Ότι έχει μια παθιασμένη αίσθηση του σωστού και του λάθους.

“Δεν θέλω οι σκέψεις μου να πεθάνουν μαζί μου”, του λέει. “Θέλω να έχω κάνει κάτι. Δεν μ” ενδιαφέρει η εξουσία, δεν θέλω να τσουβαλιάζω λεφτά… Θέλω να αφήσω κάτι πίσω μου, μια θετική συμβολή -να ξέρω πως η ζωή μου έχει νόημα.”

~~{}~~

Θα τελειώσω κι εγώ το κείμενο με μία επισήμανση (την οποία έχω επαναλάβει αρκετές φορές):

Ξεχάστε τη “διαφορετικότητα”, είναι ρατσιστικός όρος, αφού οδηγεί εξ ορισμού στη διαφοροποίηση, ανάμεσα σε “εμάς” και στους “διαφορετικούς”.

Όλοι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί, δεν υπάρχουν ούτε δύο ίδιοι, ανάμεσα στα δισεκατομμύρια του πληθυσμού.

Οι ομοιότητες μας, μας φέρνουν πιο κοντά, αλλά είναι οι διαφορές μας που μας κάνουν υπέροχους.

Κάθε άνθρωπος είναι εξίσου σημαντικός με κάθε άλλον, κάθε άνθρωπος είναι απαραίτητος και αναντικατάστατος.

~~{}~~

(Βιβλιογραφία: Αυτό το κείμενο είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος του συρραφή αποσπασμάτων από το βιβλίο του Όλιβερ Σακς, “Ένας ανθρωπολόγος στον Άρη”, εκδόσεις Άγρα, μτφ Πόταγας-Σπυράκου

Το κείμενο του Σάκς για την Γκράντιν είναι 80 σελίδες, οπότε καταλαβαίνετε ότι οι 12 που μόλις διαβάσετε, είναι κάτι σαν εικονίδιο μιας προσωπογραφίας. Διαβάστε το ίδιο το βιβλίο για να καταλάβετε περισσότερα.

Εξαιρετικό είναι και ένα άλλο βιβλίο του Σάκς, το “Ο άνθρωπος που μπέρδεψε τη γυναίκα του με ένα καπέλο”, εκδόσεις Καστανιώτη, μτφ Κώστας Πόταγας (διαβάστε και παλιότερο κείμενο: “Μια υπόθεση νευροψυχολογίας: Οι άνθρωποι που μπέρδεψαν μια χώρα με το καπέλο τους”.)

Στα ελληνικά έχει μεταφραστεί ένα -τουλάχιστον- βιβλίο της Γκράντιν: “Τα ζώα σε μετάφραση”, εκδόσεις Polaris, μτφ Μητσομπόνου

Μπορείτε να παρακολουθήσετε και την ομιλία της Γκράντιν στο TED: «The world needs all kind of minds»

Ή να δείτε μια εξαιρετική ταινία το “Temple Grandin”, ελληνικός τίτλος: “Ζωή σαν τριαντάφυλλο” (!!!)

Επίσης δείτε (ή ξαναδείτε) την ταινία “Ξυπνήματα” (Awakenings) με τον Ρόμπιν Γουίλιαμς και το Ρόμπερτ Ντε Νίρο, το οποίο είναι αληθινή ιστορία και βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Σακς -αυτόν υποδύεται ο Γουίλιαμς.)

ΥΓ: Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο Βίτγκενσταϊν είχε το σύνδρομο Άσπεργκερ. Και αν αρχίσουμε να απαριθμούμε τους “ψυχασθενείς” στην τέχνη θα γράψουμε άλλες δέκα σελίδες. Ας αναφέρουμε μόνο τον Γιαννούλη Χαλεπά.

Βικιπαίδεια: Γιαννούλης Χαλεπάς

Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας (αφού καταφέρατε να φτάσετε ως το τέλος).

Feb 232012
 

 

Μια ομιλία από το TED TALKS

Η Τεμπλ Γκράντιν, η οποία διαγνώστηκε με αυτισμό στα παιδικά της χρόνια, μιλά για το πώς λειτουργεί το μυαλό της και μοιράζεται μαζί μας την ικανότητά της να “σκέφτεται με εικόνες”, κάτι που τη βοηθά στην επίλυση προβλημάτων, στα οποία οι νευροτυπικοί εγκέφαλοι πιθανώς να αποτύχουν.

Τονίζει ότι ο κόσμος έχει ανάγκη από ανθρώπους που βρίσκονται στο φάσμα του αυτισμού: σκέφτονται με εικόνες, με μοτίβα, με λέξεις και με όλους τους τρόπους που ένα έξυπνο “σπασικλάκι” μπορεί.

 

Jul 192011
 

Η British Psychology Society με ανακοίνωση της κατακεραυνώνει το Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, το οποίο ετοιμάζει την πέμπτη έκδοση του τον Μάιο 2013 (DSM-V).

Οι δήθεν διαγνώσεις που παρουσιάζονται στο DSM-V βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε κοινωνικούς κανόνες, με «συμπτώματα» που βασίζονται σε υποκειμενικές κρίσεις, με λίγα επιβεβαιωτικά φυσικά σημάδια ή αποδεικτικά στοιχεία των βιολογικών αιτιών.

BPS concerns about overmedicalisation

The British Psychological has expressed strong reservations about the approach taken by the fifth edition of the American Psychiatric Association’s Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (DSM-V), which will be published in May 2013. The manual is widely used in Britain to diagnose and classify people suffering from mental health problems.

The Society is concerned that clients and the general public are negatively affected by the continued and continuous medicalisation of their natural and normal responses to their experiences. These responses which undoubtedly have distressing consequences that demand helping responses, but do not reflect illnesses so much as normal individual variation.

Professor Peter Kinderman from the University of Liverpool, the lead author of the Society’s response to the draft manual released for consultation said:

The putative diagnoses presented in DSM-V are clearly based largely on social norms, with ‘symptoms’ that all rely on subjective judgements, with few confirmatory physical signs or evidence of biological causation. We have particular concerns over the draft’s consideration of the inclusion of a range of highly contentious ‘disorders’. These include Attenuated Psychosis Syndrome, which could be seen as an opportunity to stigmatise eccentric people, and to lower the threshold for achieving a diagnosis of psychosis, Gender Dysphoria (especially in children and adolescents) and a range of conduct disorders such as Oppositional Defiant Disorder – diagnosed when a child is ‘headstrong’ or ‘wilful’.

The Society is concerned that such diagnostic systems fall short of the criteria for legitimate medical diagnoses. It recommends a revision of the way mental distress is thought about, starting with recognition of the overwhelming evidence that mental ill-health is on a spectrum with ‘normal’ experience, and that psychosocial factors such as poverty, unemployment and trauma are important causal factors.

The Society believes that alternatives to diagnostic frameworks such as case formulations (whether from a single theoretical perspective or more integrative) exist, should be preferred and should be developed with as much investment of resource and effort as has been expended on revising DSM-IV.

The full text of the response is available on the Society’s website.

υ.γ. μια προσεκτική ανάγνωση του αρχείου ανέδειξε και τα εξής ενδιαφέροντα στη σελίδα 22:

Code: Q00-07 / Disruptive, Impulse Control and Conduct Disorders

As stated in our general comments, we are concerned that clients and the general public are negatively affected by the continued and continuous medicalisation of their natural and normal responses to their experiences; responses which undoubtedly have distressing consequences which demand helping responses, but which do not reflect illnesses so much as normal individual variation.

We believe that classifying these problems as ‘illnesses’ misses the relational context of problems and the undeniable social causation of many such problems. For psychologists, our well-being and mental health stem from our frameworks of understanding of the world, frameworks which are themselves the product of the experiences and learning through our lives.

All the comments made earlier apply also here. Of particular concern are the subjective and socially normative aspects of conformist behaviour. We are very concerned that ‘headstrong’ behaviour is considered to be pathognomic of an illness (in Oppositional Defiant Disorder). Many people – many governments – would like children and citizens to be less defiant and more compliant. However, it is not a symptom of illness to be defiant. It may be a social or psychological problem to be addressed, but it may, in some circumstances, be a characteristic to be praised.

An ‘unspecified’ disruptive or impulse control disorder, in this context, is even more subjective, value-laden, conceptually confused, and therefore worrying.

Mar 202011
 

Πηγή: Biopolitical Times

Πως θα έμοιαζε ο κόσμος αν, με την κατάλληλη τιμή, χαρακτηριστικά όπως το χρώμα των ματιών, η αθλητική ικανότητα, το χρώμα του δέρματος, μπορούν να προγραμματιστούν εκ των προτέρων; Πως θα έμοιαζε ο κόσμος αν χαρακτηριστικά όπως η ομοφυλοφιλία εξαλειφόντουσαν μέσω εμβολιασμών επιβεβλημένων από την κυβέρνηση;

To Beholder παρουσιάζει ένα ανατριχιαστικό σενάριο στο οποίο οι ετερο-κανονιστικές προκαταλήψεις επιβάλλονται μέσω κρατικών εντολών εφαρμογής της γενετικής και αναπαραγωγικής τεχνολογίας. Η σκηνοθέτης Nisha Ganatra θέλει να προκαλέσει τους τηλεθεατές να φανταστούν ένα μέλλον στο οποίο

η διαφορά δεν είναι μόνο υποτιμημένη, αλλά έχει καταψηφιστεί εντελώς

Η Ganatra δείχνει πως ιδεολογίες που υπερασπίζονται τη χρήση τεχνολογιών “για το γενικότερο καλό” συχνά και περίτεχνα περιθωριοποιούν, και στην προκειμένη περίπτωση εξαλείφουν, αυτούς που έχουν τη λιγότερη κοινωνική ισχύ και θεωρούνται κοινωνικά προβλήματα. Είπε στους Biopolitical Times ότι ο θυμός της και η απογοήτευσή της για Proposition 8 της Καλιφόρνιας την οδήγησε να εξερευνήσει το θέμα, «τι συμβαίνει όταν η πλειοψηφία μπορεί να πάρει τα δικαιώματα μιας μειονοτικής ομάδας;” Έχοντας έρθει πρόσωπο με πρόσωπο στη ζωή της με τα αναδυόμενα κοινωνικά και ηθικά ζητήματα γύρω από την επιλογή δοτών σπέρματος και τα χαρακτηριστικά τους, η Ganatra αποφάσισε να προσεγγίσει το ζήτημα μέσα από το φακό της αναπαραγωγικής τεχνολογίας.

Πρόσθεσε ότι ο στόχος της, και του έργου FutureStates στο σύνολό του, δεν είναι να αναδείξει υπερβολικά φανταστικές ιστορίες, αλλά να συλλάβει την κοινωνική πραγματικότητα του παρόντος και την πρόβλεψη των συνεπειών τους για την κοινωνική δικαιοσύνη στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον. Είπε,

… το μεγάλο πλεονέκτημα της επιστημονικής φαντασίας είναι ότι μπορεί κανείς να θέσει το ερώτημα: τι γίνεται αν αυτό δεν ήταν μόνο το χειρότερο σενάριο; Τι γίνεται αν αυτό ήταν μόνο η αρχή;

Mar 072011
 

Σήμερα ήρθε στο email μου link για αυτό το βίντεο. Σύντομο, περιεκτικό και ενδιαφέρον. Αν θες και ανάγνωση κειμένου, κάνε ένα κλικ στη σελίδα της wikipedia για το placebo… (κι αν θες το συγκρότημα κάνε κλικ εδώ)

Feb 242011
 

Είχαμε την τύχη να ακούσουμε τον Χάρη Τριάντη σε αυτήν την ομιλία. Ένα Σάββατο πρωι με χιόνι απαλό να πέφτει στο κέντρο της Αθήνας. Κι ας είχε κρύο, η ομιλία αυτού του ζωντανού θρύλου δεν χανόταν με τίποτα. Και να τώρα, διαθέσιμη και στο internet 🙂

Πηγή: Αντίφωνο

Σάββατο 11 Δεκεμβρίου, 2010

Διάλεξη τού κ. Harry Triandis, ομότιμου καθηγητή Ψυχολογίας University of Illinois, με τίτλο «Οι απαρχές τής διαπολιτισμικής ψυχολογίας» για την Ελληνική Ψυχολογική Εταιρεία και τον Τομέα Ψυχολογίας τού Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Προεδρεύει ο κ. Δημ. Γεώργας, ομότιμος καθ. Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Θα προσφωνήσουν ο καθηγητής κ. Κλήμης Ναυρίδης (Πρόεδρος τής Ελληνικής Ψυχολογικής Εταιρείας), ο καθηγητής κ. Ηλίας Μπεζεβέγκης (Διευθυντής τού Τομέα Ψυχολογίας) και ο κ. Ιωάννης Παρασκευόπουλος (ομότιμος καθηγητής Ψυχολογίας τού Πανεπιστημίου Αθηνών).


Harry Triadis: «Οι απαρχές τής διαπολιτισμικής ψυχολογίας» from Αντίφωνο on Vimeo.

Jan 252011
 

Φίλη μου έστειλε την παρακάτω συνέντευξη του Επίκουρου Καθηγητή Αστροφυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών Μάνου Δανέζη, από το βιβλίο της Κατερίνας Μαγγανά «Δημιουργώντας το Αύριο» ( Εκδόσεις Παπαϊωάννου, Αθήνα 2002).

Στη συνέντευξη, λέει ο Μάνος Δανέζης,

Το να προσπαθείς να διερευνήσεις τα προαιώνια ερωτήματα του ανθρώπου, τα οποία αφορούν τους φυσικούς νόμους οι οποίοι διέπουν αυτό το οποίο χαρακτηρίζεται ως άνθρωπος η ως φύση δεν εξυπηρετεί και δεν προωθεί την ψυχική ανάταση και την ατομική εξέλιξη του ανθρώπου; Και τι την προωθεί; Το ωράριο 8-4 και η παραγωγή ενός όγκου χαρτιών ή η διακίνηση κάποιων μετοχών; Αυτό το οποίο πρέπει να κατανοήσουμε είναι ότι ο άνθρωπος έχει δυο φύσεις. Ο πνευματικός άνθρωπος δε διαχωρίζεται από τον καθημερινό άνθρωπο ο οποίος γνωρίζει να απολαμβάνει τις μικροχαρές της ζωής. Απλώς ο πνευματικός άνθρωπος ξέρει να ξεχωρίζει αυτές τις δυο όψεις του. Δε βυθίζεται μονοσήμαντα ούτε στη πνευματική απολυτότητα, ούτε στις μικροχαρές της υλικής ζωής πιστεύοντας ότι η επιλογή του ενός και μόνο δρόμου οδηγεί στην κοσμική ψυχική χαρά και ανάταση. Αντίθετα βάζει τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση και βιώνει ισόρροπα και τις δυο φύσεις του.

Γι’ αυτό πιστεύω βαθιά ότι αλήθεια είναι πως ένας πραγματικός ερευνητής επιστήμονας ό,τι κάνει το κάνει πρωταρχικά για τον εαυτό του. Κι ο κόσμος στη συνέχεια, γίνεται κοινωνός της προσωπικής του χαράς χειριζόμενος το προϊόν που ήδη αυτός έχει  παράγει. Το ίδιο κάνει κι ο καλλιτέχνης, κι ο συγγραφέας. Όταν από 17 χρονών ήθελα να γίνω αστρονόμος δε σκέφτηκα ότι θα σώσω τον κόσμο. Αυτό το σκέφτηκα και ασχολήθηκα με την πολιτική και τους κοινωνικούς αγώνες.

Αξίζει μια ανάγνωση ολόκληρη η συνέντευξη. Μπορείς να τη βρεις εδώ σε αρχείο pdf και εδώ στο site της Ομάδας Φασματοσκοπίας του Τμήματος Φυσικής (Τομέας Αστροφυσικής Αστρονομίας & Μηχανικής) του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Μπορείς να δεις και την εκπομπή με τη συνέντευξη του Μάνου Δανέζη, στο ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ.

Oct 292010
 

Άκουσα στο ραδιόφωνο σήμερα ότι ‘επιστήμονες ετοιμάζουν μια συσκευή που θα ερμηνεύει τα όνειρα μας’. Είμαι επιφυλακτική για κάθε ‘ερμηνεία’ ονείρου (είτε από θεραπευτή, είτε από μηχάνημα) που δεν προέρχεται από το βίωμα και την επίγνωση του ονειρευτή. Λογικό λοιπόν να ψάξω την είδηση στο internet. Πρώτο κλικ σε εφημερίδες, βρήκα την είδηση στην Ελευθεροτυπία. Η είδηση λέει,

Η εν λόγω συσκευή επιτρέπει στο χρήστη να κατευθύνει μόνο με το νου ένα κέρσορα και να αλλάζει εικόνες στην οθόνη του υπολογιστή. Η ανακάλυψη αυτή μπορεί να επιτρέψει στο μέλλον σε ανθρώπους που δεν μπορούν λόγω εγκεφαλικών προβλημάτων να επικοινωνήσουν με τους γύρω τους να έρθουν σε επαφή μαζί τους.

“Θέλουμε να διαβάσουμε τα όνειρα των ανθρώπων”, δήλωσε ο επικεφαλής της έρευνας, Μόραν Σερφ, του Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Καλιφόρνια, με σκοπό να κατανοήσουμε το πώς και το γιατί οι άνθρωποι ονειρεύονται. Σύμφωνα με την έρευνα, η οποία δημοσιεύεται στο περιοδικό Nature, μέσω της ηλεκτρονικής απεικόνισης του εγκεφάλου, οι επιστήμονες θέλουν να βοηθήσουν τους ψυχολόγους να επιβεβαιώνουν αυτά που τους αναφέρουν οι ασθενείς τους σχετικά με τα όνειρα τους.

Ο Μόραν Σερφ παραδέχεται ότι μέχρι μια συσκευή να είναι ικανή να “διαβάζει” τα όνειρα με αξιοπιστία θα περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα. Υποστηρίζει, ωστόσο, ότι η τεχνολογία των αισθητήρων προοδεύει και ότι σύντομα δεν θα χρειάζεται χειρουργική επέμβαση για να καταγραφεί η ονειρική εγκεφαλική δραστηριότητα.

Η ίδια είδηση αναφέρεται με περισσότερες λεπτομέρειες στο site του BBC. Κι ένα γρήγορο ψάξιμο στο Google με κατεύθυνε σε αυτό το βίντεο, σχετικά με την έρευνα.

Video: Thought projection by neurons in the human brain

Ο Moran Cerf έχει αναρτήσει το άρθρο του στο Nature στο site του California Institute of Technology. Θέλει γερά νεύρα η ανάγνωση του άρθρου, κι έναν νευροψυχολόγο κάπου γύρω να στο εξηγήσει.

Oct 182010
 

Το νέο βιβλίο του Anrold Mindell “ProcessMind: A User’s Guide to Connecting with the Mind of God” θα κυκλοφορήσει 1 Νοεμβρίου στις ΗΠΑ και μπορεί κανείς να το παραγγείλει από την ιστοσελίδα του amazon

Αυτή είναι μια συνέντευξη για το βιβλίο που έδωσε ο Mindell στον Tomasz Stawiszyńskiγια το περιοδικό Newsweek που θα κυκλοφορήσει τέλη Οκτωβρίου στην Πολωνία:

Tomasz: You call your new book “Processmind. A User’s guide to connecting with the mind of God”. One may think that you’re no more a psychologist and you became some kind of mystic? Is it true?

Arny: Thanks for this question.  The term, “mind of God” is a term many physicist’s use. For example, Einstein, Paul Davies, Stephen Hawking as well as many others sometimes refer to the “mind of God” as the surprising appearance of observable patterns and mathematical laws that correctly describe the observable physical universe. When scientists ask themselves, “where do these laws come from?”, a creative and stimulating answer is “the mind of God”, that is, an organizing factor in background of our universe..

So to answer your question, “am I becoming a mystic” the answer is yes and no. Yes; as a therapist I understand the phenomenological reality of dreams and the dreaming process. Yes, dreaming is a level of observable reality that must be taken into account. At the same time, as a physical scientist, I seek practical, reasonable, and evidence-based results. I am mainly interested in theories that touch ALL levels of reality in a practical way.

Tomasz: So actually, in your opinion, there is a strong similarity between modern physics, psychology and ancient Taoist teachings or Aboriginal traditions?

Arny: Yes aspects of what I call the processmind can be found in the occasional sense in everyday life that some kind of “field” or force moves us about. It appears in our dreams and body experiences. Physicists intuit this field in their hope for a “unified field theory” embracing strong, weak, electromagnetic, and gravity force fields. But Aboriginal Australians and native peoples everywhere have always spoken of a “field-like” presence, such as the “Dreaming”.

So yes, there are strong similarities between modern physics, psychology and spiritual traditions. And the processmind is one way of describing these similarities.

Tomasz: What you think about such authors as Fritjof Capra – he was very popular but many scientists do not take his statements seriously? Aren’t you afraid that the reaction for your book will be the same?

Arny: I love critical thinking! I myself don’t believe in anything unless I have experienced it many times, and seen it in the reality and dreams of hundreds of other people. Today’s scientific paradigm is wonderful, but it limit’s itself mainly to repetitive observable results. I call this attitude, an approach of modern consensus reality. But this is only one of our realities.

Consensus reality is not the only reality human beings experience, and a truly scientific person should be open to dreaming and the Tao-fields as well.

As a process oriented therapist, I take the dreaming process as a reality as well, for it can give people in all states of consciousness a sense of wellness. And beyond visual dreams, there is the sense many have of a “processmind,” Jung’s “Unus Mundus,” or unifying field experience. These essence level experiences appear to just about everyone at some point during their lives.

So getting back to your question about scientific doubt, my answer is yes! PLEASE DO DOUBT any “unified field theory” or T.O.E. (Theory of Everything) unless you see it work in all realities –including your personal experiences!

Tomasz: How can we deal with a statement that there is some organizing factor in the world, some kind of teleology and at the same time there is so much senseless suffering, accidents (in which many people die), catastrophes etc. etc. everywhere around…?

Arny: The processmind is not the popular “God” image which is essentially “good” and stands against “evil”. The processmind is an organizing factor that is open to all vectors, that is all directions, all forces. By having greater access to this, the processmind, the tensions of everyday life, relationships, and even large group diversity conflicts become easier to facilitate. Finally, as I show in my book, the processmind idea even makes sense of near death experiences.

Jun 292010
 


Πηγή: Το Βήμα

Θυμώνω και μου κάνει καλό!
Ο θυμός περιορίζει τις βλαβερές συνέπειες του άγχους, υποστηρίζουν οι επιστήμονες

Σας «ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι»; Μπορεί να έρχεται σε αντίθεση με την κοινή λογική, όπως όμως φαίνεται ο θυμός κάνει καλό στην υγεία. Σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξε νέα έρευνα επιστημόνων από το Πανεπιστήμιο της Βαλένθια στην Ισπανία. Τουλάχιστον για όσους ανθρώπους δεν αντιμετωπίζουν άλλα προβλήματα υγείας, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το συναίσθημα του θυμού μειώνει τις συνέπειες του άγχους. Πώς; Κατ΄ αρχάς αυξάνει τη ροή του αίματος στο αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου το οποίο σχετίζεται με τα θετικά συναισθήματα.

Οταν θυμώνουμε αυξάνονται οι καρδιακοί παλμοί, η αρτηριακή πίεση και η τεστοστερόνη. Παράλληλα βγαίνει έξω από το εύθραυστο «παιχνίδι» της ψυχοσωματικής ισορροπίας η κατ΄ εξοχήν ορμόνη που προκαλεί το άγχος, η κορτιζόλη. Παρατηρείται μεγάλη μείωση της παραγωγής της. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να ενεργοποιείται το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου το οποίο σχετίζεται με θετικά συναισθήματα όπως η οικειότητα και η χαρά.

Οι επιστήμονες ανέλυσαν τις αλλαγές στο αυτόνομο νευρικό σύστημα το οποίο επηρεάζει το καρδιαγγειακό και το ενδοκρινικό σύστημα. «Η πρόκληση συναισθημάτων οδηγεί σε σημαντικές αλλαγές στο αυτόνομο νευρικό σύστημα, το οποίο ελέγχει την καρδιαγγειακή λειτουργία, καθώς και το ενδοκρινικό σύστημα. Επιπροσθέτως παρατηρούνται αλλαγές στην εγκεφαλική δραστηριότητα, κυρίως στον πρόσθιο και κροταφικό λοβό» εξήγησε ο επικεφαλής της έρευνας δρ Neus Herrero.

Στη διάρκεια των πειραμάτων προκλήθηκε θυμός σε 30 άνδρες εθελοντές με μια απλή εργαστηριακή μέθοδο, χρησιμοποιώντας 50 φράσεις σε πρώτο πρόσωπο οι οποίες αναφέρονται σε καθημερινές καταστάσεις και ενεργοποιούν το συγκεκριμένο συναίσθημα. Πριν και αμέσως μετά την πρόκληση του θυμού μέτρησαν τους καρδιακούς παλμούς, την αρτηριακή πίεση και τα επίπεδα τεστοστερόνης και κορτιζόλης των ανδρών. Παράλληλα μέτρησαν την ασύμμετρη δραστηριότητα του εγκεφάλου, τη γενικότερη διάθεση των ατόμων και την υποκειμενική τους εμπειρία προς το συναίσθημα του θυμού. Τα αποτελέσματα, που δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό «Ηormones and Βehavior», αποκαλύπτουν ότι ο θυμός προκαλεί αύξηση των καρδιακών παλμών, της αρτηριακής πίεσης και της τεστοστερόνης.

Εδώ όμως βρίσκεται το «κλειδί» του… υγιεινού θυμού. Διότι έτσι ενεργοποιείται το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου. Το δεξιό αφορά τα αρνητικά συναισθήματα, όπως ο φόβος, η λύπη και η απομόνωση. «Η περίπτωση του θυμού είναι μοναδική. Διότι, αν και βιώνεται ως αρνητικό συναίσθημα, τελικά στους υγιείς ανθρώπους προκαλεί ένα αίσθημα οικειότητας» είπε ο δρ Χερέρο. Με άλλα λόγια, όταν θυμώνουμε η ασύμμετρη εγκεφαλική αντίδραση υπολογίζεται βάσει της προσπάθειάς μας να προσεγγίσουμε το ερέθισμα που μας προκαλεί θυμό και όχι βάσει του γεγονότος ότι θεωρούμε αυτό το ερέθισμα αρνητικό. «Συνήθως όταν θυμώνουμε εμφανίζουμε μια φυσική τάση να βρεθούμε πιο κοντά σε αυτό που μας έκανε να θυμώσουμε παρά να προσπαθήσουμε να το εξαλείψουμε» καταλήγει ο επιστήμονας. Είναι η πρώτη γενική έρευνα για τον θυμό η οποία λαμβάνει υπόψη όλες τις ψυχοβιολογικές παραμέτρους (την καρδιαγγειακή, την ορμονική και τη διαφορετική δραστηριότητα των δύο ημισφαιρίων του εγκεφάλου) και τις αλλαγές που προκαλούνται όταν μας «ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι».

(ευχαριστώ την Α.Σ. για το link στο άρθρο)

Jun 092010
 

Ένα ενδιαφέρον απόσπασμα για τη γέννηση του συστήματος διαγνώσεων στην Ψυχιατρική από το ντοκυμαντερ του Adam Curtis “The Trap: What happened to our dreams of freedom” το οποίο σε 3 ωριαία επεισόδια διαπραγματεύεται τις έννοιες της ατομικότητας και της ελευθερίας και το πως αυτές έχουν διαμορφώσει τις κοινωνίες μας:

– στο 1ο επισόδιο κοιτάει τα αποτελέσματα από την προσπάθεια πολιτικών (δεξιών και αριστερών) τη δεκαετία του 90 να επεκτείνουν στο δημόσιο βίο μια ιδέα ελευθερίας βασισμένη στο Game Theory, ενός συστήματος το οποίο αφαιρετικά βλέπει τους ανθρώπους σαν ρομπότ που υπολογίζουν το ιδιωτικό τους συμφέρον και οδηγούνται από κίνητρα παρά την ιδέα του δημοσιου καθήκοντος

– στο 2ο επισόδιο κοιτάει το πως ο εθισμός στα νούμερα και τη στατιστική άλλαξε την κοινωνία εξαρτώντας την από τα ψυχοφάρμακα

– στο 3ο επισόδιο κοιτάει την διαδικασία αναζήτησης της ελευθερίας: τι διαφοροποιεί τον καταπιεστή από τον καταπιεζόμενο; Είναι δυνατόν κάποιος που με τις καλύτερες των προθέσεων πάει να ελευθερώσει ένα λαό να γίνεται δια μέσου της δράσης του αυτής τύραννος; Κι αν ναι, με ποιο τρόπο γίνεται αυτό;

Σε τέσσερα You Tube βιντεάκια αποσπάσματα από το 2ο επεισόδιο:

και ένα γραπτό απόσπασμα απο το τέταρτο βιντεάκι:

With the development of psychopharmaka) people imagined that they might live in a world where there would never be a worry, not even a grief, where there would never be conflict, concern or worry over alternatives that make possible the kinds of progress that we’ve seen in the past.

But then the man who had created the check list [DSM] (Robert Spitzer) admitted that it might be leading millions of people to believe that they were disordered when they were not. The check list added up only observable symptoms. They deliberately excluded any understanding of the patients’ life. Because of this, he said, it confused genuine psychological disorder with normal human feelings of sadness and anxiety, and that this was happening on a wide scale. All this was being said by one of America’s most powerful psychiatrists Dr. Robert Spitzer.

Robert Spitzer: “What happened is that we made estimates of prevalence of mental disorders totally descriptively without considering that many of these conditions might be normal reactions which are not disorders, that’s the problem, because we were not looking at the context in which those conditions developed.”

Adam Curtis: “So you have effectively medicallized much of ordinary human sadness, fear, ordinary experiences.”

Robert Spitzer: “I think we have to some extent. How serious a problem it is is not known. I don’t know if it’s 20%, 30% I don’t know but that’s a considerable amount if it’s 20 or 30%.” What was happening was that large part of normal human experience, grief, disappointment, loneliness where all being re-classified as medical disorders. In the process a new system of management was emerging. The drugs took away those complex and difficult feelings and made the individuals happier but they also made them simpler beings. More easy to predict and manage, and closer to the machine-like creatures at the heart of economic models.

Jerome Wakefield: “By using check lists of symptoms about emotions you have gone out and confused normal human responses to life with mental disorder and therefore created an illusion of a vast epidemic, a medicalized illusion. And obviously a situation where you medicalize is a situation where your focus will not be on social change it will be on controlling individual to fit in properly. That’s the subtle and overall danger here. That it could serve our kind of social-economic systems’ needs in a way in which we become more efficient but less human.”

What the psychiatrists had discovered was that an objective system based on numbers had led them into a trap. The numbers had imposed their own narrow logic on how we thought and felt about ourselves. And the politicians were about to find their attempts to manage society by using numbers would also have the strangest consequences. Far from helping them achieve their progressive vision they would actually make society more rigid and even harder to change.