Jun 012018

Πηγή: Creative Healing – Pierre Morin & Kara Wilde

After presenting on Communal Intelligence (CI) at the 2018 Dublin IAPOP conference: Embracing the Edge: New Frontiers in Process Work (Communal Intelligence Presentation, 2018) many questions keep filling my head:

How can we reconcile the urgent need to abolish systemic racism and the trauma and suffering it creates while also advocating for a relational and facilitative approach that wants to hear and value all voices?

And, how can we acknowledge the experience and practice of white defensiveness and fragility on one side as well as the reaction of shaming and righteousness?

Definition of racism:

I personally like the one from Ijeoma Oluo: “Prejudice against someone based on race, when those are simultaneously reinforced by systems of power”. This definition implies that you don’t have to be “racist” to be a part of a racist system. Individual behavior is relevant in the sense of how it reinforces and supports the unjust distribution and use of power.

Individual versus systemic:

Individual or interpersonal prejudice, racism, sexism etc. is hurtful and needs to be rectified but more importantly it supports and reinforces a system of power that uses the same prejudices to discriminate against a whole group of people and preserve the power for white men.

It also means that we cannot fix racially based systemic injustices and inequities on an emotional basis alone and that when we ignore the institutional support of racial bias we perpetuate racism. Every voice and experience is important. The question we all need to ask ourselves is: how much impact will what we experience have on our life in the future? On our prospect to be treated fairly and humanly, to receive services, to obtain economic opportunities etc.? There lies the difference. Some of us are exposed to greater risks and injustices than others.

When we talk about racism and raise awareness about the consequences of individual behaviors we need to comment on the systemic impact they have and how they reinforce and participate in unfair collective structures. We need to keep in mind that the issue is not us but the system of racism that shows up in our statements and behaviors.

It is crucial to remember and frame that when we focus on the individual level, although important, we may incur the danger of avoiding the systemic issues and so reinforce the existing power structures.

One facilitative approach is to bring awareness to the individual psychological rank (see slide on rank structures) of a marginalized voice. While this is important in the momentary context and can help resolve conflicts, if we omit to frame that the systemic lack of power persists and is unchanged by the individual resolution, we perpetuate structural racism.

Common ground, diversity and social injustice:

As humans we share 99.5% of our genome or genetic makeup. We differ in only 0.5% of our genes.

On the other hand, while we all share the same basic notes, we differ in how we play the notes and what tunes we compose with the notes we play, which is called genetic expression or Epigenetics. These tunes are strongly influenced by our personal and family histories and the social environment we live in.

What does this all mean?

It means that the concept of race is biologically meaningless. It also suggests that how we relate to each other and the social arrangements we develop together have a strong impact on how well we can play our genetic instrument.

We are essentially all the same and how we treat each other individually and systemically has a huge impact.

The resulting diversity, besides bringing beauty and variety, leads to jealousy, competition and wars. It is also being used by certain social groups (i.e. white men) to marginalize others and preserve their privileges and powers.

In view of social injustice and trauma, talking about common ground can be inflammatory. But on the other hand, rejecting our shared essence may contribute to perpetuating the existing disparities. Once we displace people from their centrality and privileges we often adopt the same abuse of power. Holding the tension of both truths is difficult and not always possible.

We have to celebrate diversity, fight the injustice and some of us may be able to remember once in a while that we share 99.5% of our basic makeup.

May 132018

Πηγή: Περιοδικό φεμινιστιqá

Σκέψεις για το προσφυγικό από μια φεμινιστική οπτική

Αλεξάνδρα Ζαββού, ερευνήτρια, Πάντειο Παν/μιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών

Περίληψη: Στο κείμενο αυτό αναπτύσσω έναν προβληματισμό σχετικά με την πιθανή διασταύρωση των προσφυγικών σπουδών με τη φεμινιστική έρευνα και μεθοδολογία με στόχο αφενός να διατυπώσω ερωτήματα που θα μπορούσαν να μας προσανατολίσουν σε μια πολύπλευρη και διεισδυτική ανάγνωση και μελέτη του προσφυγικού ζητήματος, αφετέρου να αναζητήσω αν η μελέτη της προσφυγικής κρίσης στην Ελλάδα σήμερα μας οδηγεί στο να ξανασκεφτούμε ορισμένες παραδοχές μας ως φεμινίστριες.

Borders will never work. People will always travel. Europe will not last forever.
Watch The Med – Alarmphone, ανάρτηση στο Facebook 10/12/2016

Στο σημείωμα αυτό θα αναφερθώ σε ορισμένα ζητήματα στα οποία διασταυρώνονται οι προσφυγικές σπουδές με τη φεμινιστική έρευνα και μεθοδολογία. Θεωρώντας τη φεμινιστική προσέγγιση λιγότερο ως έναν θεματολογικό ή και πολιτικό προσανατολισμό και περισσότερο ως μια στάση (αυτο)κριτικής, η μελέτη του προσφυγικού ζητήματος στην Ελλάδα σήμερα μας οδηγεί στο να ξανασκεφτούμε ορισμένες παραδοχές μας ως φεμινίστριες.

Από την άνοιξη του 2015, το προσφυγικό αποτελεί κεντρική αναφορά του δημόσιου χώρου. Η «προσφυγική κρίση», ένας όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια πλέον πολύπλοκη συγκυρία, χρειάζεται να εννοιολογηθεί ξανά υπό το φως των πολιτικών ζητημάτων που εγείρει και ταυτόχρονα συσκοτίζει (Σπυροπούλου και Χριστόπουλος, 2016). Όπως φαίνεται από την κρίση υποδοχής αλλά και από τη χρεωκοπία των Συνθηκών του Δουβλίνου και Σένγκεν, πρόκειται για κρίση του ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου και μετανάστευσης και συνολικότερα της εννοιολόγησης του ευρωπαϊκού ή/και εθνικού «συνόρου» (Tsianos και Kasparek, 2015).

Οι προσφυγικές σπουδές και οι σπουδές μετανάστευσης έχουν αναδείξει ότι βασικός πολιτικός προσανατολισμός των τελευταίων δεκαετιών, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι η αποτροπή και όχι η υποδοχή ή διευκόλυνση των προσφύγων που αναζητούν προστασία σε χώρες της Δύσης (Ehrkamp, 2016). Ειδικότερα, μετά το 2000 και την κήρυξη του «Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας», η ιδεολογική διαχείριση των προσφυγικών μετακινήσεων και η συνειρμοί που καλλιεργήθηκαν και που συχνά εμφανίζουν τους μουσουλμάνους πρόσφυγες να συσχετίζονται με την τρομοκρατία και τους Αφρικανούς ή Ασιάτες, αλλά και όσους προέρχονται από τις ανατολικοευρωπαϊκές χώρες με τη «λαθρομετανάστευση», διαμόρφωσαν ένα καθεστώς λόγου που ταυτίζει τους πρόσφυγες με την επικινδυνότητα.

Ταυτόχρονα, έχει αναπτυχθεί διεθνώς αλλά πλέον και στην Ελλάδα μια «βιομηχανία ανθρωπιστικών παρεμβάσεων» (Ticktin, 2016), που οργανώνεται γύρω από διεθνείς, εθνικές και τοπικές ΜΚΟ και οργανώσεις μέσα σε μια ανταγωνιστική αγορά εξεύρεσης πόρων. Αναπτύσσεται πλέον ένας ιδιαίτερος «ανθρωπιστικός λόγος» για τους πρόσφυγες, όπου μονοσήμαντα αναπαριστώνται ως θύματα. Εμφυλοποιημένες και φυλετικοποιημένες εικόνες του «άλλου», όπως π.χ. της εξωτικής μαύρης ή μαντιλοφορεμένης γυναίκας που κάνει έκκληση στην «βαθύτερη ανθρωπιά» μας, ενώ ταυτόχρονα μας «προκαλεί» με τη διαφορετικότητά της, συναρθρώνουν το αναπαραστικό ρεπερτόριο της «προσφυγικότητας». Η προβολή των προσφύγων μέσα από συμβολισμούς ετερότητας και θυματοποίησης ενισχύει την εικόνα της Δύσης-καταφύγιο ως χώρο πολιτισμικής ανωτερότητας και πολιτικής υπεροχής. Εδώ μπορεί να φανεί χρήσιμη η έννοια των «τεχνολογιών ετερότητας»,1 στις οποίες περιλαμβάνονται όλες εκείνες οι ορθολογικότητες (π.χ. διεθνές δίκαιο, νόμοι και πολιτικές, διοίκηση, ΜΜΕ, ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις) μέσω των οποίων προσδιορίζεται και παγιώνεται το καθεστώς του «πρόσφυγα». Αρθρώνονται έτσι διαφορετικές κλίμακες θέασης, από την γεωπολιτική των πολέμων και τους χάρτες των προσφυγικών ροών, στις τοπικές κοινότητες των hot spots και στη μικροφυσική των δακτυλοσκοπήσεων.

Στο πλαίσιο εθνογραφικών κυρίως μελετών επισημαίνεται η ανάγκη προβληματικοποίησης των αναπαραστατικών στρατηγικών και των ερευνητικών πρακτικών (Voutira και Dona, 2007), όπως και η αυτοκριτική των ερευνητριών ως προς την αναγνώριση της υποκειμενικότητας και της αυτενέργειας των προσφύγων (Cabot, 2016). Σ’ ό,τι αφορά τη δεοντολογία της έρευνας με προσφυγικούς πληθυσμούς, οι οποίοι εξ’ ορισμού θεωρούνται «ευάλωτοι και εύκολα εκμεταλλεύσιμοι», η βασική αρχή του «do no harm», ότι δηλαδή η έρευνα θα πρέπει όχι μόνο να μη δυσχεραίνει τη θέση τους αλλά και να κομίζει οφέλη που να αντισταθμίζουν το πιθανό ρίσκο από τη συμμετοχή τους αυτή, κρίνεται ήδη ανεπαρκής (Mackenzie, McDowell και Pittaway, 2007). Η μετατόπιση συνίσταται στο να λειτουργεί βέβαια η έρευνα ως παράγοντας ενδυνάμωσης και (αυτο)προβολής των αιτημάτων και αναγκών τους, αλλά υπό το πρίσμα της κοινωνικής δικαιοσύνης και της προστασίας των δικαιωμάτων, δηλαδή μέσα από ένα νομικοηθικό πλαίσιο, και όχι ως έκφραση φιλανθρωπίας.

Οι προσφυγικές σπουδές και η φεμινιστική προσέγγιση συγκλίνουν τόσο στα θέματα της ενδυνάμωσης/υπεράσπισης-συνηγορίας των ερευνώμενων, της ανάπτυξης συμμετοχικών ερευνητικών πρακτικών, της αναστοχαστικότητας, της επερώτησης των ασύμμετρων σχέσεων εξουσίας στο ερευνητικό πεδίο, όσο και στην ανάγκη αποδόμησης των έμφυλων και φυλετικοποιημένων ταυτοποιήσεων που εγγράφονται τόσο σε καθημερινούς όσο και επιστημονικούς λόγους και πρακτικές. Στο πλαίσιο της φεμινιστικής προσέγγισης εγείρονται λοιπόν ερωτήματα σχετικά με τις θέσεις υποκειμένου στις οποίες αναγνωρίζονται ή/και εγκαλούνται οι πρόσφυγες, όπως και σχετικά με τη θέση της φεμινίστριας ερευνήτριας στο πεδίο των προσφυγικών σπουδών. Τι εργαλεία προσφέρουν η φεμινιστική προσέγγιση και οι σπουδές φύλου σε σχέση με το προσφυγικό και, αντιστρόφως, μήπως το προσφυγικό επαναπροσδιορίζει τις φεμινιστικές προσεγγίσεις;

Σε ένα πρώτο επίπεδο η φεμινιστική προσέγγιση μέσα από τη θεωρία της διαθεματικότητας (intersectionality theory) αναδεικνύει τις διαδικασίες υποκειμενοποίησης, ιδίως τις έμφυλες, φυλετικοποιημένες και ταξικές διαστάσεις της (Phoenix, 2006). Στην προβληματική της επιτελεστικότητας, οι εν λόγω ταυτότητες νοούνται ως κωδικοποιημένες και επαναλαμβανόμενες σωματικές και λεκτικές επιτελέσεις, μέσω των οποίων καθίστανται ορατά και αναγνωρίσιμα τα υποκείμενα στον εαυτό και τους άλλους (Salih, 2006). Προβάλλοντας αυτούς τους προβληματισμούς στις προσφυγικές σπουδές, το ερώτημα είναι με ποια έμφυλα, ταξικά, φυλετικοποιημένα, πολιτισμικά χαρακτηριστικά επενδύονται ως υποκείμενα οι «πρόσφυγες» και κυρίως ποια χαρακτηριστικά υπερτονίζονται και ποια αποσιωπούνται στα διαφορετικά νοηματικά, ιδεολογικά και πολιτικά πλαίσια. Για παράδειγμα, προβάλλεται περισσότερο η πολιτισμική ή/και θρησκευτική τους ταυτότητα (Μουσουλμάνοι), έναντι της πολιτικής ή επαγγελματικής; Ή, ακόμα, μήπως θεωρούνται κάποιοι πρόσφυγες πιο οικείοι, συνεπώς πιο ανεκτοί; Για παράδειγμα οι Σύριοι που αναφέρονται ως μορφωμένος λαός με κοινές παραδόσεις βρίσκονται πιο «κοντά μας» από τους Αφγανούς που εμφανίζονται ως αμόρφωτοι αγρότες;

Μήπως η κατηγορία «πρόσφυγας» καθ’ εαυτή συνιστά συνθήκη υποκειμενοποίησης (κατ’ αναλογία προς το φύλο, τη «φυλή» και την τάξη) με το δικό της καθεστώς λόγου και επιτελεστικότητας, έτσι ώστε να «φυσικοποιούνται» και να υποστασιοποιούνται ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που θεωρείται ότι προσιδιάζουν της προσφυγικής κατάστασης ή/και ιδιότητας (π.χ. το ευάλωτο έναντι της βούλησης και της εμπρόθετης δράσης); Σ’ αυτή την περίπτωση, μήπως κάποια υποκείμενα (π.χ. γυναίκες με παιδιά) θεωρούνται περισσότερο παραδειγματικοί «πρόσφυγες» από άλλα (π.χ. νέοι άνδρες); Και κατά πόσο η θεώρηση αυτή υπαγορεύεται από έμφυλες και ετεροκανονιστικές παραδοχές, π.χ. περί του ευάλωτου των γυναικών ή/και των παιδιών έναντι των ανδρών, ή ακόμα περί της αδιαμφισβήτητης αξίας της (πατριαρχικής) οικογένειας ως κυττάρου της κοινότητας και του έθνους που βάλλονται σε συνθήκες πολέμου και εκτοπισμού, όπως αυτές που συνδέονται με τις πρόσφατες προσφυγικές μετακινήσεις;

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η φεμινιστική προσέγγιση συνιστά και ιδεολογική κριτική καθώς, μέσα από την αποδόμηση του κόμβου φύλου-«φυλής»-έθνους, αποφυσικοποιεί το έθνος-κράτος ως αυτονόητη και αναγκαία «κοινότητα ανήκειν» (Yuval-Davis, 1997). Κατ’ επέκταση, μπορεί να υποστηρίξει μια θεώρηση του προσφυγικού ζητήματος που θέτει στο επίκεντρο του θεωρητικού και πολιτικού προβληματισμού τα περιεχόμενα και τα όρια της κυριαρχίας και της πολιτειότητας, αλλά και της διακυβέρνησης, όπως χαρακτηριστικά αποκαλύπτει η προσφυγική κρίση. Οι μετακινήσεις πληθυσμών, που σε επίπεδο διακυβέρνησης καθίστανται μη διαχειρίσιμες ή προβληματικές, καταδεικνύουν ακριβώς τα μη λειτουργικά αλλά και διαπερατά όρια (εδαφικά, πολιτικά, διακαιϊκά, πολιτισμικά, συμβολικά) των εθνικών ή υπερεθνικών οντοτήτων, όπως η ΕΕ (π.χ. στρατιωτικοποιημένα εξωτερικά ή/και εσωτερικά σύνορα, ευρωπαϊκό σύστημα ταυτοποίησης κ.λπ.). Επίσης όμως καταδεικνύουν και τα δυσδιάκριτα όρια ανάμεσα στο μέσα και στο έξω, από τη στιγμή που οι φορείς μετακινούνται σε ποικίλες θέσεις, όπως για παράδειγμα οι ξένες ΜΚΟ που διαχειρίζονται τα ελληνικά στρατόπεδα, οι Έλληνες που δουλεύουν σε ξένες ΜΚΟ, οι πρόσφυγες ως υποκείμενα δικαιωμάτων, η FRONTEX στα εθνικά σύνορα κ.ά.

Σε ένα τρίτο επίπεδο, η έμφαση που δίνει η φεμινιστική προσέγγιση στην αναγνώριση του ερευνητικού πεδίου ως πεδίου άσκησης σχέσεων εξουσίας και ο συνακόλουθος προβληματισμός για τη θέση, τους σκοπούς και τα εργαλεία του ερευνητή, μπορεί να εμπλουτίσει τον σχεδιασμό της έρευνας με πρόσφυγες με περισσότερο διαλογικές και συνεργατικές μορφές. Ζητήματα όπως τα παραπάνω συνιστούν κεκτημένα με μακριά ιστορία στη φεμινιστική συζήτηση, ειδικά στο πλαίσιο μιας δια-εθνικής, μεταποικιοκρατικής φεμινιστικής κριτικής (Grewal και Kaplan, 2000). Η μελέτη της προσφυγικής κρίσης ανακινεί και επικαιροποιεί τα ζητήματα αυτά, καθώς βρισκόμαστε μπροστά σε μια ραγδαία διεθνοποίηση του τοπικού, σε έντονη δημοσιότητα, αλλά και την ποικιλόμορφη δια-εθνική κινητικότητα πολλαπλών φορέων που καθιστούν το ίδιο το ερευνητικό πεδίο, συνεπώς και τις σχέσεις εξουσίας που το διαπερνούν, εξαιρετικά πιο σύνθετο, πυκνό και ασταθές (Ροζάκου, 2015). Η πρόσφατη επιτόπια έρευνα των Antonakaki, Kasparek και Maniatis (2016) στο hot spot Vial της Χίου, για παράδειγμα, αναδεικνύει τις διαφορετικές, αντιφατικές και αντικρουόμενες λογικές που προβληματικοποιούν την πολιτική υποδοχής των προσφύγων.

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τους προσφυγικούς πληθυσμούς στην Ελλάδα, σε ποια θέση λοιπόν μπαίνουμε εμείς που τους υποδεχόμαστε ή/και τους μελετούμε; Με ποιούς τρόπους εγγράφεται η προσφυγική κρίση στη διαχείριση της πολιτισμικής και επιστημονικής μας ταυτότητας και ιστορίας; Θα αναφερθώ ενδεικτικά σε τρία ζητήματα: της αλληλεγγύης, της βίας και της ένταξης.

Ιστορικοποιώντας την προσφυγική κρίση, ο Παπαταξιάρχης (2016) θεωρεί ότι διανύουμε μια τρίτη φάση του μεταναστευτικού στην Ελλάδα που χαρακτηρίζεται από τον «πατριωτισμό της αλληλεγγύης», δηλαδή την ανάπτυξη ενός λόγου και ενός κινήματος αλληλεγγύης που επανεγγράφεται, εν μέρει, σε μια ουσιοκρατική εθνικιστική πολιτισμική ταυτότητα. Συνεπώς, το αν η ενασχόληση με τους πρόσφυγες μπορεί να παράξει νέες υποκειμενικότητες και πολιτισμικές αφηγήσεις είναι ένα στοίχημα, κοινωνικό αλλά και ερευνητικό. Για παράδειγμα, μήπως η εικόνα της μαζικότητας των προσφυγικών ροών και της εξαθλίωσης των προσφύγων ανασύρει συλλογικές τραυματικές μνήμες από τη Μικρασιατική καταστροφή, έτσι ώστε να προκύπτει μια άρρητη ταύτιση μεταξύ των τωρινών Σύριων και των παλαιότερων Μικρασιατών προσφύγων; Στην περίπτωση αυτή, μήπως εποικίζεται με νέες σημασίες η οδυνηρή εμπειρία της προσφυγικής ανταλλαγής, με τρόπο που στο όνομα και στο πρόσωπο των Σύριων προσφύγων να αναγνωρίζονται και να δικαιώνονται τώρα εκείνοι που φτάνοντας στην Ελλάδα αντιμετώπισαν όχι φιλοξενία αλλά περιθωριοποίηση, εξευτελισμό και υποτίμηση, αποσπώντας έτσι μέσω της έκφρασης αλληλεγγύης μια ηθική αποζημίωση;

Ιδιαίτερα πυκνές είναι οι σημασίες της βίας που προβάλλονται στο προσφυγικό. Οι πρόσφυγες, βιωματικά και συμβολικά, συνδέονται πολλαπλώς με τη βία του πολέμου, του εκτοπισμού, του ταξιδιού και των συνόρων, της υποδοχής, των στρατοπέδων ή καταυλισμών. Πώς αντιλαμβανόμαστε όμως αυτή τη βία; Αντιλαμβανόμαστε τους πρόσφυγες κυρίως μέσα από ένα πρίσμα δικαιωμάτων και δικαιοσύνης ή προβάλλουμε σ’ αυτούς ένα επιχώριο τραύμα προσφυγιάς και μετανάστευσης όπου η εμπειρία του κατατρεγμού μετασχηματίζεται σε αξίωση προστασίας του αδύνατου; Δηλαδή, τους βοηθάμε γιατί θεωρούμε ότι χαίρουν δικαιώματος προστασίας ως ένα καθολικό δικαίωμα ή γιατί είναι κατατρεγμένοι που εγείρουν συναισθήματα οίκτου; Οι γυναίκες ή τα παιδιά θεωρούνται ότι τραυματίζονται περισσότερο ή πιο εύκολα απ’ ότι οι άνδρες ή οι ενήλικοι; Και πώς σταθμίζουμε τις εμπειρίες και τις αφηγήσεις των προσφύγων έναντι των δικών μας προκαταλήψεων;

Ξαναγυρνώντας στα επίδικα της μετανάστευσης, η διαφιλονικούμενη ένταξη των μεταναστών στην Ελλάδα συντελέστηκε απουσία επίσημης μεταναστευτικής πολιτικής, μέσα από την άτυπη κυρίως αγορά εργασίας (Μητράκος, 2013) και στο επίπεδο της γειτονιάς (Βαΐου, 2007), δηλαδή μέσα από την έμπρακτη αλλά όχι επίσημα κατοχυρωμένη συμμετοχή τους στο κοινωνικό γίγνεσθαι (βλ. Σύγχρονα Θέματα, 2009). Οι σημερινοί πρόσφυγες τελούν υπό τελείως διαφορετικό καθεστώς αναγνώρισης και τυγχάνουν, προσωρινά, ειδικής μεταχείρισης, γεγονός που μοιάζει να τους εγκλωβίζει σε έναν εγχώριο εκτοπισμό όπου παραμένουν ξένο σώμα. Η ένταξη των προσφύγων, παρόλο που είναι αριθμητικά πολύ λιγότεροι από τους μετανάστες του ’90, θα αποδειχθεί πιθανώς δυσχερέστερη, ειδικά στις παρούσες συνθήκες κοινωνικοοικονομικής κρίσης, ακριβώς επειδή δεν υπάρχουν τα κοινωνικά δίκτυα και οι πρακτικές που θα τους επιτρέψουν να λειτουργήσουν στο κοινωνικό πεδίο.

Ταυτόχρονα η ίδια η έννοια της ένταξης σε έναν χώρο που χαρακτηρίζεται όλο και πιο έντονα από ακατάστατη δια-εθνική κινητικότητα ίσως δεν μπορεί παρά να επανεγγράψει τις ρευστές κοινωνικότητες που προκύπτουν στο πλαίσιο του προσφυγικού στο περιοριστικό και αδύναμο πια συμβολικά και πολιτικά πλαίσιο του έθνους-κράτους. Ποιες άλλες λοιπόν δυνατότητες συνάντησης και συναναστροφών μπορούμε να φανταστούμε ή επιδιώξουμε; Ίσως, όπως υπαινίσσεται και το απόσπασμα στην αρχή του κειμένου, μια από τις πιο κρίσιμες και καινοτόμες πτυχές του προσφυγικού να είναι ακριβώς η ικανότητα των μετακινούμενων προσφυγικών πληθυσμών να συγκροτούν και να συντηρούν κοινότητες χωρίς εντοπιότητα.

Στόχος μου σ’ αυτό το σημείωμα ήταν να διατυπώσω, γενικά κατ’ ανάγκην, ερωτήματα που θα μπορούσαν ίσως να μας προσανατολίσουν σε μια πολύπλευρη και διεισδυτική ανάγνωση και μελέτη του προσφυγικού, τέτοια που μάλλον θα ανοίγει παρά θα τακτοποιεί επιστημονικά και κοινωνικά ζητήματα που εγείρονται σήμερα.

1 Χρησιμοποιώ τον όρο κατ’ αναλογία προς τον όρο «τεχνολογίες του φύλου» (Lauretis, 1987) που αναφέρεται στις συμβολικές και υλικές πρακτικές έμφυλης υποκειμενοποίησης.


1 Χρησιμοποιώ τον όρο κατ’ αναλογία προς τον όρο «τεχνολογίες του φύλου» (Lauretis, 1987) που αναφέρεται στις συμβολικές και υλικές πρακτικές έμφυλης υποκειμενοποίησης.



Βαΐου, Ν. (επιμ.) (2007). Διαπλεκόμενες καθημερινότητες και χωροκοινωνικές μεταβολές στην πόλη. Μετανάστριες και ντόπιες στις γειτονιές της Αθήνας. Αθήνα: ΕΜΠ – Σχολή Αρχιτεκτόνων, Τομέας Πολεοδομίας και Χωροταξίας.

Μητράκος, Θ. (2013). Η συμβολή των μεταναστών στην ελληνική οικονομία: Mετά-ανάλυση των εμπειρικών ευρημάτων. Κοινωνική Συνοχή και Ανάπτυξη, 8(2), σελ. 87-106.

Παπαταξιάρχης, Ε. (2016). Η προσφυγική κρίση και ο πατριωτισμός της «αλληλεγγύης». Σύγχρονα Θέματα, 132-133, σελ. 7-28.

Ροζάκου, Κ. (2015). Το πέρασμα της Λέσβου: Κρίση, ανθρωπιστική διακυβέρνηση και αλληλεγγύη. Σύγχρονα Θέματα, 130-131, σελ. 13-16.

Σπυροπούλου, Γ., & Χριστόπουλος, Δ. (2016). Προσφυγικό: «Θα τα καταφέρουμε;». Αθήνα: Παπαζήση.

Σύγχρονα Θέματα, 107, Eιδικό τεύχος «Η πρόκληση της μετανάστευσης», 2009.


Antonakaki, M., Kasparek, B., & Maniatis, G. (2016). Counting, channelling and detaining: The hotspot center Vial in Chios, Greece. Society and Space.

Cabot, H. (2016). “Refugee voices”: Tragedy, ghosts, and the anthropology of not knowing. Journal of Contemporary Ethnography, 45(6), σελ. 645 – 672.

Ehrkamp, P. (2016). Geographies of migration I: Refugees. Progress in human geography, σελ. 1–10. DOI: 10.1177/0309132516663061.

Grewal, I., & Kaplan, C. (2000). Postcolonial Studies and transnational feminist practices. Jouvert. A Journal of Postcolonial Studies, 5(1).

Mackenzie, C., McDowell, C., & Pittaway, E. (2007). Beyond ‘Do no harm’: The challenge of constructing ethical relationships in refugee research. Journal of Refugee Studies, 20(2), σελ. 299-319.

Phoenix. A. (2006). Interrogating intersectionality: Productive ways of theorising multiple positioning. Kvinder, køn & forskning, 23, σελ. 21-30.

Salih, S. (2007). On Judith Butler and Performativity. Στο K. Lovaas και M. Jenkins (επιμ.), Sexualities and communication in everyday life: A reader (σελ. 55-68). Θάουζαντ Όουκς, Καλιφόρνια: Sage.

Ticktin, M. (2016). Thinking beyond humanitarian borders. Social Research, 83(2), σελ. 255-271.

Tsianos, V., & Kasparek, B. (2015). Zur Krise des europäischen Grenzregimes: eine regimetheoretische Annäherung. Widersprüche, 138(4), σελ. 8-22.

Voutira, E., & Giorgia, D. (2007). Refugee research methodologies: Consolidation and transformation of a field. Journal of Refugee Studies, 20(2), σελ. 163-171.

Yuval-Davis, N. (1987), Gender and nation. Λονδίνο: Sage.


Η Αλεξάνδρα Ζαββού είναι κοινωνιολόγος και ασχολείται με θέματα φύλου και μετανάστευσης. Από το 2008 συνεργάζεται ως ερευνήτρια σε προγράμματα του Εργαστηρίου Σπουδών Φύλου και έχει διδάξει στο Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Φύλο, Κοινωνία, Πολιτική» του Παντείου Πανεπιστημίου. Από το 2017 διδάσκει στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Email: alexandra.zavos@gmail.com

 Posted by at 11:29  άρθρα  Comments Off on Σκέψεις για το προσφυγικό από μια φεμινιστική οπτική
Feb 032018

Illustration: Ben Jennings

Άρθρο του καλλιτέχνη Ai Weiwei στον Guardian. Αξίζει μια ανάγνωση.

… Στη φύση υπάρχουν δύο προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση των πλημμυρών. Το ένα είναι να φτιάξεις ένα φράγμα για να σταματήσεις τη ροή. Το άλλο είναι να βρεις τη σωστή διαδρομή για να επιτρέψεις στη ροή να συνεχιστεί.
… η Δύση – που ωφελήθηκε δυσανάλογα από την παγκοσμιοποίηση – απλώς αρνείται να φέρει τις ευθύνες της, παρόλο που η κατάσταση πολλών προσφύγων είναι άμεσο αποτέλεσμα της απληστίας, που είναι εγγενές σε ένα παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα.
… Υπάρχουν πολλά σύνορα για να καταργηθούν, αλλά τα πιο σημαντικά είναι αυτά που βρίσκονται μέσα στις καρδιές και τα μυαλά μας – αυτά είναι τα σύνορα που χωρίζουν την ανθρωπότητα από τον εαυτό της.
~ Ai Weiwei

ένα κλικ στην παραπάνω εικόνα για να διαβάσεις το άρθρο (αγγλικά)

Nov 132017

Άρθρο της Αλεξάνδρας Χαβιάρα, από το Κέντρο Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας «Άρηξις», των Δήμων Αγίας Βαρβάρας – Αιγάλεω – Χαϊδαρίου, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Δίαυλος» (αριθμός δελτίου 146, Οκτώβριος 2017), με αφορμή την 11η Πανελλήνια Συνάντηση Φορέων Πρόληψης της Εξάρτησης: «ΣυμΠλέοντας, Ξαναχτίζουμε Κοινότητες», που πραγματοποιήθηκε στην Ερμούπολη Σύρου, 18 – 21 Οκτωβρίου 2017.

May 312017

Ένα εξαιρετικό άρθρο από τη Θάλεια Δραγώνα και την Άννη Βασιλείου για την ιστορία των Δ.Ε.Ν. (Δημιουργικά Εργαστήρια Νέων) στη Θράκη.

The magic almond tree that could make wishes come true.

Educational activism across the divide: empowering youths and their communities

Thalia Dragonas & Anni Vassiliou

This paper tells the story of the Creative Youth Workshops (CYWs), a social space for youths, members of the minority/Muslim and the majority/Christian society, in jointly constructing alternative possibilities of living positively together in the conflict-ridden social environment of Thrace, a North Eastern Greek province bordering Bulgaria and Turkey. The CYWs constitute a sub-project within the overall frame of a comprehensive intervention inside and outside the classroom, called ‘Education of Muslim Minority Children’.

Apr 092016


Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Μουσουλμάνοι δεν είναι μόνο οι τζιχαντιστές

Ντίνα ΔασκαλοπούλουΑφροδίτη Τζιαντζή

Πριν από λίγους μήνες δύο νεαροί Ολλανδοί δημοσιογράφοι-φαρσέρ πραγματοποίησαν ένα πρωτότυπο κοινωνικό πείραμα. Απήγγειλαν σε περαστικούς αποσπάσματα από την Παλαιά Διαθήκη, έχοντας ντύσει την Αγία Γραφή με κάλυμμα που έγραφε «Αγιο Κοράνι». Τα χωρία που επέλεξαν ήταν ιδιαζόντως αιμοσταγή, αναφερόμενα σε ακρωτηριασμούς γυναικών, θεόσταλτες τιμωρίες, στην ποινή της θανάτωσης για τους άντρες που κοιμούνται με άντρες…

Οι αντιδράσεις των περαστικών, όσο νόμιζαν ότι τους διάβαζαν το Κοράνι, ήταν αναμενόμενες: Οτι πρόκειται για θρησκεία μίσους σε αντίθεση με τη Βίβλο που «είναι πολύ πιο ειρηνική», ότι «αυτοί (σ.σ. οι μουσουλμάνοι) πρέπει να προσαρμοστούν στον κόσμο που αλλάζει» και ότι «εμείς (οι Δυτικοί) έχουμε ελευθερία έκφρασης και σκεφτόμαστε διαφορετικά».

Οταν τους αποκάλυψαν ότι όλα τα παραπάνω είναι η -μισή τουλάχιστον- βάση του χριστιανισμού, που ως αβρααμική θρησκεία μοιράζεται κοινή ιουδαϊκή καταγωγή με το Ισλάμ, έπεσαν από τα σύννεφα, πριν παραδεχτούν ότι είναι προκατειλημμένοι και αποδώσουν στα ΜΜΕ τη διαστρεβλωμένη αντίληψή τους.

Ο Νίκος, που όπως μας λέει «πάει στην Εκκλησία κάθε Κυριακή», δουλεύει και ξεσκάει μαζί με τον Αλί, που πάει σε τζαμί στην Κοκκινιά. Ο ξάδελφος και συνέταιρός του, ο Δημήτρης, είναι μουσουλμάνος, αλλά «δεν θα ήθελα η γυναίκα μου να φοράει μαντίλα» λέει. |

Αυτό το ολιγόλεπτο βίντεο δεν αρκεί για να καταδείξει την έκταση του σύνθετου φαινομένου που αποκαλούμε «ισλαμοφοβία», που δεν είναι παρά ένα άλλο όνομα για τον ρατσισμό απέναντι στους μουσουλμάνους, φωτίζει όμως ένα βασικό συστατικό του: την άγνοια.

Εν Ελλάδι Πολύ πιο πρόσφατα, στις 22 Μαρτίου, ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος σε συνέντευξή του στην ΕΡΤ, ερωτώμενος για το αν «η Εκκλησία φοβάται γι’ αυτό που εθνικιστικοί κυρίως κύκλοι σχολιάζουν ως “ισλαμοποίηση της κοινωνίας” μέσα από τις προσφυγικές ροές», έδωσε την εξής απάντηση:

Αν μείνουν οι άνθρωποι αυτοί, δεν είναι δυνατόν παρά να επηρεάσουν. Γιατί δεν είναι αφομοιώσιμοι […] Και δυστυχώς θα χάσουμε αυτό που είχαμε μέχρι τώρα μάθει, τη γειτονιά μας την ελληνική, θα χαθεί τουλάχιστον για την πρώτη γενιά αυτή η ομορφιά της ζωής μας, που λέγαμε είμαστε, ξέρω ‘γω, μια χώρα καθαρή…

Ο Αλί, μουσουλμάνος από το Πακιστάν, και ο Γάιος, Ελληνας πολίτης, χριστιανός από την Αίγυπτο: «Εδώ είμαστε όλοι αδέλφια» |

Την απάντηση του προκαθήμενου της Ορθόδοξης Εκκλησίας επισήμανε και σχολίασε πρώτος ο Δημήτρης Παπανικολάου στο άρθρο του «Γκαούρ Τεντέν, η μόνιμη Ευρώπη και το χτίσιμο του Νότου», στο περιοδικό «Unfollow». Ελάχιστες μέρες αργότερα, δύο άλλες εικόνες στοίχειωσαν για λίγο την επικαιρότητα: Η πρώτη, η εικόνα της αριστούχου μουσουλμάνας σημαιοφόρου που παρέλασε, φορώντας μαντίλα, με το σχολείο της στο κέντρο της Αθήνας.

Η δεύτερη, ντροπιαστική αυτή τη φορά, εικόνα ήρθε από τη Βέροια της Ημαθίας, όπου μια χούφτα άνθρωποι, μεταξύ τους ακροδεξιά στοιχεία, πέταξαν γουρουνοκεφαλές σε λεωφορείο με Σύρους πρόσφυγες, ενώ ακούγονταν χρυσαυγίτικα συνθήματα και ουρλιαχτά «τι ψυχή θα παραδώσετε στον Χριστό»! Σύμφωνα με επώνυμες μαρτυρίες, την επόμενη μέρα οι κάτοικοι του χωριού, όπου κατέλυσαν οι πρόσφυγες, γνωρίστηκαν μαζί τους, έσπασε ο πάγος και κάποιοι χωριανοί που συμμετείχαν στα επεισόδια δήλωσαν μετανιωμένοι.

Περί «καθαρότητας»

Τα παραπάνω δείχνουν πόσο μάταιο, αν όχι επικίνδυνο, είναι να νοσταλγούμε μια υποτιθέμενη «καθαρότητα» της ελληνικής γειτονιάς, που δεν υπήρξε ποτέ. Γιατί είναι τουλάχιστον παρεξηγήσιμη η έννοια της «καθαρότητας» σε μια χώρα-σταυροδρόμι, μια χώρα όπου έζησαν, «ανταλλάχθηκαν», ήρθαν ξεριζωμένοι, έφυγαν διωγμένοι από τη φτώχεια γενιές προσφύγων και μεταναστών.

Μια χώρα στην οποία κατοικούν πάνω από 610.000 μουσουλμάνοι σύμφωνα με επίσημες καταγραφές (110.000 είναι οι Ελληνες μουσουλμάνοι της Θράκης). Το ότι σε αυτή τη χώρα σοκάρει και σχολιάζεται περισσότερο η μαθήτρια με τη μαντίλα (στις μεταξικής καταγωγής μαθητικές παρελάσεις) παρά οι χυδαία προσβλητικές γουρουνοκεφαλές δείχνει τα διαφορετικά μέτρα και σταθμά της όποιας ανεκτικότητας.

Αφήνοντας τους ειδικούς να μας μιλήσουν για το πώς ορίζεται η ισλαμοφοβία, επιλέξαμε να κάνουμε μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας και να μιλήσουμε για το Ισλάμ, για τον Αλλάχ και τον Χριστό, με εργαζόμενους και ιδιοκτήτες καταστημάτων στη Βαρβάκειο Αγορά, χριστιανούς και μουσουλμάνους. Μιλήσαμε με τον Αλί και τον Τάσο, μουσουλμάνους από το Πακιστάν, υπαλλήλους σε χασάπικο.

Με τον Δημήτρη, μουσουλμάνο, και τον Νίκο, χριστιανό, ξαδέλφια και συνεταίρους από την Αλβανία, ζουν 20 χρόνια στην Ελλάδα, έχουν παιδιά που γεννήθηκαν εδώ, αλλά ακόμα δεν έχουν ελληνική υπηκοότητα. Με τον Γάιο, Ελληνα πολίτη με καταγωγή από την Αίγυπτο, χριστιανό, ιδιοκτήτη χασάπικου, που πουλάει μεταξύ άλλων προϊόντα χαλάλ για μουσουλμάνους.

Ο… θεός της αγοράς

«Στην αγορά οι θρησκείες δεν παίζουν κανέναν ρόλο. Ρόλο παίζει τι άνθρωπος είσαι. Αν είσαι χριστιανός, μπορεί να είσαι κακός; Μπορεί. Αυτό σημαίνει πώς είναι όλοι οι χριστιανοί κακοί; Οχι. Το ίδιο ισχύει για τους μουσουλμάνους» μας λέει ο Δημήτρης. «Χριστιανοί, μουσουλμάνοι, εδώ είμαστε όλοι ένα» επιμένει ο Αλί, που οι συνάδελφοί του περιγράφουν ως «και γαμώ τα παιδιά».

Με την ίδια έκφραση μας συστήνουν τον Γάιο, που ως χριστιανός συμφωνεί ότι «είμαστε όλοι αδέλφια από τον Αδάμ και την Εύα». Ο Νίκος είναι χριστιανός, πηγαίνει κάθε Κυριακή στην εκκλησία, όμως δεν έχει πρόβλημα να πίνει μπίρες με τον Αλί, που προσεύχεται σε αυτοσχέδιο τζαμί στη Νίκαια. «Μουσουλμάνος και πίνεις;». «Ε, κάνω ότι πίνω για την παρέα». Ο Τάσος, όπως τον φωνάζουν, δεν θέλει φωτογραφίες.

Μας δείχνει τους καρπούς του. Μια βαθιά ουλή στο δεξί χέρι. «Μαχαίρωμα, Χρυσή Αυγή, πριν ενάμιση χρόνο». Μας λέει ότι «ο Θεός είναι ένας για όλους». Περισσότερο όμως τον απασχολεί πώς θα κυκλοφορήσει, γιατί η αστυνομία του έχει αφαιρέσει την άδεια παραμονής. «Δουλεύω τόσα χρόνια, πληρώνω τα πάντα, γιατί δεν μου δίνουν χαρτιά;».

«Αρρωστοι και παρανοϊκοί»

Οσο για τη φονταμενταλιστική τρομοκρατία του DAESH, όπως αποκαλούν το «Ισλαμικό κράτος», «αυτοί που σκοτώνουν δεν είναι μουσουλμάνοι, ούτε χριστιανοί, είναι άρρωστοι και παρανοϊκοί» συμφωνούν όλοι, ανεξαρτήτως θρησκείας.

Παραδέχονται ότι η θρησκεία μπορεί να είναι εμπόδιο, «μόνο όμως αν είσαι ρατσιστής». Ο Αλί είχε σχέση με Ελληνίδα για τέσσερα χρόνια. «Δεν με θέλουν οι γονείς της επειδή είμαι Πακιστανός και μουσουλμάνος». «Αυτό δεν είναι ρατσιστικό;» ρωτάει ο Δημήτρης. «Ξέρω Αιγύπτιους που παντρεύονται Ελληνίδες, με Αλβανό είναι συνηθισμένο. Γιατί να μην παντρευτεί η κόρη σου Πακιστανό; Νομίζουν ότι είναι κακοί άνθρωποι και καταπιέζουν τις γυναίκες, όμως ο Αλί δεν είναι έτσι, ούτε είναι όλοι ίδιοι».

Ο Αλί παραδέχεται ότι «στο Πακιστάν η μητέρα και η αδελφή μου πρέπει να συνοδεύονται παντού, όμως εδώ η γυναίκα κάνει ό,τι θέλει, ούτε θα της επιβάλω τι θα φορέσει. Αν και στο Πακιστάν κι εκεί τώρα όλα έχουν γίνει πουτάνα και ο καθένας κάνει ό,τι θέλει».

Για τη μαθήτρια που παρέλασε με μαντίλα, ο Δημήτρης, αν και μουσουλμάνος, διαφωνεί: «Λέω πως έκανε μαλακία. Στη χώρα που μένεις θα ζεις με τον τρόπο που ζουν εκεί. Η γυναίκα μου δεν θα φόραγε μαντίλα κι ας είναι μουσουλμάνα. Δεν ορίζει η μαντίλα αυτό που είσαι».

Κηρύγματα μίσους, «για να μη γίνουμε Πακιστάν»

Η έκθεση, που δημοσιεύουμε σήμερα, είναι μια πρώτη απόπειρα χαρτογράφησης της ισλαμοφοβίας στην ελληνική κοινωνία και δεν είχε εξ αρχής σκοπό να αναζητήσει τα βαθύτερα αίτια της ανάδυσής της | 

Η ΕΡΕΥΝΑ Δημοσιεύουμε σήμερα την πρώτη έρευνα για την ισλαμοφοβία στην Ελλάδα του διδάκτωρ Κοινωνιολογίας, Αλέξανδρου Σακελλαρίου.

Η έρευνα διεξήχθη για λογαριασμό του μη-κερδοσκοπικού ερευνητικού ιδρύματος πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών ερευνών SETA, έπειτα από διεθνή πρόσκληση ενδιαφέροντος για τη συγγραφή εκθέσεων για την Ισλαμοφοβία σε 25 ευρωπαϊκές χώρες. Σκοπός των εκθέσεων ήταν η χαρτογράφηση της Ισλαμοφοβίας στον ευρωπαϊκό χώρο. Όλες οι εκθέσεις είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα του προγράμματος (http://www.islamophobiaeurope.com/ [1]).

Η μεθοδολογία περιελάμβανε παρακολούθηση και καταγραφή των εξελίξεων και συλλογή υλικού, έντυπου και ηλεκτρονικού, σε ποικίλα κοινωνικά πεδία (εκπαίδευση, εργασία, δικαιοσύνη), στα ΜΜΕ και στο διαδίκτυο, στο χώρο της πολιτικής, της Εκκλησίας, της κοινωνίας πολιτών, ποιοτικές ημι-δομημένες συνεντεύξεις με ειδικούς στο θέμα του Ισλάμ, με ειδικούς, Μ.Κ.Ο. και δίκτυα που ασχολούνται με τα ανθρώπινα δικαιώματα και την καταπολέμηση του ρατσισμού, με στελέχη Υπουργείων, και με εκπροσώπους μουσουλμανικών οργανώσεων και μουσουλμάνους που ζουν στην Ελλάδα.

Η ισλαμοφοβία καταγράφεται από το λεξικό της Οξφόρδης το 1923, ωστόσο άρχισε να χρησιμοποιείται τη δεκαετία του 1990 στη Μ.Βρετανία. Το 1997 δημοσιεύθηκε μια έκθεση με τίτλο Islamophobia: A challenge for us all στην οποία η ισλαμοφοβία οριζόταν ως ο φόβος, το μίσος και η εχθρότητα εναντίον του Ισλάμ και των Μουσουλμάνων.

Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Εναντίον του Ρατσισμού (ENAR) η ισλαμοφοβία είναι ένα είδος ρατσισμού που περιλαμβάνει πράξεις βίας, διάκρισης και ρατσιστικού λόγου που τροφοδοτείται από καταχρήσεις της ιστορίας και αρνητικά στερεότυπα και οδηγεί στον κοινωνικό αποκλεισμό και στην απανθρωποποίηση των Μουσουλμάνων. Θεωρείται ρατσισμός διότι κατασκευάζει και αντιμετωπίζει μια θρησκευτική ομάδα με φυλετικούς όρους.

Η συγκεκριμένη έκθεση είναι μια πρώτη απόπειρα χαρτογράφησης της Ισλαμοφοβίας στην ελληνική κοινωνία και δεν είχε εξ αρχής σκοπό να αναζητήσει τα βαθύτερα αίτια της ανάδυσής της. Τα κύρια συμπεράσματα είναι δύο. Κατ’ αρχάς ότι σε ορισμένους τομείς (π.χ. εκπαίδευση, εργασία) δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την Ισλαμοφοβία. Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι από τα υπάρχοντα στοιχεία η Ισλαμοφοβία εντοπίζεται κυρίως στα πεδία της πολιτικής, των ΜΜΕ και του διαδικτύου, και της Εκκλησίας (Μητροπολίτες και ιερείς).

«Κίνδυνος ισλαμοποίησης»

Στο πολιτικό πεδίο ο κύριος παίχτης είναι η Χρυσή Αυγή. Σε συζητήσεις στη Βουλή αλλά και μέσω των ιστοσελίδων και των εντύπων της η Χρυσή Αυγή προβάλλει συνεχώς τον κίνδυνο Ισλαμοποίησης της Ελλάδας, η οποία θα λάβει χώρα ιδίως εάν χτιστεί το τζαμί στην Αθήνα. Σύμφωνα με τη Χρυσή Αυγή όταν γίνει αυτό «οι Έλληνες θα ακούν τον μουεζίνη από τους μιναρέδες και όλοι θα βιώσουμε μια νέα Οθωμανική κυριαρχία».

Ο ίδιος κίνδυνος υπάρχει για τη Χρυσή Αυγή και λόγω του μεταναστευτικού/ προσφυγικού ζητήματος καθώς υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση επιδιώκει την εξάλειψη αξιών όπως πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια, Ορθοδοξία και είναι ο καλύτερος συνοδοιπόρος της Τουρκίας, η οποία χαίρεται να βλέπει χιλιάδες παράνομους μετανάστες να έρχονται στην Ελλάδα. Βασικό χαρακτηριστικό του δημόσιου λόγου της Χρυσής Αυγής είναι μεταξύ άλλων η αναφορά σε Μουσουλμανικές χώρες εν είδει απειλής.

Για παράδειγμα, ο Η.Κασιδιάρης πριν από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 απευθυνόμενος στους πολίτες της Κω τους είπε ότι θα πρέπει να ψηφίσουν τη Χρυσή Αυγή αν δεν θέλουν το νησί τους να γίνει Πακιστάν. Οι λέξεις που χρησιμοποιούν έχουν προφανή στόχο να φοβίσουν, ιδίως όταν στις ιστοσελίδες τους και στα εντυπά τους συνοδεύονται από φωτογραφίες τρομοκρατικών επιθέσεων ή μαχών από τον πόλεμο στη Συρία και το Ιράκ με προφανή σκοπό να γίνει η σύνδεση του Ισλάμ με τη βία.

Βέβαια, εκτός από τη Χρυσή Αυγή υπάρχουν και πολιτικοί από άλλα κόμματα τα οποία έχουν εκφράσει απόψεις οι οποίες κάλλιστα μπορούν να θεωρηθούν Ισλαμοφοβικές. Για παράδειγμα ο Νικήτας Κακλαμάνης μέσω του λογαριασμού του στο twitter το καλοκαίρι του 2015 ανέφερε ότι αυτό που συμβαίνει στα ελληνικά νησιά με τους πρόσφυγες δεν είναι εισροή μεταναστών, αλλά κατευθυνόμενη απόβαση Ισλαμιστών. Επίσης, βουλευτές των ΑΝ.ΕΛΛ. έχουν υποστηρίξει στη Βουλή ότι οι Μουσουλμάνοι δεν είναι δυνατόν να ενταχθούν και να ενσωματωθούν στην ελληνική κοινωνία.


Τα ΜΜΕ είναι ένα άλλο πεδίο στο οποίο αναπαράγεται Ισλαμοφοβικός λόγος ιδίως μετά από τρομοκρατικές επιθέσεις. Για παράδειγμα η συγγραφέας Σ.Τριανταφύλλου σε κείμενό της μετά την επίθεση στο Παρίσι υποστήριξε ότι το Ισλάμ δεν είναι σαν τις άλλες θρησκείες, είναι εκ φύσεως πολεμικό και ότι είναι ένα πολιτικό πρόγραμμα και μια ιδεολογία βαρβαρότητας, ενώ βρίσκεται ακόμα στον Μεσαίωνα και είναι μονολιθικό, κατηγορώντας αποκλειστικά τους Μουσουλμάνους για την αδυναμία τους να ενσωματωθούν στις δυτικές κοινωνίες.

Επιπλεόν, υποστήριξε ότι μετροπαθείς Μουσουλμάνοι δεν υπάρχουν και ότι μετριοπαθής Μουσουλμάνος είναι εκείνος που σου κρατάει το κεφάλι για να σου το κόψει ο φανατικός. Ακροδεξιές εφημερίδες όπως «Ο Στόχος», η «Ελεύθερη Ώρα» και το «Εμπρός», αλλά και η εφημερίδα της Χρυσής Αυγής, αναπαράγουν διαρκώς Ισλαμοφοβικό λόγο, ιδίως έπειτα από κάθε τρομοκρατική επίθεση, αλλά και σε σχέση με το προσφυγικό.

Μερικοί ενδεικτικοί τίτλοι είναι οι εξής: «Το Ισλάμ κήρυξε τον πόλεμο στην Ευρώπη», «Ο αντίχριστος θα έρθει από το Ισλάμ», «Η σφαγή των Ευρωπαίων από τους Ισλαμο-φασίστες μόλις ξεκίνησε: Έρχεται κόλαση στην Ελλάδα» (Ελεύθερη Ώρα) ή «Η Ελλάδα στο έλεος των Ισλαμιστών: Τα τζαμιά είναι φυτώρια τρομοκρατών» (Εμπρός).

Το διαδίκτυο είναι ένας από τους προνομιακούς χώρους που αναπτύσσονται και αναπαράγονται αυτού του είδους οι απόψεις. Ιδίως ακροδεξιές ιστοσελίδες όπως το ethnikismos.net [2], stoxos.gr [3], nikosxeiladakis.gr [4], αποτελούν τα κύρια οχήματα για την καλλιέργεια του φόβου και της εχθρότητας προς το Ισλάμ με σαφή άρνηση στην ανέγερση του τζαμιού.

Αναπαράγονται συνήθως στερεότυπα ότι όλοι οι Μουσουλμάνοι θέλουν να επιβληθεί η Σαρία στην Ευρώπη, ότι το Ισλάμ προωθεί την παιδοφιλία, ότι ο ξυλοδαρμός των γυναικών είναι υποχρέωση του Μουσουλμάνου, συνήθως μέσω κατασκευασμένων ή παραποιημένων γεγονότων, κ.ά. Η Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελεί το τρίτο πεδίο στο οποίο εντοπίζεται Ισλαμοφοβικός λόγος.

Ορισμένοι Μητροπολίτες (Πειραιώς Σεραφείμ, Καλαβρύτων Αμβρόσιος) εκφράζονται συχνά εναντίον του Ισλάμ θεωρώντας το τη μεγαλύτερη απειλή για την Ελλάδα και τη Δύση και στρέφονται εναντίον της ανέγερσης του τζαμιού ή του Τμήματος Ισλαμικών Σπουδών στο ΑΠΘ. Υποστηρίζουν ότι το Ισλάμ είναι αποκειστικά επιθετικό, βίαιο, φονταμενταλιστικό και ότι το Κοράνι διδάσκει τη βία και τον ιερό πόλεμο εναντίον των απίστων προκειμένου να επικρατήσει (Σεραφείμ).

Σε άλλη περίπτωση (Αμβρόσιος) έχει υποστηριχθεί ότι «σε 2-3 δεκαετίες οι ισλαμιστές-μετανάστες θα κυριαρχήσουν στην Ελλάδα και οι Έλληνες θα γίνουν ξένοι στη χώρα τους. Όλα τα χωριά και οι πόλεις θα είναι γεμάτα μιναρέδες και τζαμιά». Παρόμοιες απόψεις εκφράζονται και από κατώτερους κληρικούς σε άρθρα στα οποία υποστηρίζεται ότι η κριτική σκέψη δεν υπάρχει στο Ισλάμ και ότι εάν συνεχιστεί η παράνομη είσοδος μεταναστών το μέλλον της Ελλάδας θα είναι μαύρο και το «Αλλάχ Ακμπάρ» θα ακούγεται στις γειτονιές της Αθήνας, αλλά τότε θα είναι αργά για δάκρυα. Το κύριο πρόβλημα με την Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ότι δεν καταδικάζει αυστηρά αυτού του είδους τις απόψεις.

Oμάδες πολιτών εμφανίζονται να δραστηριοποιούνται κατά της ανέγερσης του τζαμιού (και με ομάδα στο Facebook) και εντός του 2015 διοργάνωσαν δύο συγκεντρώσεις μια μπροστά στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπου εκδικαζόταν σχετική προσφυγή και μια στο Πολεμικό Μουσείο. Η Ισλαμοφοβία, όμως, εντοπίζεται και στην καθημερινή ζωή των Μουσουλμάνων με επιθέσεις σε χώρους προσευχής, για παράδειγμα με εμπρησμούς τζαμιών στην Κρήτη και στην Κομοτηνή, αλλά και μέσω φραστικών κυρίως επιθέσεων, όπως αναφέρουν οι ίδιοι.

Οι ειδικοί μιλούν στην «Εφ.Συν.»

Χαράλαμπος Πουλόπουλος, 
Αναπληρωτής Καθηγητής Κοινωνικής Εργασίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης 

Ζούμε στην εποχή των (πραγματικών και κατασκευασμένων) κινδύνων

Η ισλαμοφοβία άρχισε να παίρνει διαστάσεις μετά την καταστροφή των δίδυμων πύργων στη Νέα Υόρκη και μετά τις επιθέσεις στο Παρίσι και τις Βρυξέλλες κλιμακώνεται.

Οι καταστροφές, οι επιθέσεις, οι απειλές δημιουργούν τρόμο και φέρνουν στην επιφάνεια συλλογικούς φόβους του παρελθόντος για το Ισλάμ. Φόβοι που είναι καταγεγραμμένοι εδώ και αιώνες στο συλλογικό ασυνείδητο σε μεγάλο μέρος της δυτικής κοινωνίας και σχετίζονται με σφαγές και αφανισμό. Έτσι, κάποιοι επιβεβαιώνουν την αντίληψή τους για το ανηλεές και απάνθρωπο πρόσωπο του Ισλάμ, το οποίο ταυτίζουν με το απόλυτο κακό.

Στα μάτια τους όλοι οι μουσουλμάνοι είναι ίδιοι. Πάνω στο φόβο οικoδομείται ένα κατασταλτικό σύστημα ελέγχου των πολιτών από την οικονομική και πολιτική εξουσία, η οποία συνεπικουρείται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Ορισμένοι επωφελούνται οικονομικά από την αύξηση των στρατιωτικών εξοπλισμών, των συστημάτων ασφαλείας και των επενδύσεων για μεγαλύτερη αστυνόμευση και καταστολή των πολιτών.

Κάποιοι άλλοι ενισχύουν την εξουσία τους, αποδυναμώνοντας, με άλλοθι τη δημόσια ασφάλεια, τους μηχανισμούς λογοδοσίας. Συντηρητικές ακροδεξιές κοινωνικές και πολιτικές ομάδες καλλιεργούν περαιτέρω τον φόβο, ο οποίος διαχέεται στα άτομα και στην κοινωνία σε σημείο που η γνωστική επεξεργασία της κατάστασης και η ανάλυση των αιτιών και παραγόντων που οδηγούν στη σύγκρουση μπλοκάρεται ή καταργείται.

Οι αποσπασματικές εικόνες που προβάλουν τα μέσα ενημέρωσης κυριαρχούν στη φαντασία των πολιτών και εκτρέφουν τον απόλυτο τρόμο. Ζούμε πλέον στην εποχή των κινδύνων και των απειλών, πραγματικών και κατασκευασμένων.

Κωστής Τσιτσελίκης,
πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου 

Η ισλαμοφοβία ως ακραία εκδοχή της εθνικής ορθότητας

Η ισλαμοφοβία έχει παγιωθεί τα τελευταία 15 χρόνια ως ιδεολογικό αντανακλαστικό που συνέχεται με το ίδιο το ισλάμ αλλά και κυρίως με το μεταναστευτικό φαινόμενο.

Επικάθεται σε ακόμα βαθύτερες και παγιωμένες αντιλήψεις που συνδέονται με τα συστατικά του εθνικού εαυτού που συγκροτήθηκε ιστορικά επί του αντι-οθωμανισμού ή του αντι-τουρκισμού. Η σύγχρονη ισλαμοφοβία δημιουργεί πολιτικές διαχωριστικές γραμμές που καθορίζουν το «εμείς» απέναντι στους «άλλους» οι οποίοι αξιωματικά μας «απειλούν». Η απειλή αφορά ένα αξιακό σύστημα που εδράζεται στην ανωτερότητα του «εμείς» και το οποίο απειλείται να αλλοιωθεί ή να μολυνθεί από την επαφή, την συνύπαρξη και την προοπτική κάθε είδους συμβίωσης.

Αφού λοιπόν οι μετανάστες/πρόσφυγες είναι οι «φορείς» αυτού του χαρακτηριστικού, «εμείς» πρέπει να προστατευτούμε με τη μικρότερη δυνατή επαφή. Πολιτικά, το ιδεολόγημα, που θεωρεί ουσιοκρατικά αναλλοίωτη στο διηνεκές την φύση των λαών, υλοποιείται από εκείνους που έχουν πατεντάρει και χρησιμοποιούν την ισλαμοφοβία: η ακραία εθνικιστική ρητορική διατρέχει ένα συνεχές του εθνικού χώρου από τμήματα της ορθόδοξης εκκλησίας αλλά και των παλαιοημερεολογιτών μέχρι την Χρυσή Αυγή.

Ενίοτε, η ιδέα της επιμόλυνσης από το ισλάμ χρησιμοποιείται και από άλλους πολιτικούς χώρους. Η ισλαμοφοβία έτσι, ενεργοποιεί και ενεργοποιείται από την πανταχού παρούσα εθνική ορθότητα που διαπερνά τις βασικές αρχές της δημοκρατίας μας εκεί που τελικά καταδεικνύει την αδυναμία της.

Ότι γίνεται ανεκτή όσο και αν κανείς υπομειδιά με το γκροτέσκο της έκφρασής της. Τους πύρινους λόγους κάποιου μητροπολίτη ή τις γουρονοκεφαλές που εκτοξεύουν έξαλλοι συμπολίτες. Η ισλαμοφοβία, ως ακραία εκδοχή της εθνικής ορθότητας, είναι μεν περιθωριακή αλλά λειτουργεί ως μηχανισμός κοινωνικής υποταγής μέσα από μια άκαμπτη και αδιάλλακτη υπενθύμιση της «δικής μας» εθνοθρησκευτικής καθαρότητας που οφείλουμε να διατηρήσουμε.

Κωστής Παπαϊωάννου, 
Γενικός Γραμματέας Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

Το σχολείο του ενός και οι άλλοι

Η συμμετοχή μαθήτριας με μαντήλα στη σχολική παρέλαση προσφέρεται για χρήσιμους προβληματισμούς. Κατά τη γνώμη μου, μείζον ζήτημα αποτελεί η ίδια η ύπαρξη σχολικής παρέλασης σε μια ευρωπαϊκή χώρα το 2016.

Εξίσου όμως σημαντική είναι η επίδραση της τζιχαντικής τρομοκρατίας στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών, δηλαδή η επίδραση του βίαιου φονταμενταλισμού στις σχέσεις μας με το Ισλάμ στο εσωτερικό των κοινωνιών μας και μάλιστα σε συνδυασμό με την εγκατάσταση των νέων προσφύγων στη χώρα μας. Ποιο απόθεμα φυλετικού και θρησκευτικού μίσους μπορεί να απελευθερώσει αυτός ο συνδυασμός;

Ενόψει της αυξημένης πιθανότητας ενός κύματος ισλαμοφοβίας, είναι σημαντικό να δούμε εάν προετοιμάζεται η κοινωνία και οι οργανωμένοι θεσμοί, με πρώτη την εκπαίδευση, για την πρόληψη και αντιμετώπιση του φαινομένου.

Ειδικά δε το σχολείο, που καλείται να υποδεχτεί κάποιες χιλιάδες αλλόγλωσσους -και επί το πλείστον αλλόθρησκους- μαθητές, είναι αντιμέτωπο με την πρόκληση της ανατροπής επαναλαμβανόμενων στερεοτύπων στον δημόσιο λόγο περί Μουσουλμάνων.

«Είναι όλοι ίδιοι», «έχουν όλοι μοναδικό κίνητρο τη θρησκεία», «είναι πολιτισμικά και ηθικά κατώτεροι», «αποτελούν απειλή για την παγκόσμια ασφάλεια». Και βέβαια, όλα τα προηγούμενα οδηγούν στο «η συνεργασία μαζί τους είναι αδύνατη». Αποτελεί σήμερα η αποδόμηση αυτών των στερεοτύπων καθημερινό στόχο της εκπαιδευτικής πράξης; Φοβούμαι πως όχι. Τουλάχιστον όχι στο σχολείο του ενός: ένα έθνος, ένας πολιτισμός, μια θρησκεία.

Αυτή όμως η πρόκληση είναι μπροστά μας. Και γίνεται ακόμα δυσκολότερη από την ανάγκη να καταπολεμήσουμε την ισλαμοφοβία χωρίς αξιακές εκπτώσεις, χωρίς δηλαδή το σχολείο να πάψει να υπηρετεί –έστω στο βαθμό που την υπηρετεί- μια ανοιχτή δημοκρατική κοινωνία.

Αλεξάνδρα Βασιλείου,
Δρ. Κοινωνικής Ψυχολογίας 

Το αντίδοτο στον φόβο

Ο φόβος προστατεύει, η φοβία απομονώνει – εν δυνάμει σκοτώνει. Δεν θα επιβιώναμε χωρίς φόβο. Ο φόβος προειδοποιεί για πιθανό κίνδυνο, βοηθά να υπολογίζουμε το ρίσκο που παίρνουμε, μας κάνει πιο προσεκτικούς. Αλλά ο εγκέφαλος μας δεν έχει εξελιχθεί αρκετά ώστε να μπορεί να διαχωρίσει τον πραγματικό από τον φανταστικό κίνδυνο.

Η έρευνα δείχνει επίσης ότι ο εγκέφαλος καταγράφει εκείνους που θεωρούμε ότι είναι ξένοι περισσότερο ως αντικείμενα, παρά ως ανθρώπους.

Έτσι, σε συνδυασμό με την τρομολαγνεία πολλών ΜΜΕ, που προβάλουν κάθε διαφορετικότητα ως απειλή στην ταυτότητά μας, αυξάνεται το μίσος. Ο ανεπεξέργαστος φόβος περιορίζει την αντίληψη μας, δημιουργεί παράλογες σκέψεις και υπεραπλουστευμένες γενικεύσεις. Εύκολα γίνεται φοβία. Ωστόσο, ο άνθρωπος έχει την ικανότητα για ενσυναίσθηση και μια φυσική περιέργεια για κάθε τι καινούργιο.

Αυτό λειτουργεί ως αντίδοτο στο φόβο. Η δημιουργία σχέσης με τον ‘άλλο’, η διαπραγμάτευση των προσωπικών, διαπροσωπικών και κοινωνικών συγκρούσεων που πιθανά αναδύονται, μπορούν να γίνουν πολύτιμος πλούτος και δύναμη για την ταυτότητα.


[1] http://www.islamophobiaeurope.com/

[2] http://ethnikismos.net

[3] http://stoxos.gr

[4] http://nikosxeiladakis.gr


Apr 082016

bauman quote

Πηγή: Hit & Run

Ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν για τους πρόσφυγες

Όσο γενικευτικός, αυθαίρετος και ευφάνταστος κι αν ήταν ο συσχετισμός των τρομοκρατών με τους πολιτικούς πρόσφυγες και τους «οικονομικούς μετανάστες», πέτυχε το στόχο του: η εικόνα του «πολιτικού πρόσφυγα» (η οποία κάποτε προκαλούσε την ανθρώπινη συμπόνια και ωθούσε στην παροχή βοήθειας) σπιλώθηκε και κηλιδώθηκε, ενώ η ίδια η ιδέα του «ασύλου» (ζήτημα κάποτε πολιτικής υπερηφάνειας και πολιτισμού) θεωρείται σήμερα ένα φοβερό μείγμα επαίσχυντης αφέλειας και εγκληματικής ανευθυνότητας. Από την άλλη, έχουμε τους «οικονομικούς μετανάστες», οι οποίοι υποχώρησαν από τα πρωτοσέλιδα για να δώσουν τη θέση τους στους πολιτικούς πρόσφυγες, που θεωρούνται σκοτεινοί, δηλητηριώδεις και φορείς ασθενειών. Αλλά κι αυτούς, τους οικονομικούς μετανάστες, ουδόλως τους βοήθησε το γεγονός ότι, αν μη τι άλλο, αποτελούν την ενσάρκωση όλων των ιερών αξιών που πρεσβεύει η κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη πίστη και που προωθεί ως πρότυπα τα οποία οφείλουν να διέπουν τη συμπεριφορά του καθενός από μας (δηλαδή της «επιθυμίας για πρόοδο και ευημερία, της ατομικής ευθύνης, της ετοιμότητας να ριψοκινδυνεύσουν κλπ»). Κατηγορούμενοι ήδη ότι μας «απομυζούν» και ότι παραμένουν πιστοί στις ανυπόληπτες δοξασίες τους και στα ρυπαρά τους έθιμα, οι οικονομικοί μετανάστες δεν θα μπορούσαν πια, όσο σκληρά κι αν προσπαθούσαν, να αποτινάξουν την αδιάκριτη κατηγορία της τρομοκρατικής συνωμοσίας που επικολλάται σε «ανθρώπους σαν κι αυτούς» – στα ναυάγια της πλανητικής παλίρροιας των ανθρώπινων απορριμμάτων. Αυτή είναι η νέα χρήση στην οποία υποβάλλονται οι απόβλητοι άνθρωποι, ιδιαίτερα όσοι κατάφεραν να αποβιβαστούν σε εύπορες ακτές. (σελ. 96-7)

(…) οι πρόσφυγες και οι μετανάστες, καθώς έρχονται «από μακριά», αλλά εγκαθίστανται στις γειτονιές μας, είναι ιδανικοί για να παίξουν τον ρόλο ενός ομοιώματος προορισμένου να καεί σαν σύμβολο των «δυνάμεων της παγκοσμιοποίησης», οι οποίες προξενούν φόβο και δυσαρέσκεια, επειδή ακριβώς δρουν χωρίς να λαμβάνουν υπόψη εκείνους που τα αποτελέσματά τους θα επηρεάσουν. Άλλωστε, οι «οικονομικοί μετανάστες» και οι πολιτικοί πρόσφυγες αποτελούν συλλογικούς αντικατοπτρισμούς (τον άλλο εαυτό; συνοδοιπόρους; αντίγραφα; καρικατούρες;) της νέας εξουσιαστικής ελίτ του παγκοσμιοποιημένου κόσμου που έχουμε κάθε λόγο να υποπτευόμαστε ως τον κακό όλης της υπόθεσης. Όπως ακριβώς η ελίτ αυτή, έτσι και οι οικονομικοί και πολιτικοί πρόσφυγες αλλάζουν θέση, δεν ριζώνουν πουθενά, είναι απρόβλεπτοι. Όπως ακριβώς η ελίτ αυτή, έτσι κι αυτοί αποτελούν την επιτομή του ακατανόητου «χώρου ζωής», όπου βρίσκονται οι ρίζες της σημερινής αβεβαιότητας της ανθρώπινης ύπαρξης. Ζητώντας μάταια κάποια άλλη, επαρκέστερη δίοδο, τα άγχη και οι φόβοι εκτονώνονται στους κοντινότερους στόχους και επανεμφανίζονται ως δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης και ως φοβία απέναντι στους «αλλοδαπούς που ζουν ανάμεσά μας». Η αβεβαιότητα δεν είναι δυνατόν να εξουδετερωθεί και να διασκορπιστεί με μια κατά μέτωπο σύγκρουση ενάντια στην άλλη προσωποποίηση της σύγχρονης ετεροδικίας, δηλαδή ενάντια στην παγκόσμια ελίτ που ολισθαίνει πέρα από τον ανθρώπινο έλεγχο. Η ελίτ αυτή είναι πολύ ισχυρή για μια κατά μέτωπο αντιπαράθεση ή αμφισβήτηση του κύρους της, ακόμα κι αν γνωρίζαμε την ακριβή της θέση (κάτι που βέβαια δεν συμβαίνει). Από την άλλη πλευρά, όμως, οι πρόσφυγες είναι ένας ορατός και ακίνητος στόχος για το πλεονάζον άγχος μας.

Ας μου επιτραπεί να προσθέσω το εξής. Όταν οι «κατεστημένες τάξεις» έρχονται αντιμέτωπες με τη συρροή των περιθωριακών (δηλαδή των απορριμμάτων του παγκόσμιου θριάμβου της νεοτερικότητας αλλά και μιας νέας παγκόσμιας αταξίας), έχουν κάθε λόγο να αισθάνονται ότι απειλούνται. Εκτός από το ότι αντιπροσωπεύουν τον «μεγάλο άγνωστο» που όλοι οι «ξένοι ανάμεσά μας» ενσαρκώνουν, οι συγκεκριμένοι περιθωριακοί (οι πρόσφυγες δηλαδή) φέρνουν μαζί τους μακρινούς απόηχους του πολέμου, τη δυσοσμία καμένων χωριών και κατεστραμμένων σπιτιών που δεν μπορούν παρά να υπενθυμίζουν στους μόνιμους κατοίκους πόσο εύκολα θα μπορούσε να τρωθεί ή να θρυμματιστεί το προστατευτικό περίβλημα της δικής τους, οικείας και ασφαλούς (οικείας, επειδή ακριβώς είναι ασφαλής) ρουτίνας και πόσο παραπλανητική είναι τελικά η ασφάλεια του δικού τους οικισμού. Ο πρόσφυγας (όπως επεσήμανε ο Μπέρτολντ Μπρεχτ στο Die Landschaft des Exils), είναι ein Bote des Unglucks – «άγγελος κακών ειδήσεων». (σελ. 110-11)

Σίγκμουν Μπάουμαν, Σπαταλημένες Ζωές – Οι απόβλητοι της νεοτερικότητας (εκδ. Κατάρτι, 2005)

για την αντιγραφή: Λευτέρης Βασιλόπουλος

 Posted by at 21:37  άρθρα  Comments Off on Ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν για τους πρόσφυγες
Nov 282015

Ένα άρθρο της φίλης και συναδέλφου Julie Diamond γύρω από την εμπιστοσύνη, μεταφρασμένο στα ελληνικά. Αξίζει μια ανάγνωση!


Πηγή: Julie Diamond blog

Πως να χτίσεις εμπιστοσύνη; Σπάσε την πρώτα.

της Julie Diamond, Ph.D.

Τον μήνα που μας πέρασε, έγινε στο Πόρτλαντ, Όρεγκον, το World Summit on Organizational Development. Ανάμεσα σε άλλα, απόλαυσα τη συμμετοχή μου σε μια παρουσίαση του Adam Kahane με θέμα «Ανάπτυξη Οργανισμών: τι απαιτείται για τη λύση των δυσκολότερων προβλημάτων του παρόντος».

Απόλαυσα την ομιλία του. Ήταν διορατική και πρακτική. Και αστεία. Μιλώντας για τη συνεργασία, ο Kahane ανάρτησε μια διαφάνεια που απαριθμούσε τις προϋποθέσεις για αποτελεσματική συνεργασία ανάμεσα σε διαφορετικούς, ακόμη και ανταγωνιστικούς ενδιαφερόμενους. Οι συνήθεις ύποπτοι ήταν παρόντες: κοινό όραμα, συμφωνία για τους στόχους, εμπιστοσύνη, κλπ. Και μετά τους κατέρριψε έναν-έναν. Η πραγματικότητα της συνεργασίας στον 21ο αιώνα είναι αυτή: να γνωρίζεις πώς να συγκρούεσαι, να μπορείς να εργάζεσαι χωρίς εμπιστοσύνη και να αποποιείσαι την πολυτέλεια των κοινών στόχων και οραμάτων.

Μετά ο Kahane είπε το ακόλουθο, μια φράση που έχω χρησιμοποιήσει πολλές φορές: η εμπιστοσύνη δεν είναι προϋπόθεση για τη συνεργασία, είναι το αποτέλεσμα. Το επαναλαμβάνω: η εμπιστοσύνη δεν είναι προϋπόθεση για τη συνεργασία, είναι το αποτέλεσμα.

Η υπόθεση ότι χρειάζεται να ξεκινήσουμε με εμπιστοσύνη δεν είναι μόνο αφελής, είναι και αδύνατη. Παρ’ όλα αυτά, το ακούω συνέχεια στη δουλειά μου με ομάδες και οργανισμούς. Όταν ρωτάω ποιο είναι το πρόβλημα, οι άνθρωποι συχνά λένε «δεν εμπιστευόμαστε ο ένας τον άλλον» ή «χρειαζόμαστε περισσότερη εμπιστοσύνη σε αυτήν την ομάδα». Δεν καταλαβαίνω. Η έλλειψη εμπιστοσύνης είναι αποτέλεσμα, όχι αιτία. Πως μπορεί να υπάρξει εμπιστοσύνη πριν  τη συνεργασία;

Όταν οι άνθρωποι μιλούν για τη συνεργασία με αυτόν τον τρόπο, δεν μιλάνε για το χτίσιμο συνεργασίας, αλλά για την εγγύηση της: «πρώτα δημιούργησε τις συνθήκες για την απόλυτη επιτυχία δείχνοντας ότι δεν θα με απογοητεύσεις, κι έτσι αποδεικνύοντας ότι είσαι 100% έμπιστος και τότε μπορούμε να δουλέψουμε μαζί, να συνεργαστούμε.»

Η ζωή δεν λειτουργεί έτσι. Δεν μπορεί να εναποθέτουμε την ικανότητα μας για δράση και επιτυχία στις πράξεις του άλλου. Δεν μπορούμε να μετριάσουμε το ρίσκο. Δεν μπορούμε να εγγυηθούμε την επιτυχία ως αποτέλεσμα. Ούτε στην εργασία, ούτε στις σχέσεις. Εμπλεκόμαστε με ανθρώπους με τους οποίους δεν έχουμε δοκιμαστεί. Δεσμευόμαστε, παντρευόμαστε, υπογράφουμε δάνεια και κάνουμε παιδιά με ανθρώπους που δεν έχουν δοκιμαστεί. Γιατί; Γιατί χρειάζεται πολύς χρόνος για να γνωρίσεις πραγματικά έναν άλλον άνθρωπο.  Και τι γίνεται με εμάς; Κι εμείς δεν έχουμε αποδειχθεί. Ούτε εμείς γνωρίζουμε τον εαυτό μας ολοκληρωτικά. Δεν ξέρουμε ποιοι θα είμαστε σε πέντε χρόνια. Η ζωή μας αλλάζει. Η απώλεια, το πένθος, οικονομικές και προσωπικές δυσκολίες αλλάζουν το αξιακό μας σύστημα και την οπτική μας για τη ζωή. Ακόμη και στην κάθε στιγμή δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς για τα κίνητρα και τα συναισθήματα μας. Έχουμε όρια, συγκρούσεις, εντάσεις, για τα οποία δεν γνωρίζουμε αρκετά.

Κι αυτό μας φέρνει στο δεύτερο πρόβλημα με την εμπιστοσύνη. Αν δεν κάνουμε αυτό το αντιληπτικό άλμα που περιγράφω και αν δεν δούμε ότι η εμπιστοσύνη χρειάζεται να κατακτηθεί, τότε έρχεται η δεύτερη παρανόηση για το πώς κατακτάται.

Πως κερδίζουμε την εμπιστοσύνη; Φυσικά, αποδεικνύοντας ότι είμαστε αξιόπιστοι. Αλλά πως είναι δυνατόν αυτό; Κανείς δεν είναι ολοκληρωτικά αξιόπιστος. Το ένοχο μυστικό της βιομηχανίας δισεκατομμυρίων για το χτίσιμο ‘εμπιστοσύνης και συνεργατικότητας’ είναι ότι η απόλυτη αξιοπιστία δεν είναι εφικτή. Θα απογοητεύσουμε ανθρώπους. Θα αποδειχθούμε αναξιόπιστοι. Όσο υπάρχουν κομμάτια του εαυτού μας για τα οποία δεν έχουμε επίγνωση, όσο μεγαλώνουμε ως άνθρωποι, θα έχουμε τυφλά σημεία. Θα λέμε ένα πράγμα, θα αισθανόμαστε άλλο και θα θα πράττουμε κάτι άλλο, χωρίς να έχουμε επίγνωση για αυτό.

  • Συμφωνούμε σε κάτι, παραβλέποντας την εξάντληση μας γιατί δεν θέλουμε να απογοητεύσουμε τους άλλους, αλλά δεν έχουμε την ενέργεια να ολοκληρώσουμε αυτό που αναλάβαμε.
  • Συμφωνούμε να βοηθήσουμε γιατί παρακινούμαστε από την ανάγκη μας να είμαστε χρήσιμοι, αλλά φορτωνόμαστε περισσότερα από όσα αντέχουμε και τα παρατάμε.
  • Στην απελπισία μας για αναγνώριση συμμετέχουμε σε μια ομάδα με υψηλό προφίλ, αλλά αισθανόμαστε έξω από τα νερά μας και δεν μπορούμε να εκτελέσουμε αυτά που αναλαμβάνουμε.
  • Πληγωνόμαστε από την απόρριψη μιας ιδέας μας και ασυνείδητα κωλυσιεργούμε και γινόμαστε δύσκολοι στη συνεργασία.

Σε κάθε δεδομένη στιγμή, υπάρχουν εκατομμύρια λόγοι που η συμπεριφορά μας  υπονομεύει την αξιοπιστία μας. Πως χτίζουμε λοιπόν εμπιστοσύνη; Ποιον εμπιστεύομαι, αν κανείς δεν είναι πλήρως αξιόπιστος; Εμπιστεύομαι τους ανθρώπους που κάνουν λάθη, που αποτυγχάνουν στους στόχους τους, που μπορούν να το παραδεχτούν, να ζητήσουν συγγνώμη και να είναι ειλικρινείς για τις ελλείψεις τους. Η εμπιστοσύνη δεν αναπτύσσεται με την αποφυγή λαθών, αλλά με τα λάθη και την επιδιόρθωση τους. Η εμπιστοσύνη δεν αναπτύσσεται με το να τηρείς τα λόγια σου, αλλά από το τι κάνεις όταν δεν τα τηρείς.

Σύμφωνα με την εμπειρία μου, η εμπιστοσύνη αναπτύσσεται με τα ακόλουθα:

1. Σταμάτα να μετράς την εμπιστοσύνη ως ‘όλα ή τίποτα’. Είμαι άξια εμπιστοσύνης για κάποια πράγματα, αλλά όχι για άλλα. Να γνωρίζεις για ποια πράγματα είσαι άξια εμπιστοσύνης και να το κάνεις γνωστό και στους άλλους. Συμφιλιώσου με το γεγονός ότι οι άνθρωποι είναι εγγενώς αναξιόπιστοι και μάθε να δουλεύεις με αυτό αντί να παριστάνεις ότι μπορεί να το αποτρέψεις.

2. Μάθε πώς να αναγνωρίζεις και να παραδέχεσαι τις ελλείψεις σου. Όσο περισσότερο γνωρίζουμε για τα όρια μας κι όσο περισσότερο μπορούμε να τα κουβεντιάζουμε με τους άλλους, τόσο πιο ενημερωμένοι και προετοιμασμένοι είναι όλοι. Η επιθυμία μας για τελειότητα μας κάνει να κρύβουμε τις ελλείψεις μας, κι αυτό μας κάνει αναξιόπιστους.

3. Μάθε την τέχνη της συγγνώμης. Οι άνθρωποι που δεν μπορούν να ζητήσουν συγγνώμη προστατεύουν τον εαυτό του εις βάρος της συνεργασίας. Η συγγνώμη δεν είναι μόνο παραδοχή λάθους. Η συγγνώμη χρειάζεται να περιλαμβάνει κατανόηση, να εκφράζει την ενσυναίσθηση για τη δυσφορία ή δυσκολία που βιώνει ο άλλος άνθρωπος εξ αιτίας των πράξεων σου. Αν δεν γνωρίζεις και δεν αισθάνεσαι πραγματικά τις συνέπειες των πράξεων σου, δεν ζητάς πραγματική συγγνώμη.

Θα απογοητεύσουμε ο ένας τον άλλον. Αλλά ό,τι συμβαίνει μετά από αυτό είναι αυτό που χτίζει εμπιστοσύνη. Αυτό που βάζει τα θεμέλια για την εμπιστοσύνη είναι η ειλικρινής συζήτηση ανάμεσα στους ανθρώπους για τους περιορισμούς και τα θέματα τους.

Το βιβλίο της Julie Power: A User’s Guide (Ισχύς: Οδηγός Χρήσης), θα εκδοθεί τον Μάρτιο του 2016.

Nov 242015


Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Από τη μισθωτή στην… αμισθί σκλαβιά

Συντάκτης: Ντίνα Δασκαλοπούλου

«Η απελπισία δεν διαθέτει φτερά, δεν κάθεται απαραιτήτως σε ένα ξεστρωμένο τραπέζι, σε μια βεράντα, στην ακροθαλασσιά […] Γνωρίζω σε γενικές γραμμές την απελπισία με μακριές λεπτές εκπλήξεις, την απελπισία της υπερηφάνειας, την απελπισία της οργής […] Σε γενικές γραμμές η απελπισία δεν έχει καμία σημασία. Είναι μια αγγαρεία από δέντρα που πάνε πάλι να σχηματίσουν ένα δάσος, είναι μια αγγαρεία από αστέρια που πάνε πάλι να δημιουργήσουν μια μέρα λιγότερη, είναι μια αγγαρεία από όλο και λιγότερες μέρες που πάνε πάλι να αποτελέσουν τη ζωή μου» – Αντρέ Μπρετόν, «Γαιόφως και άλλα ποιήματα»

Το χαρακτηρίζουν πανδημία. Είναι το μεγαλύτερο παράδοξο και το πιο δύσκολο να ερμηνευθεί. Η ανεργία, η δουλειά-λάστιχο, η μαύρη εργασία, όλα αυτά είναι απολύτως κατανοητά κι εξηγήσιμα σε συνθήκες βαθιάς ύφεσης και με πολιτικές λιτότητας και νεοφιλελευθερισμού. Τι είναι αυτό που κάνει 1.200.000 εργαζομένους, που δεν πληρώνονται από τα αφεντικά τους, να εξακολουθούν να παρέχουν την εργασία τους κάθε μέρα; Η απλήρωτη εργασία έχει μετατραπεί σε νέα κανονικότητα κι είναι ίσως η ουσιωδέστερη α-συνέχεια του κόσμου, όπως τον ξέραμε επί δεκαετίες: ο εργαζόμενος παρέχει εργατική δύναμη και σε αντάλλαγμα παίρνει μισθό. Τώρα πια όμως είμαστε αντιμέτωποι μ’ ένα νέο φαινόμενο, παράδοξο μεν, αλλά μέρος της νέα κανονικότητας εκτάκτου ανάγκης: την άμισθη σκλαβιά.

«Μουγκή» δύναμη

Στην Ελλάδα των Μνημονίων μιλάμε πολύ για την ανάπτυξη, λιγότερο για την ανεργία και καθόλου για την απλήρωτη εργασία. Εχουμε γίνει η πολιτεία που περιγράφει ο Αζίζ Νεσίν: «Κατάπιαμε τη γλώσσα μας. Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε. Φτιάξαμε τον σύλλογο του “σώπα” και μαζευτήκαμε πολλοί, μια πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη, αλλά μουγκή!».

Οχι μόνο πια δεν εξεγειρόμαστε για την ανεργία, αλλά και θεωρούμε κανονικό το να μην πληρωνόμαστε, όταν εργαζόμαστε. Το νούμερο είναι εξωπραγματικό: ένα εκατομμύριο (1.000.000) είναι οι απλήρωτοι εργαζόμενοι, σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας, στους 1.200.000 τούς ανεβάζει το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ. Τα 2/3 όσων έχουν ακόμα δουλειά στον ιδιωτικό τομέα πληρώνονται με καθυστέρηση.

Τα αφεντικά έχουν προσχωρήσει μαζικά στο κίνημα «δεν πληρώνω»: περίπου δύο στις τρεις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα έχουν προχωρήσει σε στάση πληρωμών. Έτσι, ο ένας μήνας χωρίς αμοιβή δεν θεωρείται πια καν καθυστέρηση, ο μέσος χρόνος απληρωσιάς είναι οι πέντε μήνες, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις τα αφεντικά μπορεί και να μην πληρώνουν ακόμα και επί δύο χρόνια.

Μια απλή αναζήτηση στο google με τον όρο «απλήρωτοι εργαζόμενοι» δίνει 396.000 αποτελέσματα σε 0,40 δευτερόλεπτα και μια ατελείωτη λίστα: από τον «Αγγελιοφόρο» μέχρι το ΙΓΜΕ, από το Μέγαρο Μουσικής μέχρι μεγάλα ξενοδοχεία, από το Πάρκο Τρίτση μέχρι τους εργαζομένους σε πτηνοτροφεία, από το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο μέχρι το μπακάλικο της γειτονιάς σου. Ακόμη και τα κόμματα, που δηλώνουν πως θέλουν να σώσουν τον τόπο από τη μάστιγα της ανεργίας, έχουν καθυστερήσει κατά περιόδους την πληρωμή των εργαζομένων τους –κι αυτό ισχύει και για τη Νέα Δημοκρατία και για το ΠΑΣΟΚ και για τον ΣΥΡΙΖΑ. Μέχρι και οι εργαζόμενοι του Ινστιτούτου Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας, που λειτουργεί υπό την αιγίδα της ΓΣΕΕ, βρέθηκαν απλήρωτοι από 3 έως 6 μήνες!

«Πρόκειται για επιδημία τα τελευταία πέντε χρόνια», μας λέει η Μαργετίνα Στεφανάτου, μάχιμη δικηγόρος κι εξαιρετικά έμπειρη στα εργατικά. «Το ‘’φαινόμενο’’ εμφανίστηκε αρχικά με τη μορφή της πολύμηνης καθυστέρησης μισθοδοσίας. Σταδιακά -και δη τα τελευταία 2-3 χρόνια- υπάρχουν εργαζόμενοι που δουλεύουν χωρίς να πληρώνονται καθόλου πάνω από 5-6 μήνες, μέχρι και 10-12 μήνες.

»Το ‘’φαινόμενο’’ δεν αφορά μόνο τον ιδιωτικό τομέα, αλλά εμφανίζεται συχνά και σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αλλά και σε αναπτυξιακές εταιρείες δήμων ή εταιρείες που δουλεύουν με προγράμματα ΕΣΠΑ κ.λπ. Το ‘’φαινόμενο’’ πολλές φορές αιτιολογείται και δικαιολογείται λόγω της υστέρησης και εν τέλει της στάσης πληρωμών εκ μέρους του ελληνικού Δημοσίου, γεγονός πραγματικό που έχει φέρει σε οικονομικό αδιέξοδο πολλές επιχειρήσεις του ιδιωτικού και του ευρύτερου δημόσιου τομέα».

Υπάρχουν κι άλλες κατηγορίες στη στρατιά των απλήρωτων, όπως μας εξηγεί η νομικός Μαρίλη Ζαλαώρα, που εργάζεται στη ΓΣΕΕ:

«Υπάρχουν εργαζόμενοι, θύματα μιας συχνά προσχηματικής κι ανειλικρινούς εργοδοτικής συμπεριφοράς που έχουν να πληρωθούν κανονικά ακόμα και περισσότερο από τρία χρόνια, ζώντας με τα “έναντι”. Παράλληλα με αυτούς συμπορεύεται μια ακόμα κατηγορία απλήρωτων εργαζομένων, εκείνη των “δοκιμαστικών” υπαλλήλων, οι οποίοι αντιμετωπίζονται ως αναλώσιμα από τον εργοδότη κι αντικαθίστανται αμέσως μετά τη λήξη της δοκιμαστικής περιόδου, χωρίς να λάβουν την παραμικρή αμοιβή.

»Πρόκειται επομένως για κατ’ όνομα εργαζομένους, αλλά στην πραγματικότητα για κατ’ ουσία ανέργους. Καμιά στατιστική δεν ασχολείται μαζί τους ενώ εκείνοι, συνεχώς αυξανόμενοι, εξακολουθούν να ακροβατούν στωικά στο τεντωμένο σκοινί μιας ιδιότυπης ομηρίας».

Μια κατηγορία μόνοι τους

«Σύγχρονη δουλεία» χαρακτηρίζει την απλήρωτη εργασία η νομικός Σοφία Παπαοικονόμου στη μελέτη της «Η απλήρωτη εργασία στα χρόνια των Μνημονίων και της κρίσης»:

«Οι απλήρωτοι εργαζόμενοι αποτελούν “sui generis” κατηγορία: ενώ αναγκάζονται να παρέχουν τις υπηρεσίες τους με τους ίδιους ή και σκληρότερους όρους, δεν απολαμβάνουν το αυτονόητο αντίτιμο της εργασίας τους. Ενώ δεν είναι τυπικώς άνεργοι, βρίσκονται όμηροι σε επιχειρήσεις και διαβιούν χειρότερα από τους ανέργους, αφού δεν δικαιούνται ούτε κι αυτό το γλίσχρο επίδομα ανεργίας.

»Είναι οι σύγχρονοι δούλοι, που υπομένουν στωικά ως αναγκαία κατάσταση τα έναντι-ψίχουλα, που “βάζουν πλάτη” για τη “διάσωση” της επιχείρησης, για να μη χαθούν ολότελα οι θέσεις εργασίας. Κι έτσι “επιχορηγούν” τις επιχειρήσεις, στις οποίες εργάζονται, με τους “βερεσέ” μισθούς τους.

»Με τη συνέργεια του κράτους, μέσω των συνεχών μειώσεων του μισθολογικού και συνταξιοδοτικού κόστους, των κοινωνικών παροχών και της συστηματικής καθιέρωσης της απλήρωτης εργασίας, πραγματοποιείται μια γιγαντιαία μεταφορά εισοδήματος από τους εργαζομένους και τα ασφαλιστικά ταμεία προς τις επιχειρήσεις, σε όφελος του μεγάλου κεφαλαίου».

Εργασιακές γαλέρες στα ΜΜΕ

Ο κλάδος των μέσων μαζικής ενημέρωσης είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα, προκειμένου να αντιληφθεί κανείς τι έχει συμβεί στον κόσμο της εργασίας τα τελευταία χρόνια. Σε… κρίση πολύ πριν από την κρίση, οι εργαζόμενοι του Τύπου ήταν τα πρώτα θύματα της «ευελιξίας» που έφερε ο Κώστας Σημίτης, όταν έχτιζε τον μύθο της ισχυρής Ελλάδας και κατεδάφιζε, ακολουθώντας τα βήματα Σρέντερ, τα εργασιακά δικαιώματα.

Αργότερα, όταν η χώρα μπήκε (και επισήμως) σε κρίση, οι βαρονίες του Τύπου άρχισαν να κλυδωνίζονται: η αρχή έγινε με το λουκέτο που έβαλε εν μιά νυκτί η Γιάννα Αγγελοπούλου στον «Ελεύθερο Τύπο». Στη συνέχεια βυθίστηκε αύτανδρο το «Αλτερ» κι ακολούθησε το ναυάγιο της «Ελευθεροτυπίας». Ακολούθησαν μαζικές απολύσεις, ατομικές συμβάσεις και ο χώρος του Τύπου γέμισε γαλέρες.

Ο μισθός στον μαγικό κόσμο των ΜΜΕ κατάντησε μαγική εικόνα ή -αλλιώς- «μια πονεμένη ιστορία», όπως μας λέει συνάδελφος που εργάζεται στον «Ελεύθερο Τύπο», απλήρωτος εδώ κι 9 μήνες: «Από το 2012 μέχρι σήμερα οι εκδότες έχουν κάνει τρεις… εθελούσιες και δύο μειώσεις μισθών. Ήδη ετοιμάζονται για την τρίτη. Κάθε φορά μάς έλεγαν τα ίδια πράγματα: “Δεν θα υπάρξουν άλλες μειώσεις. Έτσι κατοχυρώνετε τις θέσεις εργασίας και δεν θα κάνουμε απολύσεις. Θα πληρώνεστε κανονικά”. Το 2013 είχαμε μπει ήδη δυόμισι μήνες μέσα. Το 2014 νέα μείωση μισθών με τα ίδια επιχειρήματα. Τη μια φταίει η πολιτική κατάσταση, την άλλη η διαπραγμάτευση, την τρίτη τα capital controls. Φτάσαμε να πληρωνόμαστε, όποτε οι εργοδότες θυμούνται.

»Κι όταν γίνεται αυτό το… θαύμα, ο μισθός δεν ξεπερνάει τα 400 ευρώ. Υπάρχουν συνάδελφοι που δεν έχουν στο πορτοφόλι τους ούτε ένα ευρώ για βενζίνη. Οι περισσότεροι δεν πληρώνουν τους λογαριασμούς τους στις τράπεζες, στις ΔΕΚΟ, σε όσους τέλος πάντων χρωστάνε. Τώρα οι εκδότες ετοιμάζουν… καινούργιες μειώσεις μισθών, φαντάζομαι με τα ίδια επιχειρήματα. Πέρασαν πάνω από δύο χρόνια από τότε που πήραμε για τελευταία φορά ολόκληρο μισθό. Μάλλον θα περιμένουμε πολύ. Εκτός αν τα 400 ευρώ τα λες ολόκληρο μισθό»…

Από το 2012!

Η Μαργαρίτα Συγγενιώτου είναι μέτζο σοπράνο και συνεργάζεται με το Μέγαρο, που έχει να πληρώσει τους εργαζομένους από το 2012. Η Μαργαρίτα είναι γραμματέας της Ενωσης Λυρικών Πρωταγωνιστών και μέλος του Δ.Σ. της Ομοσπονδίας Θεάματος Ακροάματος –εξ ου και τολμά να μιλήσει επωνύμως:

«Στην αρχή της κρίσης (η οποία φαίνεται τελικά να παίρνει διαστάσεις Νέας Τάξης Πραγμάτων) νόμιζα ότι εμείς οι ελεύθεροι επαγγελματίες του πολιτισμού θα τη βιώναμε πιο εύκολα από τους άλλους: η οικονομική αστάθεια είναι μέρος της δουλειάς.

»Μετά γνωρίστηκα με τον νεοφιλελευθερισμό. Χωρίς ΣΣΕ, τι να διεκδικήσεις; Η αγορά καθορίζει την τιμή. Με τόση ανεργία, λοιπόν, οι τιμές έπεσαν στο επίπεδο ενός καλού φιλοδωρήματος. Και δεν είναι μόνο η ανεργία, ο καλλιτέχνης θέλει να πατήσει στη σκηνή, ποια αγορά δεν θα εκμεταλλευόταν αυτή την ανάγκη; Έβλεπες παντού αγγελίες για εθελοντές. Και πάντα έβρισκαν.

»Ταυτόχρονα μας επέβαλλαν έναν άλλον, ακούσιο εθελοντισμό: το Μέγαρο μας χρωστάει από το 2012. Η Λυρική χρωστάει έως κι έναν χρόνο στους εξωτερικούς της συνεργάτες (εξαιρούνται οι ξένοι κι ελάχιστοι Έλληνες…), για τους δήμους να μη μιλήσω καλύτερα.

»Όταν είμαι στις καλές μου, το παίρνω χαλαρά: η μποέμικη ζωή του καλλιτέχνη δικαιώνεται μέσα από την αφραγκία. Μετά, όμως, γυρίζω σπίτι και βλέπω έναν λογαριασμό, η μικρή θέλει λεφτά για την εκδρομή του σχολείου και η μποέμικη ελευθερία εξαερώνεται μέσα στον καταναγκασμό της αναγκαιότητας. Αδιέξοδο».

  • Το φαινόμενο της απλήρωτης εργασίας πλήττει κυρίως τον κλάδο του τουρισμού και επισιτισμού, της καθαριότητας, των εταιρειών φύλαξης, τον χώρο των ΜΜΕ (εφημερίδες-ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί), τις ιδιωτικές κλινικές, τη ναυτιλία, τις κατασκευές, το λιανεμπόριο.

Πρόκειται για τους ίδιους κλάδους που εμφανίζουν θλιβερή πρωτιά στην παραβατικότητα της εργατικής νομοθεσίας, ενώ ταυτόχρονα υπέστησαν τις μεγαλύτερες μειώσεις στις κατώτατες συμβατικές πραγματικές αποδοχές τους.

2/3 επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα έχουν προχωρήσει σε στάση πληρωμών.

550.000 εταιρείες (μικρομεσαίες και μεγάλες) πληρώνουν με έναντι, καταγράφοντας καθυστέρηση στην καταβολή των δεδουλευμένων τους από έναν έως και… 24 μήνες!

200% αυξήθηκε το ποσοστό των επιχειρήσεων που πληρώνουν με έναντι από το 2012 μέχρι σήμερα!

2014 χρονιά-ορόσημο, καθώς διπλασιάστηκαν τόσο ο αριθμός των εργαζομένων όσο και οι μήνες στην καθυστέρηση πληρωμής.

1.000.000 εργαζόμενοι δεν πληρώνονται επίδομα άδειας, χιλιάδες εργαζόμενοι πληρώνονται το δώρο Χριστουγέννων ή Πάσχα σε είδος (κουπόνια για τρόφιμα ή καύσιμα).

1.000.000 είναι οι «αόρατοι»: εργάζονται ανασφάλιστοι ή εργάζονται ως μισθωτοί, αλλά αμείβονται με μπλοκάκι ελεύθερου επαγγελματία ή εργάζονται με πλήρες ωράριο, δηλώνονται όμως ως μερικώς απασχολούμενοι.

 Στοιχεία από τη μελέτη«Η απλήρωτη εργασία στα χρόνια των Μνημονίων και της Κρίσης» της νομικού και επιστημονικής συνεργάτιδας της κ. Κούνεβα, Σοφίας Παπαοικονόμου

Ψυχολογικές επιπτώσεις

Απλήρωτη εργασία ή ένας «μικρός θάνατος»;

Τι είναι αυτό που οδηγεί τους εργαζομένους να αποδέχονται μια τέτοια ταπεινωτική κι αβίωτη συνθήκη; «Οι μακροχρόνια απλήρωτοι εργαζόμενοι είναι πολύ επιφυλακτικοί, ακόμη και να ασκήσουν τα ελάχιστα δικαιώματα που τους δίνει η εργατική νομοθεσία», μας λέει η Μαργετίνα Στεφανάτου.

«Προτιμούν να διατηρούν μια “δουλειά”, όπου δεν εισπράττουν τίποτα, παρά να πέσουν στη χοάνη της μακροχρόνιας ανεργίας. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι επιχειρήσεις τελικά πτωχεύουν, οπότε και άνεργοι και απλήρωτοι παραμένουν».

Υπάρχουν κι άλλοι, βαθύτεροι λόγοι που εξηγούν την απλήρωτη εργασία, όπως μας εξηγεί η δρ Κοινωνικής Ψυχολογίας, Αλεξάνδρα Βασιλείου:

«Η εργασία υπηρετεί διαφορετικές ανθρώπινες ανάγκες ταυτόχρονα. Πρώτη μπορεί να μοιάζει η ανάγκη για επιβίωση, αλλά εξίσου σημαντική και η ανάγκη του ανθρώπου να νιώθει χρήσιμος και συνδεδεμένος με την κοινωνία. Αν χάσει τη δουλειά του, χάνει κι αυτή την αίσθηση αξίας και σύνδεσης. Χιλιάδες άνθρωποι παραμένουν στον χώρο εργασίας τους απλήρωτοι, ακόμη κι όταν ξέρουν ότι οι πιθανότητες να πληρωθούν τα δεδουλευμένα τους είναι απειροελάχιστες έως μηδενικές.

»Αυτό συνδέεται άμεσα με την ανεργία, άρα και με την απώλεια ελπίδας ότι θα βρουν κάτι καλύτερο. Καλύτερα εν ενεργεία και απλήρωτος, παρά αφημένος στην απελπισία της ανεργίας. Καλύτερα “έξω στον κόσμο” κι ενεργός, παρά στο σπίτι μόνος κι απελπισμένος. Από τη μια, ο φόβος για την απελπισία της ανεργίας, από την άλλη η ματαίωση γύρω από κοινωνικούς αγώνες, ότι μπορεί να είναι έστω και ελάχιστα αποτελεσματικοί. Αυτά δημιουργούν ψυχολογική παράλυση.

»Μένοντας απλήρωτος, ο εργαζόμενος αποδέχεται εργασιακές συνθήκες που δεν φανταζόμασταν πριν από λίγα χρόνια, αλλά κι ελπίζει για κάτι που δεν υπάρχει πια. Αν εγκαταλείψει την απλήρωτη εργασία, έχει να αντιμετωπίσει έναν μικρό θάνατο. Έχει να αποδεχτεί την ήττα στον αγώνα για εργασιακή αξιοπρέπεια και να αναθεωρήσει την πραγματικότητα, μέσα στην οποία ζει.

»Χρειάζεται να αναρωτηθεί: Τι μου δίνει αξία, πώς εξασφαλίζω την επιβίωσή μου, πώς συνδέομαι με τον κόσμο γύρω μου. Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα δίνονται προσωπικά και συλλογικά, όταν αναθεωρήσουμε τον τρόπο με τον οποίο ζούμε και τον τρόπο με τον οποίο η ζωή, εμείς και οι άλλοι αποκτούμε αξία».

Οι δύο (αδιέξοδοι) δρόμοι για τη διεκδίκηση του αυτονόητου

Άοπλοι οι εργαζόμενοι στον εργοδοτικό παράδεισο

Τι γίνεται, όταν οι εργαζόμενοι αποφασίσουν να διεκδικήσουν το αυτονόητο; Οι δρόμοι που έχουν, για να αντιδράσουν, είναι δύο: ο συνδικαλιστικός και ο νομικός. Άλλοτε επιλέγουν μόνο τον έναν, άλλοτε και τους δύο μαζί ταυτόχρονα. Δυστυχώς, με δεδομένο τον εργοδοτικό παράδεισο που δημιούργησαν τα μνημόνια, σε ελάχιστες περιπτώσεις οι μάχες είναι νικηφόρες.

Το πρώτο βήμα που κάνει ένας απλήρωτος εργαζόμενος είναι ή να καταφύγει στο σωματείο του ή να προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας. Το πώς θα αντιδράσει το σωματείο του εξαρτάται από το πόσο μαχητικό κι αποτελεσματικό είναι (τα παραδείγματα ποικίλλουν όσο και τα σωματεία, αν και ο μαχόμενος κι αποτελεσματικός συνδικαλισμός είναι μάλλον είδος σπάνιο και εν ανεπαρκεία).

Οι καταγγελίες στην Επιθεώρηση Εργασίας για καθυστέρηση ή μη καταβολή δεδουλευμένων από το 2008 έως το τέλος του 2013 αυξήθηκαν κατά 56%. Σήμερα έξι στις δέκα καταγγελίες είναι από απλήρωτους. Το 2014 ερευνήθηκαν από το ΣΕΠΕ συνολικά 13.840 υποθέσεις μπαταχτσήδων εργοδοτών: 6.700 επιλύθηκαν, χωρίς να καταλήξουν στα δικαστήρια, κι οι εργοδότες πλήρωσαν συνολικά 15 εκατ. ευρώ.

Τα νούμερα αποδίδουν την πραγματική εικόνα; Μάλλον όχι, όπως μας εξηγεί η Μαρίλη Ζαλαώρα:

«Οι Επιθεωρήσεις Εργασίας αδυνατούν να βοηθήσουν ουσιαστικά τον εργαζόμενο, όπου τις περισσότερες φορές το μόνο κέρδος που αποκομίζει από την καταγγελία του είναι μια ανώφελη και αδιέξοδη στοχοποίηση. Έτσι, οι περισσότεροι απλήρωτοι αρνούνται πεισματικά να απευθυνθούν στις Επιθεωρήσεις Εργασίας ή τη Δικαιοσύνη, αντίθετα αποδέχονται με ακατανόητη (;) μοιρολατρία να ζουν με την ελπίδα ότι κάποτε η κατάσταση θα διορθωθεί.

»Η καθημερινή επαφή μας στο Κέντρο Πληροφόρησης της ΓΣΕΕ με τους απλήρωτους εργαζομένους δεν μας επιτρέπει να είμαστε αισιόδοξοι. Προσπαθώντας να βοηθήσουμε κυρίως στην ψυχολογική υποστήριξή τους κι αμήχανοι απέναντι στο μέγεθος του προβλήματος, αναρωτιόμαστε πόσο ουτοπικό είναι πλέον να επιμένουμε στο στερεοτυπικά χιλιοειπωμένο ευχολόγιο ότι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί θα πρέπει επιτέλους να κάνουν σωστά τη δουλειά τους».

Η ολομέτωπη επίθεση που δέχεται ο κόσμος της εργασίας αντανακλάται και στις δικαστικές διεκδικήσεις των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, όπως μας εξηγεί η νομικός Ευαγγελία Κουβέλη:

«Σήμερα κύρια διεκδίκηση αποτελεί το άλλοτε αυτονόητο: η καταβολή του μισθού για την προσφερόμενη εργασία. Το πλέγμα διατάξεων της ελληνικής νομοθεσίας προστατεύει θεωρητικά τους αναρίθμητους πλέον απλήρωτους εργαζομένους, οι οποίοι -εγκλωβισμένοι- εξακολουθούν να εργάζονται με την προσδοκία πληρωμής και την ελπίδα της μη απώλειας των κεκτημένων.

»Στην πράξη η θετική δικαστική έκβαση της “προσωπικής υπόθεσης” του εργαζομένου δεν συνιστά λύση του προβλήματος, καθώς αυτή συνοδεύεται από πολυδάπανη και μακρόχρονη μάχη για την είσπραξη των μισθών, αναζήτηση τρόπου εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης σε βάρος του πρώην εργοδότη και, συνήθως, αδυναμία είσπραξης.

»Πώς άλλωστε να καταφέρει να εισπράξει από έναν πρώην εργοδότη, ο οποίος είτε δεν δύναται να καταβάλει είτε οχυρώνεται πίσω από το “δικό του προστατευτικό νομικό πλέγμα”; Οταν οι εργοδότες είχαν κέρδη, ξεχνούσαν τους εργαζομένους. Σήμερα τους ζητούν να μοιραστούν τη ζημιά».

«Αυτονόητη συνέπεια»

Ο Αποστόλης Καψάλης είναι επιστημονικός συνεργάτης του Ινστιτούτου Εργασίας της ΙΝΕ/ΓΣΕΕ. Στην πρώτη κυβέρνηση της Αριστεράς ανέλαβε ειδικός γραμματέας στο τιμόνι του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και παραιτήθηκε αμέσως μετά την υπογραφή του τρίτου Μνημονίου.

Η εμπειρία του κάνει τη μαρτυρία του εξαιρετικά σημαντική:

«Το φαινόμενο της απλήρωτης εργασίας αποτελεί μια από τις πλέον σημαντικές εκφάνσεις της παραβατικότητας στην αγορά εργασίας και ταυτόχρονα μια αυτονόητη συνέπεια της καταστροφικής επίδρασης της ύφεσης και των μνημονιακών πολιτικών στην ελληνική οικονομία.

»Η διαπίστωση και ο κολασμός τέτοιων παραβατικών συμπεριφορών σε ελάχιστες περιπτώσεις μπορούν, εν τέλει, να αποβούν προς όφελος του αδύναμου πόλου της εργασιακής σχέσης. Οι διαστάσεις και η διακλαδικότητα του φαινομένου απαιτούν τη συμπερίληψη της αντιμετώπισής του στο πλαίσιο μιας εθνικής στρατηγικής επανεκκίνησης της ελληνικής οικονομίας, με έμφαση στην προστασία/εξακολούθηση της απασχόλησης μέσα από σχήματα κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, εργατικής-συνεργατικής επιχειρηματικής δραστηριότητας και πολιτικής αμφισβήτησης, τόσο του διευθυντικού δικαιώματος όσο και της απόλυτης προστασίας της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής».

Nov 142015


(φωτογραφία  EUROKINISSI/Στέλιος Μισίνας)

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Ο ξένος μέσα μας

του Τάσου Τασκίρογλου

«Ο ξένος είναι μέσα μας. Και όταν τον αποφεύγουμε ή τον καταπολεμούμε, παλεύουμε ενάντια στο ασυνείδητό μας – αυτό το “αλλότριο” της ανέφικτης “προσωπικής μας επικράτειας”». Αυτό αναφέρει για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες η Τζούλια Κρίστεβα, παραθέτοντας ουσιαστικά τον Φρόιντ, ο οποίος, όπως λέει η μεγάλη Γαλλίδα ψυχαναλύτρια, δεν μιλάει για ξένους: «μας μαθαίνει να ανακαλύψουμε το ξένο μέσα μας. Είναι ίσως ο μόνος τρόπος για μην το καταδιώκουμε έξω».

Με αυτή την έννοια είμαστε όλοι ξένοι. Επιτομή της ανθρώπινης κατάστασης, περιστασιακά άρνηση ή επιβεβαίωσή της. Αντιφατικά όντα που αναζητούν διαρκώς ταυτότητα, που ψάχνουν εναγωνίως το «εμείς», που μαθαίνουν να το βρίσκουν στην ομοιότητα και να απορρίπτουν τη διαφορά.

Ομως είναι ακριβώς αυτή η διαφορά στο πρόσωπο του ξένου που αποδεικνύει τον πλούτο της ανθρώπινης ποικιλομορφίας και φανερώνει κατά την Κρίστεβα την «ανυπαρξία της κοινοτοπίας στον άνθρωπο». Κάθε ένας και ένα δακτυλικό αποτύπωμα, κάθε ένας και μια προσωπική ιστορία, μια νέα εκδοχή της ανθρώπινης περιπέτειας, ένα πρωτότυπο σενάριο.

Οι ξένοι προσφέρουν μια μοναδική ευκαιρία σ΄ εμάς τους (συγκυριακά) προνομιούχους, στους βολεμένους: να δούμε μια εκδοχή της δικής μας κατάστασης, να εκπαιδευτούμε να βλέπουμε τον κόσμο με τα μάτια των άλλων, να μάθουμε να μπαίνουμε στη θέση τους.

Προπαντός το τελευταίο. Ο ατομικισμός, ο εγωκεντρισμός και η περιχαράκωση που έχουν καλλιεργήσει οι συνθήκες του όψιμου καπιταλισμού δημιουργούν όχι μόνο την «Ευρώπη-φρούριο», αλλά και τον άνθρωπο-στρείδι. Κλειστό στο καβούκι του, φυλακισμένο στον περιοριστικό ορίζοντα των προσωπικών του εμπειριών και των ατομικών του συμφερόντων.

Τα μεγάλα φιλοσοφικά ρεύματα, μέχρι ενός ορισμένου βαθμού ο ιουδαϊσμός και ο χριστιανισμός, αλλά και η παράδοση του ουμανισμού στον Διαφωτισμό λειτούργησαν στο παρελθόν ως εκπαίδευση στην αποδοχή και ως ανάχωμα στην απόρριψη. Ο ίδιος ο Ιησούς εμφανίζεται ως «ξένος επί γης», ο οποίος ζητά την αποδοχή και την προσέγγιση. Αυτό δεν συνάδει με τον σημερινό φανατισμό των θρησκειών, με τους διαχωρισμούς, τις εντάσεις και τους αποκλεισμούς. Η διδασκαλία σήμερα δεν γίνεται στο όνομα της αλήθειας που, υποτίθεται, ότι εμπεριέχει ένα δόγμα, αλλά για να επιβεβαιώσει την ταυτότητα και να αποκλείσει την ετερότητα. Σ΄ αυτό το φως πρέπει να δούμε και τη θέση της διδασκαλίας των Θρησκευτικών, θέμα που επανήλθε για ακόμα μία φορά στην επικαιρότητα, βγάζοντας από τη μακαριότητα την κεφαλή της Εκκλησίας.

Η τραυματική εμπειρία του ναζισμού αποτελεί την επιτομή της προσπάθειας να επιβληθεί η ταυτότητα στην ετερότητα. Σ΄ αντίθεση με τη ρήση του Τερέντιου «Είμαι άνθρωπος, τίποτα από τ΄ ανθρώπινα δεν μου είναι ξένο», ο εθνικοσοσιαλισμός ενστερνίστηκε το δόγμα «Είμαι Γερμανός και κάθε τι άλλο μου είναι ξένο». Εξ ου και η τάση καθυπόταξης, εξόντωσης και εξαφάνισης κάθε ετερότητας: των αλλοεθνών, των ανάπηρων, των ομοφυλόφιλων, των Εβραίων, των κομμουνιστών κ.λπ..

Ο Φρόιντ μιλά για την προσπάθεια να προβάλουμε έξω από τον εαυτό μας αυτό που θεωρούμε μέσα μας επικίνδυνο και δυσάρεστο και να κατασκευάσουμε έναν ανησυχητικό «δαιμονικό σωσία». Ετσι, ο «άλλος» καταλήγει να είναι το (δικό μου) ασυνείδητο: ένας ξένος μέσα μου.

May 172015
Pablo Picasso – Child playing with a toy truck

Pablo Picasso – Child playing with a toy truck

Πηγή: Ενθέματα

Τρεις ζωές χάθηκαν…

του Γιώργου Νικολαΐδη

Δεν νομίζω πως υπήρξε άνθρωπος σ’ αυτή τη χώρα που να μη συγκλονίστηκε από τον φρικτό θάνατο της μικρής Άννυς. Η υπόθεση έχει τρεις διακριτές διαστάσεις. Η πρώτη είναι η ανθρώπινη και αφορά τις ψυχολογικές διαδρομές των πρωταγωνιστών του δράματος: Είχαν ενεργή ψυχοπαθολογία και τι είδους; Πώς οδηγήθηκαν στις μοιραίες αποφάσεις; Έπαιξε ρόλο η εξάρτηση από ουσίες ή η επήρειά τους τις κρίσιμες ώρες; Ποια η ατομική τους διαδρομή, ποια η προοδευτική ψυχοκοινωνική τους έκπτωση που οδήγησε σε αυτή την κατάληξη; Ερωτήματα τα οποία μπορούν να απαντηθούν μόνον ύστερα από καιρό και -ίσως μόνο εν μέρει- από τους επαγγελματίες της ψυχικής υγείας και της δικαιοσύνης, που θα εμπλακούν. Τα υπόλοιπα, που λέγονται με ευκολία από γνωστούς τηλεψυχίατρους, τηλεψυχολόγους, πανελίστες εγκληματολόγους και νομικούς είναι εντελώς εκ του περισσού: ούτε διάγνωση ούτε πραγματογνωμοσύνη ούτε δικαστική απόφαση εκδίδεται με μια ματιά ή εξ αποστάσεως. Η κωμικοτραγική ιστορία της αυτόκλητης ψυχίατρου-μαϊμού τα λέει όλα επ’ αυτού.

Κι αυτό μας πάει στη δεύτερη διάσταση, την επικοινωνιακή, που αφορά τη διαχείριση του συμβάντος. Αυτή η διάσταση είναι πιο σημαντική όσο περισσότερο μια κοινωνία προχωράει στον δρόμο της «κοινωνίας του θεάματος». Οι δημοσιογράφοι ζητούν «να χυθεί άπλετο φώς», οι επαγγελματίες της κλειδαρότρυπας κοινοποιούν φρικιαστικές λεπτομέρειες του ειδεχθούς φονικού, οι νοσταλγοί της θανατικής ποινής βρίσκουν ξανά ευκαιρία να προπαγανδίσουν λυσσαλέα τη δολοφονία ανθρώπων από το κράτος, οι ανθρωπιστές αναμασούν κοινοτοπίες περί της κοινωνίας που διαφθείρει τους αρχικά καλούς καγαθούς ανθρώπους, οι φιλάνθρωποι σπεύδουν να δηλώσουν παρόντες στο εγχείρημα της προστασίας των παιδιών. Όλοι αυτοί δεν αποτελούν πλέον ένα χωριστό φαινόμενο από το αρχικό (το στυγερό έγκλημα), αλλά μάλλον την ουσία του για τον δημόσιο διάλογο. Με αφορμή μια ανθρώπινη τραγωδία, προωθεί ο καθένας την προαποφασισμένη ατζέντα του, αδιαφορώντας αν αυτό περνάει μέσα από την επίταση ενός γενικευμένου πανικού στην κοινωνία, είτε ηθικού («πού οδηγούμαστε;») είτε πραγματικού («πώς θα προστατέψουμε τα παιδιά μας;»).

Με μια πιο ψύχραιμη αντιμετώπιση όλα τα παραπάνω φαίνονται εντελώς άστοχα. Είναι άλλωστε πλέον δεδομένο (βλ. και τις περιπτώσεις του μικρού Άλεξ και του Β. Γιακουμάκη) πως η υπερβολική δημοσιότητα και η εμπλοκή άσχετων δεν βοηθούν καθόλου στη διερεύνηση τέτοιων υποθέσεων, ούτε από ψυχοκοινωνική πλευρά ούτε από ανακριτική, αλλά μάλλον τη δυσχεραίνουν. Ο δημόσιος λόγος είναι επίσης ενδεικτικός. Οι χαρακτηρισμοί «τέρας» δώσανε και πήρανε, εξυπηρετώντας βασικά τον καθησυχασμό των νοικοκυραίων πως «αυτοί» σε καμία περίπτωση δεν θα έφταναν ως εκεί. Οι ιστορίες των μεγάλων πολέμων του 20ού αιώνα, οι γενοκτονίες και πλείστα άλλα, ωστόσο, έχουν αποδείξει πως ο καθένας μας έχει μέσα του σε κάποιο βαθμό τη δυνατότητα να μεταστραφεί σε σαδιστική, καταστρεπτική μηχανή. Γι αυτό οι κοινωνίες οφείλουν να διαθέτουν νόμους, θεσμούς και ιδεολογίες συνύπαρξης, διαλόγου, ανοχής και σεβασμού της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας.

Γι’ αυτό, άλλωστε, η θανατική καταδίκη καταργήθηκε στις ευρωπαϊκές χώρες. Γιατί η δημοκρατία δεν παίρνει κάτι που δεν μπορεί να δώσει πίσω. Στις ΗΠΑ, σε αρκετές αναδρομικές έρευνες, βρέθηκε πως εκτελεσμένοι θανατοποινίτες είχαν πέσει θύματα δικαστικής πλάνης, αλλά πλέον ήταν πολύ αργά… Μερικοί μάλιστα, ιδιαίτερα έγχρωμοι, είχαν κατηγορηθεί για ιδιαζόντως ειδεχθή εγκλήματα ενάντια σε μικρά παιδιά. Η επιλεκτική στοχοποίηση ατόμων που ανήκουν σε μειονότητες και η συνειρμική επικύρωση ρατσιστικών στερεοτύπων («μόνο αυτοί οι μαύροι/μετανάστες/χρήστες/γύφτοι κ.ο.κ. τα κάνουν αυτά στα παιδιά τους») δεν απουσίασε και στην περίσταση που συζητάμε. Ο δράστης αναφερόταν ως «27χρονος Βούλγαρος» ή «27χρονος χρήστης». Βέβαια, ξεχάστηκε ότι θανάτους και κακοποιήσεις παιδιών από τους γονείς έχουμε δυστυχώς κάθε χρόνο στη χώρα μας, με δράστες όλων των φυλών και των κοινωνικοοικονομικών στρωμάτων.

Μιλώντας για τις ευθύνες μιας συντεταγμένης δημοκρατικής πολιτείας φτάνουμε στην τρίτη διάσταση, την κοινωνική. Τι θα μπορούσε να είχε κάνει μια αλληλέγγυα πολιτεία ώστε να μην είχε συμβεί ένα τέτοιο δράμα; Πώς μπορεί να προστατευτεί από παρόμοιες ενδοοικογενειακές τραγωδίες; Ετούτη η πολύ σημαντική διάσταση λίγο απασχόλησε τον δημόσιο λόγο. Παρόλο που στη χώρα μας ούτε συγκροτημένο σύστημα κοινωνικών υπηρεσιών υπάρχει ούτε εξειδικευμένες υπηρεσίες παιδικής προστασίας για όλο τον πληθυσμό.

Σε πρόσφατη έρευνά μας, στο Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού, σε μεγάλο αντιπροσωπευτικό δείγμα παιδιών 11, 13 και 16 χρόνων, ενώ τα παιδιά σε ανώνυμο ερωτηματολόγιο ανέφεραν πως είχαν μία τουλάχιστον εμπειρία έκθεσης σε σωματική βία σε ποσοστό 47% (πάνω από 5% αφορούσε πολλαπλές εμπειρίες σωματικής κακοποίησης) το σύνολο των αρμόδιων φορέων, κυβερνητικών και μη, είχαν γνώση αναφορών για μόνο 0,18% των παιδιών της ίδιας ηλικίας. Σχετικά με τις σοβαρές περιπτώσεις σεξουαλικής βίας, τα μεν παιδιά ανέφεραν τέτοιο ιστορικό σε ποσοστό 4,5%, ενώ οι φορείς γνώριζαν μόνο το 0,07%.

Φυσικά, το πρόβλημα της ενδοοικογενειακής βίας κατά των παιδιών και της γονεϊκής επάρκειας δεν επιλύεται με την απομάκρυνση του παιδιού από τους γονείς τους, με την πρώτη υπόνοια, αφού μιλάμε για πάνω από 4.000 περιστατικά κακοποίησης ή παραμέλησης παιδιών στην Ελλάδα ετησίως, ενώ η τοποθέτηση των παιδιών σε ιδρυματικά πλαίσια φιλοξενίας εγκυμονεί συχνά την περαιτέρω θυματοποίησή τους.

Δυστυχώς στην Ελλάδα δεν λειτουργούν συγκροτημένα προγράμματα πρώιμου εντοπισμού των οικογενειών με παιδιά που αντιμετωπίζουν προβλήματα βίας ή παραμέλησης. Κατά τραγική σύμπτωση, την περίοδο αυτή επιχειρούμε ως Ινστιτούτο, σε συνεργασία με το Υπουργείο Υγείας, την πιλοτική εφαρμογή ενός προγράμματος πρώιμης ανίχνευσης προβληματικών σχέσεων φροντίδας βρεφών και νηπίων στο 10% των Μονάδων Πρωτοβάθμιας Περίθαλψης της χώρας, με τη φιλόδοξη ελπίδα κάτι τέτοιο να γενικευτεί.

Σε άλλες πάντως χώρες του υπαρκτού καπιταλισμού, εδώ και δεκαετίες, αναγνωρίζουν την αξία που έχει η ζωή και η ευεξία ενός παιδιού, επομένως οι οικογένειες ήδη από τη γέννηση δέχονται την επίσκεψη, συνδρομή αλλά και εποπτεία των κοινωνικών υπηρεσιών. Ιδιαίτερα σε οικογένειες που ζουν σε συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμού ή περιθωρίου ή με επιρρέπεια σε εγκληματικότητα, σε οικογένειες με προβλήματα χρήσης ουσιών, αλκοόλ ή ενεργού ψυχοπαθολογίας, οι επισκέψεις συνεχίζονται στο σπίτι μετά την έξοδο από το μαιευτήριο, για όσο χρειαστεί προκειμένου να διασφαλιστεί πως είναι δυνατή η ανατροφή του νεογέννητου παιδιού ή αλλιώς να ληφθούν μέτρα προστασίας του. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι με την πλαισίωση αυτή, την υποστήριξη αλλά και την εποπτεία μιας συντεταγμένης πολιτείας, και τα παιδιά προστατεύονται και αρκετοί γονείς κινητοποιούνται, οριοθετούνται και, αντί της αυτοκαταστροφικής τους διαδρομής, μπορούν να οικοδομήσουν καινούργια ζωή. Γιατί η πλειοψηφία των γονέων αυτών –ίσως και οι γονείς της άτυχης Άννυς– δεν έχουν εξαρχής την πρόθεση να οδηγηθούν σε μια τραγική έκβαση, αλλά χάνονται βήμα-βήμα σε μια διαδρομή όπου ουδείς βρίσκεται να τους κρατήσει.

Φυσικά, ατομικές διαφοροποιήσεις πάντα υπάρχουν. Kάποιοι ανταποκρίνονται περισσότερο, κάποιοι ίσως καθόλου. Ωστόσο, από τη σκοπιά μιας συντεταγμένης κοινωνίας της αλληλεγγύης το ερώτημα είναι αν είναι διαθέσιμη κάθε δυνατότητα φροντίδας (ή και επιτήρησης) που θα έκανε, έστω και κάποιους, να αλλάξουν ρότα και να σωθούν ζωές βιολογικά και ψυχικά. Γιατί, κακά τα ψέματα, στο συγκεκριμένο συμβάν χάθηκαν τρεις ζωές. Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε νομική έκβαση ή καταλογισμό ευθυνών, ποιος φαντάζεται πως οι γονείς αυτοί μπορούν να ζήσουν μια ζωή πια;

Ετούτο καθόλου δεν σημαίνει οποιαδήποτε επιείκεια ή συμψηφισμό των ευθυνών ούτε συνιστά ελαφρυντικό: η εξίσωση των κοινωνικών ευθυνών με την ατομική ατιμωρησία αποτελεί αυθαίρετο λογικό άλμα. Ωστόσο, το κοινωνικό σύνολο απέτυχε να αποτρέψει κάποια μέλη του να ακολουθήσουν διαδρομές καταστροφής, και δικής τους και άλλων, κάποιους ίσως απέτυχε να τους προστατέψει από τον ίδιο τους τον εαυτό. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μάλιστα, η κοινωνία πιθανότατα ούτε καν προσπάθησε να τους αποτρέψει. Ενδεχομένως δεν γνώριζε καν την ύπαρξή τους και τη δυνητική επικινδυνότητα της κατάστασής τους.

Αντί λοιπόν να ζητάμε κρεμάλες, είναι προτιμότερο να σκεφτούμε πως πρέπει και στη χώρα μας να συγκροτηθεί ένα σύστημα κοινωνικών υπηρεσιών που θα αποτρέπει περιστατικά λιγότερο ή περισσότερο τραγικά στο μέλλον. Αλλιώς, αργά ή γρήγορα θα ζούμε εθισμένοι σε αυτά.

Ο Γιώργος Νικολαΐδης είναι ψυχίατρος, διευθυντής της Διεύθυνσης Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού.

Feb 172015


(η αφίσα κυκλοφόρησε το 2003 κατά την Ευρωπαϊκή Σύνοδο της Θεσσαλονίκης)

Ένα άρθρο του κλινικού ψυχολόγου Bruce E. Levine που δημοσιεύτηκε στο alternet.org το 2012. Η μετάφραση είναι από το blog της ομάδας Δια-Τάραξη (αυτόνομη ομάδα του Δικτύου Κριτικής Ψυχολογίας)

Πηγή: Δια-Τάραξη

Πώς ο αντι-εξουσιασμός θεωρείται πρόβλημα ψυχικής υγείας

του Bruce E. Levine

Θα χορηγούσαμε φάρμακα στον Einstein; Πώς ο αντι-εξουσιασμός θεωρείται πρόβλημα ψυχικής υγείας. Πουλάμε όλο και περισσότερο φάρμακα που ουσιαστικά «θεραπεύουν» τους αντι-εξουσιαστές.

Στην καριέρα μου ως ψυχολόγος έχω μιλήσει με εκατοντάδες ανθρώπους, οι οποίοι προηγουμένως είχαν διαγνωστεί από άλλους επαγγελματίες με Εναντιωματική Προκλητική Διαταραχή Συμπεριφοράς, Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερ-κινητικότητας, Διαταραχή Άγχους και άλλες ψυχιατρικές διαταραχές, και μου έκαναν εντύπωση δύο πράγματα: το πόσοι από όσους έχουν διαγνωστεί είναι στην ουσία αντιεξουσιαστές και πόσο δεν είναι αυτοί οι ειδικοί που έχουν κάνει την διάγνωση.

Οι αντι-εξουσιαστές αμφισβητούν το αν μία αρχή είναι θεμιτή, πριν την πάρουν στα σοβαρά. Η εκτίμηση της νομιμότητας των αρχών περιλαμβάνει την εκτίμηση για το αν οι αρχές γνωρίζουν ή όχι στην πραγματικότητα αυτό, για το οποίο μιλούν, για το αν είναι ή όχι ειλικρινείς και αν ενδιαφέρονται για τους ανθρώπους που σέβονται την εξουσία τους. Και όταν οι αντι-εξουσιαστές εκτιμούν ότι μία εξουσία είναι παράνομη, αμφισβητούν και αντιστέκονται σε αυτήν την αρχή,  άλλοτε  επιθετικά και άλλοτε παθητικά-επιθετικά, μερικές φορές με σύνεση και μερικές όχι.

Μερικοί ακτιβιστές παραπονιούνται για το πόσο λίγοι αντι-εξουσιαστές υπάρχουν πλέον στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ένας λόγος θα μπορούσε να είναι ότι πολλοί φυσικοί αντι- εξουσιαστές τώρα πια παθολογικοποιούνται και τους χορηγείται αγωγή προτού αποκτήσουν πολιτική συνείδηση για τις πιο καταπιεστικές αρχές της κοινωνίας.

Γιατί οι Ειδικοί Ψυχικής Υγείας διαγιγνώσκουν τους Αντι-Εξουσιαστές με Ψυχική ασθένεια;

Το να αποκτήσει πρόσβαση σε Σχολή Μεταπτυχιακών ή στην ιατρική σχολή κάποιος και η κατάκτηση ενός διδακτορικού ή μεταπτυχιακού καθώς και το να γίνει ψυχολόγος ή ψυχίατρος σημαίνει ότι περνά μέσα από πολλά εμπόδια, τα οποία απαιτούν αρκετή συμπεριφοριστική και προσηλωμένη συμμόρφωση με τις αρχές, ακόμα και με αυτές, τις οποίες κάποιος δεν αποδέχεται. Η επιλογή και η κοινωνικοποίηση των ειδικών ψυχικής υγείας τείνουν να εξοντώνουν πολλούς αντι-εξουσιαστές. Τα πτυχία και τα διαπιστευτήρια αποτελούν κυρίως διακριτικές ενδείξεις της συμμόρφωσης. Εκείνοι που έχουν αποκτήσει εκτεταμένη εκπαίδευση έχουν ζήσει για πολλά χρόνια σε έναν κόσμο όπου συστηματικά συμβιβάζονται με τις απαιτήσεις των αρχών. Ως εκ τούτου για πολλούς κατόχους μεταπτυχιακού και διδακτορικού τίτλου, άνθρωποι διαφορετικοί από αυτούς που απορρίπτουν αυτή την προσήλωση και την συμπεριφοριστική συμμόρφωση, φαντάζουν σαν να είναι από άλλο κόσμο, έναν κόσμο παθογένειας. Έχω διαπιστώσει ότι οι περισσότεροι ψυχολόγοι, οι ψυχίατροι και άλλοι ειδικοί ψυχικής υγείας δεν είναι μόνο εξαιρετικά συμβιβασμένοι με τις αρχές αλλά και αγνοούν το βαθμό της υπακοής τους. Και μου έχει γίνει επίσης σαφές, ότι η αντι-εξουσιαστικότητα των ασθενών τους, δημιουργεί τεράστιο άγχος σε αυτούς τους ειδικούς και το άγχος τους, τους οδηγεί σε διαγνώσεις και θεραπείες.

Κατά τη διάρκεια του μεταπτυχιακού μου ανακάλυψα, ότι, το μόνο που χρειάστηκε για να με χαρακτηρίσουν ως «έχων προβλήματα με την εξουσία», ήταν το να μη γλύφω τον διευθυντή της κλινικής πρακτικής, του οποίου η προσωπικότητα ήταν ένας συνδυασμός Donald Trump, Newt Gingrich και Howard Cosell. Όταν μου είπαν κάποιοι διδάσκοντες ότι είχα κάποια θέματα με την εξουσία, μου δημιουργήθηκαν ανάμεικτα συναισθήματα για το ότι με χαρακτήρισαν έτσι. Από την μία πλευρά το βρήκα διασκεδαστικό επειδή έχοντας μεγαλώσει με παιδιά της εργατικής τάξης, κατά κάποιο τρόπο θεωρούνταν ότι έχω συμβιβαστεί με τις αρχές, αφού σε τελική ανάλυση έκανα τις εργασίες μου, διάβαζα και έπαιρνα καλούς βαθμούς. Ωστόσο, ενώ ο νέος μου χαρακτηρισμός ως «έχων προβλήματα με την εξουσία» με έκανε να χαμογελώ, επειδή τώρα θεωρούμουν το κακό αγόρι, με έκανε και να ανησυχώ σχετικά με τη φύση του επαγγέλματος που είχα επιλέξει. Συγκεκριμένα, εάν κάποιος σαν εμένα στιγματιζόταν ως «έχων θέματα με την εξουσία», πώς θα χαρακτήριζαν τα παιδιά, με τα οποία μεγάλωσα και που εστίαζαν την προσοχή και το ενδιαφέρον τους σε πολλά πράγματα εκτός από το σχολείο. Η απάντηση μου έγινε σύντομα σαφής.

Διαγνώσεις Ψυχικής Ασθένειας για τους αντι-εξουσιαστές

Ένα άρθρο του 2009 στους Psychiatric Times με τίτλο «ΔΕΠΥ και Αντιδραστική Διαταραχή Συμπεριφοράς: Αντιμετωπίζοντας τις προκλήσεις στην Διασπαστική Συμπεριφορά» αναφέρει ότι οι διασπαστικές διαταραχές, που περιλαμβάνουν την Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερ-κινητικότητας (ΔΕΠΥ) και την Αντιδραστική Διαταραχή Συμπεριφοράς (ΑΔΣ), αποτελούν τα πιο κοινά προβλήματα ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων. Η ΔΕΠΥ χαρακτηρίζεται από έλλειψη προσοχής και διάσπαση προσοχής, ασθενή αυτό-έλεγχο, παρορμητικότητα και υπερ-κινητικότητα. Η ΑΔΣ ορίζεται ως «ένα μοτίβο αρνητικής, εχθρικής και αντιδραστικής συμπεριφοράς χωρίς τις πιο σοβαρές παραβάσεις των δικαιωμάτων των άλλων που παρατηρούνται στην διαταραχή συμπεριφοράς», ενώ τα συμπτώματα της ΑΔΣ περιλαμβάνουν «συχνή αντίσταση ή άρνηση στον συμβιβασμό με τα αιτήματα των ενηλίκων ή τους κανόνες» και «συχνές εντάσεις με τους ενήλικες».

Ο Ψυχολόγος Russell Barkley, μία από τις επικρατέστερες αυθεντίες ψυχικής υγείας στη ΔΕΠΥ, υποστηρίζει ότι όσοι διαγιγνώσκονται με ΔΕΠΥ έχουν ελλείμματα σε ό,τι ο ίδιος αποκαλεί «κανονιστική συμπεριφορά», καθώς είναι λιγότερο αποκριτικοί σε κανόνες των καθιερωμένων αρχών και λιγότερο ευαίσθητοι σε θετικές ή αρνητικές συνέπειες των πράξεων τους. Η ΑΔΣστους νέους, σύμφωνα με τις επικρατούσες αρχές της ψυχικής υγείας, χαρακτηρίζεται επίσης από αυτά τα λεγόμενα ελλείμματα στην «κανονιστική συμπεριφορά» και για αυτό είναι εξαιρετικά συχνή η διπλή διάγνωση για ΔΕΠΥ και ΑΔΣ στους νέους.

Θέλουμε πράγματι να διαγνώσουμε και να θεραπεύσουμε όλους όσους έχουν ελλείμματα στην «κανονιστική συμπεριφορά»;

Ο Albert Einstein , στη νεανική του ηλικία, θα είχε πιθανότατα διαγνωστεί με ΔΕΠΥ και ίσως και με ΑΔΣ. Ο Albert δεν πρόσεχε τους δασκάλους του, απέτυχε δύο φορές στις εισαγωγικές εξετάσεις του κολλεγίου του και αντιμετώπιζε δυσκολία στο να παραμένει σε μία δουλειά. Ωστόσο, ο βιογράφος του Einstein ο Ronald Clark (Einstein: The Life and Times) υποστηρίζει ότι τα προβλήματα του Einstein δεν προέρχονταν από ελλείμματα προσοχής αλλά μάλλον από το μίσος του για την αυταρχική πρωσική πειθαρχία των σχολείων του. Ο Einstein είχε πει: «Οι δάσκαλοι στο δημοτικό σχολείο μου φαίνονταν σαν λοχίες και στο Γυμνάσιο οι δάσκαλοι ήταν σαν υπασπιστές.» Στην ηλικία των 13, ο Einstein διάβασε την δύσκολη «Κριτική του Καθαρού λόγου» του Καντ, επειδή τον ενδιέφερε. Ο Clark μας λέει επίσης, ότι ο Einstein αρνήθηκε να προετοιμαστεί για τις εισαγωγικές εξετάσεις του κολλεγίου του, λόγω αντίδρασης στον «αφόρητο» δρόμο του πατέρα του προς ένα πρακτικό επάγγελμα. Αφότου μπήκε στο κολέγιο, ένας καθηγητής είπε στον Einstein: «Έχεις ένα μειονέκτημα, κανείς δεν μπορεί να σου πει τίποτα». Τα κύρια χαρακτηριστικά του Einstein που ανησυχούσαν τις αρχές τόσο πολύ ήταν ακριβώς εκείνα που του επέτρεπαν να υπερέχει.

Σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα, ο Saul Alinsky, ο θρυλικός ιδρυτής και συγγραφέας του Reveille for Radicals and Rules for Radicals, θα είχε διαγνωστεί σίγουρα με μία ή περισσότερες Διαταραχές Διασπαστικής Συμπεριφοράς. Ανακαλώντας την παιδική του ηλικία, ο Alinsky είπε: «Ποτέ δεν σκέφτηκα να περπατήσω στο γρασίδι, μέχρι που είδα μία ταμπέλα να λέει ‘Μην πατάτε το γρασίδι’. Τότε θέλησα να το ποδοπατήσω». Ο Alinsky ανακαλεί επίσης μία φορά, όταν ήταν 10 ή 11 ετών και ο ραβίνος του τον δίδασκε στα Εβραϊκά: «Μία μέρα διάβασα τρεις σελίδες στη σειρά χωρίς λάθη στην προφορά, και ξαφνικά μία δεκάρα έπεσε πάνω στην Αγία Γραφή… Την επόμενη μέρα ο ραβίνος εμφανίστηκε και μου είπε να ξεκινήσω την ανάγνωση. Και δεν θα το έκανα: Απλώς στάθηκα εκεί σιωπηλός, αρνούμενος να διαβάσω. Με ρώτησε γιατί ήμουν τόσο ήσυχος και είπα ‘Αυτή τη φορά ή μία νικέλιο (είδος νομίσματος) ή τίποτα.’ Τράβηξε πίσω το χέρι του και με ένα χτύπημα με πέταξε στην άλλη άκρη του δωματίου.»

Πολλοί άνθρωποι με σοβαρό άγχος ή/και κατάθλιψη είναι επίσης αντι-εξουσιαστές. Συχνά ένα σημαντικό πρόβλημα στη ζωή τους, που τροφοδοτεί το άγχος τους ή/και την κατάθλιψη τους, είναι ο φόβος τους ότι η περιφρόνηση για τις αθέμιτες αρχές θα τους οδηγήσει σε οικονομική και κοινωνική περιθωριοποίηση, φοβούνται, όμως, ότι η συμμόρφωση με τέτοιες αθέμιτες αρχές θα τους προκαλέσει υπαρξιακό θάνατο.

Έχω περάσει αρκετό χρόνο με ανθρώπους που είχαν κάποια στιγμή στη ζωή τους σκέψεις και συμπεριφορές τόσο παράξενες, που ήταν εξαιρετικά τρομακτικές για τις οικογένειές τους και ακόμη και για τους ίδιους: είχαν διαγνωστεί με σχιζοφρένεια και άλλες ψυχώσεις, αλλά έχουν ανακάμψει πλήρως και εδώ και πολλά χρόνια ζουν μία παραγωγική ζωή. Σε αυτόν τον πληθυσμό δεν έχω συναντήσει ούτε ένα άτομο, το οποίο δεν θα θεωρούνταν κύριος αντι-εξουσιαστής. Αφού ανέκαμψαν, είχαν μάθει να διοχετεύουν την αντι-εξουσιαστικότητα τους σε πιο εποικοδομητικές πολιτικές σκοπιμότητες, συμπεριλαμβανομένης της μεταρρύθμισης της θεραπείας της ψυχικής υγείας.

Πολλοί αντι-εξουσιαστές που νωρίτερα στη ζωή τους είχαν διαγνωστεί με ψυχική ασθένεια μου εξηγούν  ότι από τη στιγμή που χαρακτηρίστηκαν με μία ψυχιατρική διάγνωση βρέθηκαν σε δίλημμα. Οι εξουσιαστές, εξ ορισμού, απαιτούν τυφλή υπακοή, και έτσι κάθε αντίσταση στη διάγνωση και τη θεραπεία τους δημιουργούσε τεράστιο άγχος στους αυταρχικούς επαγγελματίες υγείας. Και οι επαγγελματίες, βρισκόμενοι εκτός ελέγχου, τους χαρακτήρισαν ως «μη συμμορφούμενους με τη θεραπεία»” αύξησαν τη σοβαρότητα της διάγνωσής τους, και αύξησαν τα φάρμακά τους. Αυτό εξόργιζε τους αντι-εξουσιαστές, μερικές φορές τόσο πολύ που αντιδρούσαν με τρόπους που τους έκανε να φαίνονται ακόμα πιο τρομακτικοί στις οικογένειές τους.

Υπάρχουν αντι-εξουσιαστές που χρησιμοποιούν ψυχιατρικά φάρμακα για να τους βοηθήσουν λειτουργικά, όμως συχνά απορρίπτουν εξηγήσεις ψυχιατρικών αρχών για τις αιτίες που προκαλούν τις δυσλειτουργίες. Έτσι, για παράδειγμα, μπορεί να λαμβάνουν Adderall (μία αμφεταμίνη που χορηγείται για ΔΕΠΥ), αλλά ξέρουν ότι η ελλειμματική τους προσοχή δεν είναι αποτέλεσμα βιοχημικής εγκεφαλικής ανισορροπίας αλλά μάλλον οφείλεται σε μια βαρετή δουλειά. Παρομοίως, πολλοί αντι-εξουσιαστές σε εξαιρετικά αγχώδη περιβάλλοντα θα λάβουν κατά καιρούς συνταγογραφημένες βενζοδιαζεπίνες, όπως οι Xanax, ακόμη κι αν πιστεύουν ότι θα ήταν ασφαλέστερο να χρησιμοποιούν περιστασιακά μαριχουάνα, αλλά δεν μπορούν, λόγω των εξετάσεων αίματος για ουσίες στη δουλειά τους.

Σύμφωνα με την εμπειρία μου, πολλοί αντι-εξουσιαστές που χαρακτηρίζονται με ψυχιατρικές διαγνώσεις συνήθως δεν απορρίπτουν όλες τις αρχές, αλλά μόνο αυτές που θεωρούν αθέμιτες, και οι οποίες απλώς τυχαίνει να αποτελούν μεγάλο μέρος των αρχών της κοινωνίας.

Διατηρώντας το Κοινωνικό Status Quo

Οι Αμερικανοί κοινωνικοποιούνται ολοένα και περισσότερο για να εξισώσουν την απροσεξία, τον θυμό, το άγχος, και την μόνιμη απελπισία με μια ιατρική κατάσταση, και να αναζητήσουν ιατρική θεραπεία αντί για πολιτικά μέσα. Τι καλύτερος τρόπος για να διατηρηθεί το status quo, το να θεωρηθούν η απροσεξία, ο θυμός, το άγχος, η κατάθλιψη ως βιοχημικά προβλήματα ατόμων που είναι ψυχικά ασθενή, αντί για φυσιολογικές αντιδράσεις σε μία ολοένα και πιο αυταρχική κοινωνία;

Η πραγματικότητα είναι ότι η κατάθλιψη σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με κοινωνικές και οικονομικές δυσκολίες. Είναι πολύ πιο πιθανό να είναι κάποιος καταθλιπτικός, αν είναι άνεργος, υπο-απασχολούμενος, στη δημόσια πρόνοια, ή χρεωμένος (δες εδώ περισσότερα στοιχεία). Και τα παιδιά με ΔΕΠΥ δίνουν προσοχή όταν πληρώνονται, ή όταν μια δραστηριότητα είναι καινοτόμος, τους ενδιαφέρει, ή επιλέγεται από αυτούς (τεκμηριώνεται στο βιβλίο μου Commonsense Rebellion).

Στον σκοταδισμό, οι αυταρχικές μοναρχίες συνεργάζονταν με αυταρχικούς θρησκευτικούς θεσμούς. Όταν ο κόσμος βγήκε από αυτή την σκοτεινή εποχή και εισήχθη στον Διαφωτισμό, υπήρξε μια έκρηξη ενέργειας. Μεγάλο μέρος αυτής της αναζωογόνησης είχε να κάνει με το να τολμήσει κάποιος το σκεπτικισμό για τους αυταρχικούς και διεφθαρμένους θεσμούς και να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στο μυαλό κάποιου. Τώρα βιώνουμε έναν άλλο σκοταδισμό, όπου μόνο τα θεσμικά όργανα έχουν αλλάξει. Οι Αμερικανοί χρειάζονται απεγνωσμένα αντι-εξουσιαστές να αμφισβητήσουν, να προκαλέσουν, και να αντισταθούν στις νέες παράνομες αρχές και να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη στη δική τους κοινή λογική.

Σε κάθε γενιά θα υπάρχουν εξουσιαστές και αντι-εξουσιαστές. Ενώ είναι ασυνήθιστο στην ιστορία της Αμερικής οι αντι-εξουσιαστές να λάβουν ένα είδος αποτελεσματικής δράσης που να εμπνέει τους άλλους να επαναστατήσουν με επιτυχία, μία φορά στο τόσο ένας Tom Paine, Crazy Horse ή Malcolm X εμφανίζονται. Έτσι, οι εξουσιαστές περιθωριοποιούν οικονομικά όσους αντιδρούν στο σύστημα, ποινικοποιούν τον αντι-εξουσιασμό, ψυχοπαθολογικοποιούν τους αντι-εξουσιαστές, και πουλούν φάρμακα για την «θεραπεία» τους.

Μετάφραση: Μαρία Πολυκρέτη

Επιμέλεια Μετάφρασης: Αντωνία Κουνενάκη και Ομάδα Δια-Τάραξη

Oct 272014


Πηγή: The Guardian

You’re powered by quantum mechanics. No, really…
For years biologists have been wary of applying the strange world of quantum mechanics, where particles can be in two places at once or connected over huge distances, to their own field. But it can help to explain some amazing natural phenomena we take for granted.

Every year, around about this time, thousands of European robins escape the oncoming harsh Scandinavian winter and head south to the warmer Mediterranean coasts. How they find their way unerringly on this 2,000-mile journey is one of the true wonders of the natural world. For unlike many other species of migratory birds, marine animals and even insects, they do not rely on landmarks, ocean currents, the position of the sun or a built-in star map. Instead, they are among a select group of animals that use a remarkable navigation sense – remarkable for two reasons. The first is that they are able to detect tiny variations in the direction of the Earth’s magnetic field – astonishing in itself, given that this magnetic field is 100 times weaker than even that of a measly fridge magnet. The second is that robins seem to be able to “see” the Earth’s magnetic field via a process that even Albert Einstein referred to as “spooky”. The birds’ in-built compass appears to make use of one of the strangest features of quantum mechanics.

Over the past few years, the European robin, and its quantum “sixth sense”, has emerged as the pin-up for a new field of research, one that brings together the wonderfully complex and messy living world and the counterintuitive, ethereal but strangely orderly world of atoms and elementary particles in a collision of disciplines that is as astonishing and unexpected as it is exciting. Welcome to the new science of quantum biology.

Most people have probably heard of quantum mechanics, even if they don’t really know what it is about. Certainly, the idea that it is a baffling and difficult scientific theory understood by just a tiny minority of smart physicists and chemists has become part of popular culture. Quantum mechanics describes a reality on the tiniest scales that is, famously, very weird indeed; a world in which particles can exist in two or more places at once, spread themselves out like ghostly waves, tunnel through impenetrable barriers and even possess instantaneous connections that stretch across vast distances.

But despite this bizarre description of the basic building blocks of the universe, quantum mechanics has been part of all our lives for a century. Its mathematical formulation was completed in the mid-1920s and has given us a remarkably complete account of the world of atoms and their even smaller constituents, the fundamental particles that make up our physical reality. For example, the ability of quantum mechanics to describe the way that electrons arrange themselves within atoms underpins the whole of chemistry, material science and electronics; and is at the very heart of most of the technological advances of the past half-century. Without the success of the equations of quantum mechanics in describing how electrons move through materials such as semiconductors we would not have developed the silicon transistor and, later, the microchip and the modern computer.

However, if quantum mechanics can so beautifully and accurately describe the behaviour of atoms with all their accompanying weirdness, then why aren’t all the objects we see around us, including us – which are after all only made up of these atoms – also able to be in two place at once, pass through impenetrable barriers or communicate instantaneously across space? One obvious difference is that the quantum rules apply to single particles or systems consisting of just a handful of atoms, whereas much larger objects consist of trillions of atoms bound together in mindboggling variety and complexity. Somehow, in ways we are only now beginning to understand, most of the quantum weirdness washes away ever more quickly the bigger the system is, until we end up with the everyday objects that obey the familiar rules of what physicists call the “classical world”. In fact, when we want to detect the delicate quantum effects in everyday-size objects we have to go to extraordinary lengths to do so – freezing them to within a whisker of absolute zero and performing experiments in near-perfect vacuums.

Quantum effects were certainly not expected to play any role inside the warm, wet and messy world of living cells, so most biologists have thus far ignored quantum mechanics completely, preferring their traditional ball-and-stick models of the molecular structures of life. Meanwhile, physicists have been reluctant to venture into the messy and complex world of the living cell; why should they when they can test their theories far more cleanly in the controlled environment of the lab where they at least feel they have a chance of understanding what is going on?

Yet, 70 years ago, the Austrian Nobel prize-winning physicist and quantum pioneer, Erwin Schrödinger, suggested in his famous book,What is Life?, that, deep down, some aspects of biology must be based on the rules and orderly world of quantum mechanics. His book inspired a generation of scientists, including the discoverers of the double-helix structure of DNA, Francis Crick and James Watson. Schrödinger proposed that there was something unique about life that distinguishes it from the rest of the non-living world. He suggested that, unlike inanimate matter, living organisms can somehow reach down to the quantum domain and utilise its strange properties in order to operate the extraordinary machinery within living cells.

Schrödinger’s argument was based on the paradoxical fact that the laws of classical physics, such as those of Newtonian mechanics and thermodynamics, are ultimately based on disorder. Consider a balloon. It is filled with trillions of molecules of air all moving entirely randomly, bumping into one another and the inside wall of the balloon. Each molecule is governed by orderly quantum laws, but when you add up the random motions of all the molecules and average them out, their individual quantum behaviour washes out and you are left with the gas laws that predict, for example, that the balloon will expand by a precise amount when heated. This is because heat energy makes the air molecules move a little bit faster, so that they bump into the walls of the balloon with a bit more force, pushing the walls outward a little bit further. Schrödinger called this kind of law “order from disorder” to reflect the fact that this apparent macroscopic regularity depends on random motion at the level of individual particles.

But what about life? Schrödinger pointed out that many of life’s properties, such as heredity, depend of molecules made of comparatively few particles – certainly too few to benefit from the order-from-disorder rules of thermodynamics. But life was clearly orderly. Where did this orderliness come from? Schrödinger suggested that life was based on a novel physical principle whereby its macroscopic order is a reflection of quantum-level order, rather than the molecular disorder that characterises the inanimate world. He called this new principle “order from order”. But was he right?

Up until a decade or so ago, most biologists would have said no. But as 21st-century biology probes the dynamics of ever-smaller systems – even individual atoms and molecules inside living cells – the signs of quantum mechanical behaviour in the building blocks of life are becoming increasingly apparent. Recent research indicates that some of life’s most fundamental processes do indeed depend on weirdness welling up from the quantum undercurrent of reality. Here are a few of the most exciting examples.

Enzymes are the workhorses of life. They speed up chemical reactions so that processes that would otherwise take thousands of years proceed in seconds inside living cells. Life would be impossible without them. But how they accelerate chemical reactions by such enormous factors, often more than a trillion-fold, has been an enigma. Experiments over the past few decades, however, have shown that enzymes make use of a remarkable trick called quantum tunnelling to accelerate biochemical reactions. Essentially, the enzyme encourages electrons and protons to vanish from one position in a biomolecule and instantly rematerialise in another, without passing through the gap in between – a kind of quantum teleportation.

And before you throw your hands up in incredulity, it should be stressed that quantum tunnelling is a very familiar process in the subatomic world and is responsible for such processes as radioactive decay of atoms and even the reason the sun shines (by turning hydrogen into helium through the process of nuclear fusion). Enzymes have made every single biomolecule in your cells and every cell of every living creature on the planet, so they are essential ingredients of life. And they dip into the quantum world to help keep us alive.

Another vital process in biology is of course photosynthesis. Indeed, many would argue that it is the most important biochemical reaction on the planet, responsible for turning light, air, water and a few minerals into grass, trees, grain, apples, forests and, ultimately, the rest of us who eat either the plants or the plant-eaters.

The initiating event is the capture of light energy by a chlorophyll molecule and its conversion into chemical energy that is harnessed to fix carbon dioxide and turn it into plant matter. The process whereby this light energy is transported through the cell has long been a puzzle because it can be so efficient – close to 100% and higher than any artificial energy transport process.

The first step in photosynthesis is the capture of a tiny packet of energy from sunlight that then has to hop through a forest of chlorophyll molecules to makes its way to a structure called the reaction centre where its energy is stored. The problem is understanding how the packet of energy appears to so unerringly find the quickest route through the forest. An ingenious experiment, first carried out in 2007 in Berkley, California, probed what was going on by firing short bursts of laser light at photosynthetic complexes. The research revealed that the energy packet was not hopping haphazardly about, but performing a neat quantum trick. Instead of behaving like a localised particle travelling along a single route, it behaves quantum mechanically, like a spread-out wave, and samples all possible routes at once to find the quickest way.

A third example of quantum trickery in biology – the one we introduced in our opening paragraph – is the mechanism by which birds and other animals make use of the Earth’s magnetic field for navigation. Studies of the European robin suggest that it has an internal chemical compass that utilises an astonishing quantum concept called entanglement, which Einstein dismissed as “spooky action at a distance”. This phenomenon describes how two separated particles can remain instantaneously connected via a weird quantum link. The current best guess is that this takes place inside a protein in the bird’s eye, where quantum entanglement makes a pair of electrons highly sensitive to the angle of orientation of the Earth’s magnetic field, allowing the bird to “see” which way it needs to fly.

All these quantum effects have come as a big surprise to most scientists who believed that the quantum laws only applied in the microscopic world. All delicate quantum behaviour was thought to be washed away very quickly in bigger objects, such as living cells, containing the turbulent motion of trillions of randomly moving particles. So how does life manage its quantum trickery? Recent research suggests that rather than avoiding molecular storms, life embraces them, rather like the captain of a ship who harnesses turbulent gusts and squalls to maintain his ship upright and on course.

Just as Schrödinger predicted, life seems to be balanced on the boundary between the sensible everyday world of the large and the weird and wonderful quantum world, a discovery that is opening up an exciting new field of 21st-century science.

Oct 212014


Πηγή: RSA – Action and Research Center

The Age of Awareness

Andreas Fossas

Coaching. Psychotherapy. Meditation. Spirituality. Self-improvement. Self-love. What do these seemingly different social movements have in common? There are over 10 different forms of coaching, each with countless associated techniques and exercises. There are over 500 different forms of psychotherapy, most with similar degrees of efficacy. There are over 20 forms of meditation and paths to the spiritual. Available self-improvement and self-love techniques are too numerous to list here. The supply of these services in the market has skyrocketed, which is a likely indicator that high demand from us, consumers, is also present. But what is driving the high demand for these services? What are we collectively seeking as a society, as individuals? What do we long for or hunger for? I may be able to provide a tentative answer to this question only because the longing is also present in me. And, at this level of depth, you and I are not so different. The answer to the question, I believe, is self-awareness. We long to know ourselves more deeply. But why? Well, there is reason to believe that we are beginning to recognize our deep need for it.

Longing to Actualize

While human beings (or perhaps, human brains) are stupendously complex, our basic needs can be boiled down to a small number. Abraham Maslow’s hierarchy of needs gives a good idea of what these might be. Here’s a 4-sentence introduction to Maslow’s pyramid (shown below): Basic needs are the building blocks of human motivation. Whatever we end up doing with our lives, our motivation for it can be distilled down to these basic needs. Lower needs must be fulfilled before higher needs are (e.g., professional success – part of the need for esteem – will not be on one’s radar if his or her personal security – part of the need for safety – is at severe risk). As we fulfil lower needs, the higher needs become relevant and we begin to long for them. From lower to higher, Maslow’s basic needs:

  1. Physiological needs (e.g., food, sex, warmth)
  2. Safety needs (e.g., order, stability, security)
  3. Belonging needs (e.g., friendship, family)
  4. Esteem needs (e.g., confidence, respect, achievement)
  5. Self-Actualization needs (e.g., creativity, morality, spontaneity, autonomy)
  6. Self-Transcendence needs (this last one may come as a surprise to some, but see here).



Ironically, self-awareness is not on Maslow’s list, but it does seem to be a critical ingredient along the way – particularly in the transition from Esteem to Self-Actualization. And the need for self-actualization seems to have remained “dormant” or viewed as unnecessary at the societal level – until quite recently.

So I have 2 aims with this blog. The first is to suggest that we, adults in Western societies, are beginning to push against the ceiling of Abraham’s pyramid (self-actualization and, less saliently, self-transcendence). And our “pushing” is manifesting in a variety of wacky, unexpected, and seemingly incongruent ways. The second aim is to suggest that these ways are not so incongruent, after all.

The Right Ingredients

There are many flavours of ice cream, but whether you opt for chocolate or strawberry, all flavours work partly in service of our need for hunger. And while there are many forms of enhancing self-awareness (e.g., coaching, meditation, etc.), they are all in service of our need to self-actualize. Even the RSA’s recent call to arms, The Power to Create, seems to be in service of this emerging need for actualization. There is a very strong connection between actualization and self-awareness, as Maslow observed: [Prior to self-actualization, people] “often have not the slightest idea of what they are, of what they want, of what their own opinions are,” [but] self-actualizing individuals have “superior awareness of their own impulses, desires, opinions, and subjective reactions in general[1]”.

existential chicken
In other words, self-actualizing people seem to have explored their inner lives to a remarkable extent. This is not easy, and it has little to do with the external wilderness of politics, social norms, geography, current affairs, Ebola, etc. Self-awareness begins, well… here, right here, within. Indeed, coaches, mindfulness instructors, therapists, self-improvement gurus all direct a person’s attention inwards, to the self, to varying degrees and in a way that has rarely, if ever, been attempted by most of us. Slowly, however, more and more people seem to be noticing a personal longing for self-awareness. If pursuing personal coaching, therapy, or meditation seems like a selfish act to outside observers, it’s probably because it is a selfish act, but not in any conventional sense of the word. It is not about prioritizing one’s pleasures and interests over those of others, as is commonly understood by the term selfish, but rather it is about exploring the multiple sides of the self, both good and bad, light and dark, pleasant and unpleasant. Both forms require an inward turn, but of very different flavours. In sum, bringing a curious and investigative attitude to the self and its functioning seems a necessary step on the road to actualizing it.

While some claim that we are living in an age of loneliness, if perceived via a slightly different lens, loneliness may partly be fueling our inward turn toward the self. It’s true that globalization and the internet have led to the hyper-exposure of different people, cultures, and ideologies. The differences between us, humans, are now amplified like never before in our history. We are stranger to each other than we ever have been. Under these conditions of decreased physical isolation and increased psychological isolation, the longing for integration and connectedness seems like a natural response.

There is little solace to be found for such loneliness in a society that is increasingly diverse, unfamiliar, and virtual. But the sages, both those spiritual and philosophical, hinted that greater self-awareness paradoxically leads to a greater sense of connection. By discovering and connecting with deeper aspects of ourselves, we may find that the connection we seek has been there all along, even now. As the Buddha observed, “Nothing ever exists entirely alone; everything is in relation to everything else.” Self-awareness may be the ticket to recognizing this. There is reason to believe that we, collectively, are beginning to perceive our need to self-actualize.

Reaching Further

So why might all of this be happening now? Why are we collectively seeking these “higher” level needs now, at this point in history? While that topic lies beyond the scope of this brief blog, the simple answer is, well… simple: People may increasingly be recognizing their higher-level needs because we, as a society, are becoming more proficient in fulfilling the lower level needs of the populace: Physiological needs are met via access to food, property, and sex. Safety needs are met via sufficient employment and law enforcement. Belonging needs via pluralism, diversity tolerance, and social networking. Esteem via access to careers, study, professional preparation, etc. In this context, we seem to be doing a pretty good job (though in other contexts we’re clearly not). I am not implying that every individual in society is capable of addressing most of these basic needs even most of the time, sadly, but many individuals are, to varying degrees, able to do so. I am certainly not alone in suggesting that we, collectively, are at least getting something right (not perfect).


While this development sounds very promising to cheerleaders of growth like me, our human need to self-actualize is still far from being “the talk of the town.” It is not yet recognized, acknowledged, nor considered at any considerable degree in the public sphere. Nevertheless, it seems to be inching in that direction.

There is even more to this developmental story however. According to Maslow and a range of wise folk throughout history, the purpose of life is not just to actualize and perfect oneself, but to ultimately transcend oneself and connect deeply with all others. Interestingly, public consciousness is slowly beginning to flicker with signs of what seems like Maslow’s final and highest need – self-transcendence. The many books and texts being published on transcendence and spirituality in the modern age, such as Frederic Laloux’ Reinventing Organizations, neuroscientist Sam Harris’ Waking Up: A Guide to Spirituality without Religion, Einstein’s letter to a desolate father who had lost his son to polio (see image, or click here), and even the RSA’s upcoming spirituality report. Indeed, Jonathan Rowson, director of the RSA’s Social Brain Centre writes, “The spiritual injunction is principally an experiential one, namely to know oneself as fully as possible… recognise oneself as being part of a totality, or at least something bigger than oneself.” All of these voices hint at the human capacity to somehow see past or move beyond the personality and self-concept.

In closing, I’d like to highlight that a juicy, more controversial, but still highly valuable proposition in this blog is that self-actualization may not be an endpoint, but rather a prelude to something else. Framed differently, fulfilling our human potential in its entirety may culminate, naturally and inevitably, in something that may be captured by the term “spiritual” (and I do not mean religion). I am not implying that one needs to be self-actualized before he or she can walk a “spiritual path,” but perhaps it is necessary in order to reach the path’s end. Perhaps this one spiritual teacher nailed it, “You cannot transcend what you do not know. To go beyond yourself, you must know yourself.” The ancient Greeks would likely smile in agreement. And collectively we seem to be doing just that, taking small steps toward knowing ourselves. Bravo, I’d say.

Andres Fossas is a Senior Researcher at the RSA Social Brain Centre. He tweets @afossas0

[1] Maslow, A. H. (1954). Personality and motivation. Harlow, England: Longman1, 987.

May 302014

rewritten_headlines_12Πηγή: tvxs.gr

Εκπαιδευτικό σύστημα και αναγκαιότητα της μη σεξιστικής γλώσσας
Της Δήμητρας Κογκίδου

Γιατί ακούγεται προκλητικό ή υπερβολικό «η κοσμητόρισσα ή βουλεύτρια» και όχι «η μαγείρισσα ή χορεύτρια»; – Λαμβάνει υπόψη του το εκπαιδευτικό μας σύστημα την αναγκαιότητα της μη σεξιστικής γλώσσας;

Η χρήση μη σεξιστικής γλώσσας αποτελεί κομβικό στοιχείο της αντι-(ετερο)σεξιστικής εκπαίδευσης

Η εκπαίδευση, ως θεσμός, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη διαδικασία συγκρότησης των έμφυλων ταυτοτήτων μέσα από συγκεκριμένες εκπαιδευτικές πρακτικές. Ταυτόχρονα μπορεί να αποτελέσει ένα προνομιακό πεδίο προς την κατεύθυνση της άρσης του σεξισμού –σε συνεργασία και με άλλους θεσμούς- προς όφελος των ίδιων των παιδιών και γενικότερα της κοινωνίας. Για την αλλαγή της υπάρχουσας κατάστασης στην εκπαίδευση προκρίνεται ο Λόγος της αντι-(ετερο)σεξιστικής προσέγγισης. Κυρίαρχο στοιχείο αυτής της προσέγγισης είναι η ανάπτυξη των δομών ενός νέου σχολείου που αμφισβητεί τις άνισες σχέσεις εξουσίας των φύλων και ενός αντίστοιχου αναλυτικού προγράμματος. Στο πλαίσιο αυτό, η χρήση μη σεξιστικής γλώσσας αποτελεί κομβικό στοιχείο γιατί, όπως είναι γνωστό, η γλώσσα δεν είναι μόνον μέσον επικοινωνίας, αλλά και φορέας ιδεολογίας καθώς μέσα από τη γλώσσα αποτυπώνεται η ανισότητα της κοινωνικής σχέσης των φύλων.

Η χρήση μη σεξιστικής γλώσσας συνδέεται και με την πολιτική πράξη

Διευκρινίζεται ότι η χρήση μη σεξιστικής γλώσσας στον τομέα της εκπαίδευσης –αλλά και γενικά – δεν είναι από μόνη της ανατρεπτική, παρά μόνον εφόσον ασκηθεί μια συνολικότερη ανατρεπτική πρακτική της έμφυλης τάξης σε όλα τα επίπεδα. Επίσης, το θέμα της χρήσης μη σεξιστικής γλώσσας δεν τίθεται με όρους «πολιτικής ορθότητας» όπως συχνά κατανοείται. Κάθε φορά που αμφισβητούμε όρους και εκφράσεις που εμπεριέχουν διακρίσεις δίνουμε ταυτόχρονα και μια μάχη για όσα αναπαριστά και αναπαράγει στο επίπεδο των κοινωνικών σχέσεων, δίνουμε μια μάχη για το νόημα, καθώς δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με ζητήματα γλώσσας, αλλά και με τη σύνδεσή τους με την πολιτική πράξη.

Όταν ανέλαβα το 2008 την Κοσμητεία της Παιδαγωγικής Σχολής στο ΑΠΘ υπέγραφα ως Κοσμητόρισσα. Είχε προκαλέσει πολλές συζητήσεις, εντός και εκτός ΑΠΘ, η επιλογή μου αυτή, όπως και το να μη με προσφωνούν –όταν απαιτείται– ως «κυρία κοσμήτωρ» ή «η κοσμήτορας» ή ακόμα χειρότερα «ο κοσμήτορας» ή όπως χαριτολογώντας 2-3 φορές «Πυργοδέσποινα». Πολλοί και πολλές μου καταλόγισαν ότι κακοποιώ τη γλώσσα ή ότι δεν ευσταθεί γραμματικά –γεγονός που δεν ισχύει σύμφωνα με ειδικούς. Λιγότεροι/ες υπερασπίστηκαν την επιλογή μου και αρκετοί/ές «συμμορφώθηκαν» λόγω της θέσης μου στην εκπαιδευτική ηγεσία του πανεπιστημίου. Με τον καιρό άρχισε σιγά-σιγά να γίνεται αποδεκτό –όχι από όλους και όλες βέβαια – και να μη ξενίζει τόσο. Χαρακτηριστικό είναι ένα σχετικό συμβάν σε ημερίδα που μιλούσα και με προσφώνησαν στο αρσενικό: η συζήτηση τελείωσε όταν ένας φοιτητής μας έθεσε στο ακροατήριο το ερώτημα:

«Γιατί δεν μας ξενίζει η μαγείρισσα αλλά η κοσμητόρισσα;». Χαίρομαι που και η νυν Κοσμητόρισσα της Παιδαγωγικής εξακολουθεί τη παράδοση αυτή. Νομίζω ότι συμβάλλουμε έτσι στην αποδόμηση των κυρίαρχων στερεότυπων για τις σχέσεις των ανδρών και των γυναικών με τις ηγετικές θέσεις γενικά και ιδιαίτερα στην εκπαιδευτική ιεραρχία.

Υπάρχει καθυστέρηση στην γλωσσική αποτύπωση των θηλυκών επαγγελματικών ουσιαστικών και στο θηλυκό τύπο των αξιωμάτων. Γιατί, λοιπόν, ακούγεται προκλητικό ή υπερβολικό «η κοσμητόρισσα, η βουλεύτρια, η γιάτρισσα, η ζωγράφισσα, η δικηγορέσσα, η συγγράφισσα», ενώ ακούγεται κανονικό «η μαγείρισσα, η χορεύτρια, η βασίλισσα»; Σε έναν κόσμο που αλλάζει, γιατί στη γλώσσα οι γυναίκες να είναι αόρατες; Γιατί να μιλάμε για «μητρική» γλώσσα και «πατρικό» σπίτι; Στην Ελλάδα υπάρχει καθυστέρηση στην γλωσσική αποτύπωση των θηλυκών επαγγελματικών ουσιαστικών, ή γενικότερα των ουσιαστικών που δηλώνουν ιδιότητα, στο θηλυκό τύπο των αξιωμάτων παρά τη μικρή αύξηση του ποσοστού των γυναικών σε θέσης ηγεσίας σε πολλούς τομείς. Τις τελευταίες δεκαετίες επιχειρήθηκε μια καταγραφή των σχετικών γραμματικών προβλημάτων και διατυπώθηκαν κάποιες προτάσεις. Χρειάζεται όμως η συμβολή φεμινιστριών γλωσσολόγων για τη δημιουργία γλωσσικών προτύπων που θα αποτυπώνουν τη νέα πραγματικότητα. Βέβαια, οι προσπάθειες κατασκευής θηλυκού τύπου δεν αφορούν απλά και μόνον τη γραμματική.

Έχει παρατηρηθεί ότι πολύ συχνά και οι ίδιες οι γυναίκες διστάζουν ή αδιαφορούν να αποτυπώσουν στη γλώσσα τη νέα πραγματικότητα όταν αυτοπροσδιορίζονται και εμμένουν στη χρήση των αρσενικών γραμματικών τύπων. Είναι κατανοητή η επίδραση του “ηγεμονικού λόγου”, μόνο που αυτή η πρακτική διαιωνίζει και επιβεβαιώνει την αντίληψη του ανδρικού προσώπου της ηγεσίας –με τη μικρή συμμετοχή των γυναικών ως εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.

Σεξισμός στη γλώσσα στο δημόσιο λόγο της εκπαίδευσης

Σεξισμός στη γλώσσα υπάρχει στο δημόσιο λόγο της εκπαίδευσης (δηλ. γλώσσα που δίνει το προβάδισμα στο αρσενικό έναντι του θηλυκού, που εμπεριέχει λέξεις και εκφράσεις που προσβάλλουν, υποβαθμίζουν, απαξιώνουν και αποκλείουν τις γυναίκες και γενικά εμπεριέχει το μήνυμα της ανισότητας των φύλων με πολλούς τρόπους – στη γραμματική, στη σύνταξη και στη σημασιολογία). Αυτό σημαίνει ότι σε μεγάλο τμήμα της γλώσσας μας οι γυναίκες αποκλείονται από το πεδίο των συμβολικών αναπαραστάσεων και τη συγκρότησή τους ή εμπεριέχονται στην οπτική γωνία της κυρίαρχης κοινωνικής ομάδας. Η χρήση σεξιστικής γλώσσας εμπεριέχει το μήνυμα της ανισότητας των φύλων, αντανακλά και νομιμοποιεί τις άνισες σχέσεις εξουσίας ανάμεσα στα φύλα με πολλούς τρόπους καθώς ενισχύει τη σεξιστική συμπεριφορά και οργάνωση, προωθεί και διαιωνίζει τα έμφυλα στερεότυπα. Βέβαια, όσα συμβαίνουν στο πλαίσιο της εκπαίδευσης, επηρεάζονται και από τους κυρίαρχους/ηγεμονικούς Λόγους που βρίσκονται εκτός σχολείου.

Παραδείγματα σεξισμού στη γλώσσα καταγράφονται στα σχολικά εγχειρίδια και σε όλο το παιδαγωγικό υλικό, στους στόχους του αναλυτικού προγράμματος, στις ανακοινώσεις -προσκλήσεις που απευθύνονται στους γονείς και στα μέλη του προσωπικού, στα επίσημα έγγραφα και στην αλληλογραφία, στις διάφορες δράσεις του σχολείου, στους επίσημους τίτλους, βαθμολόγια, υπεύθυνες δηλώσεις, στον προφορικό λόγο στη τάξη κ.ά.

Σεξισμός στη γλώσσα – Το παράδειγμα των σχολικών εγχειριδίων

Αναφέρω ενδεικτικά ορισμένα παραδείγματα γλωσσικού σεξισμού στα σχολικά εγχειρίδια της Ε’ και Στ’ τάξης του Δημοτικού:

Χρήση του αρσενικού γένους για να δηλώσει και τα δύο γένη – Όταν οι γυναίκες είναι αόρατες

«Τι λες τόση ώρα στους συμμαθητές σου;», «Βιβλίο για το δάσκαλο», «Πώς εκλέγεται ο υπεύθυνος κάθε ομάδας;», «Ο χριστιανός δεν μπορεί να κάνει διακρίσεις προς οποιονδήποτε όσο διαφορετικός κι αν είναι αυτός…»


Η χρήση του αρσενικού ως του επικρατέστερου γένους για να δηλωθούν άτομα και των δύο φύλων υποδηλώνει την κοινωνική ιεραρχία των φύλων. Η συνεχής χρήση του αρσενικού γένους για να δηλώσει και τα δύο φύλα έχει ως συνέπεια να αποσιωπάται η παρουσία και η συμβολή των γυναικών σε όλο σχεδόν το φάσμα της κοινωνικής ζωής.

Προσωποποίηση των επαγγελμάτων – Όταν τα επαγγέλματα έχουν φύλο

«Καμιά φορά στη δουλειά του ο αρχαιολόγος χρησιμοποιεί και αεροπλάνο», «Η αδελφή μου σπουδάζει μαία (μαμή)», «Ο χημικός αναλύει τη χημική ένωση στα στοιχεία της», «να καλέσουμε στο σχολείο να μιλήσει ο αγροτικός γιατρός, μια κοινωνική λειτουργός ή μια αδελφή νοσοκόμα»


Συχνά γίνεται η χρήση επαγγελματικών όρων ή τίτλων και ρόλων σε αρσενικό ή θηλυκό γένος, υποδηλώνοντας εμμέσως και το φύλο που κατά κανόνα το ασκεί. Επίσης, υπάρχουν επαγγελματικές ιδιότητες που- παρά το γεγονός ότι ασκούνται σήμερα και από γυναίκες- δεν έχουν αποκτήσει ακόμη θηλυκό γραμματικό γένος. Η χρήση κυρίως του αρσενικού γένους στις επαγγελματικές αναφορές υποδηλώνει ότι κατ’ εξοχήν οι άντρες νομιμοποιούνται να έχουν επαγγελματικό ρόλο, ενώ, παράλληλα οριοθετεί σαφώς και διαχωρίζει τα επαγγέλματα που αφορούν αποκλειστικά γυναίκες.

Χρήση των λέξεων άνθρωπος, παιδί

«Σήμερα ο άνθρωπος παίζει πολλούς ρόλους, επειδή συμμετέχει σε πολλές ομάδες. Ο δάσκαλος π.χ. μπορεί να παίζει το ρόλο του διευθυντή του σχολείου, του δασκάλου μέσα στην τάξη, του πατέρα, του προέδρου σ’ ένα σύλλογο (πολιτιστικό, αθλητικό, συνδικαλιστικό) ίσως και του ιεροψάλτη», «Όλοι οι άνθρωποι στη γη έχουν τις ίδιες ανάγκες», «Αντιμετώπιζε πολλές δυσκολίες ο πρωτόγονος άνθρωπος για να ζήσει» (λεζάντα εικόνας στην οποία απεικονίζεται ένας πρωτόγονος άντρας»


Υπάρχουν λέξεις και εκφράσεις στις οποίες η χρήση του αρσενικού ως του επικρατέστερου γένους για να δηλωθούν άτομα και των δύο φύλων δημιουργεί, επιπλέον, και μια ασάφεια σε σχέση με το φύλο στο οποίο αναφέρεται. (Π. χ. Τα δικαιώματα του ανθρώπου. Έχω τρία παιδιά και ένα κορίτσι). Υπάρχουν λέξεις και εκφράσεις στις οποίες η χρήση της λέξης άνθρωπος δημιουργεί αβεβαιότητα ή αμφισημία καθώς αναφέρεται άλλοτε στο ανθρώπινο είδος και άλλοτε στον ενήλικα άνδρα.

Με τη χρήση των λέξεων άνθρωπος –άνθρωποι και παιδί-παιδιά περιμένουμε ότι θα περιλαμβάνονται και τα δύο φύλα. Η προσεκτική εξέταση των κειμένων καθώς και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο μας κάνουν να αντιληφθούμε ότι όταν οι συγγραφείς χρησιμοποιούν τις λέξεις αυτές συχνά εννοούν μόνο τον άντρα ή το αγόρι.

Πρόταξη του αρσενικού ονόματος στα ζεύγη – Όταν οι άνδρες προηγούνται

«Άντρες, γυναίκες, παιδιά», «Στον παππού ή τη γιαγιά», «Θεοί και θεές», «Κάθε άντρας και κάθε γυναίκα», «Ο πατέρας σου και η μητέρα σου»


Συνήθως προηγείται ο αρσενικός τύπος του θηλυκού – εκτός συγκεκριμένων περιπτώσεων όπου συναντάται το αντίστροφο (π. χ γυναικόπαιδα, κυρίες και κύριοι, η νύφη και ο γαμπρός). Στις περιπτώσεις αυτές η γυναίκα προτάσσεται λόγω της σχέσης της με έναν άντρα ή λόγω της λόγω της δήλωσης της αδυναμίας εξ αιτίας του φύλου της. «ξεμπούκαραν γυναικόπαιδα και άντρες» «Χήρες και ορφανά»

Χρήση των υποκοριστικών

«Καημενούλα, Ειρήνη», «Ειρήνη, Ρηνάκι, Ρηνούλα, Ρηνιώ»


Η χρήση υποκοριστικών γίνεται κυρίως σε κορίτσια και γυναίκες. Μπορεί να θεωρηθεί δείγμα σεξιστικής γλώσσας, αφού κατά αυτόν τον τρόπο μειώνεται η συνεισφορά των γυναικών και λανθάνει το μήνυμα ενός υποδεέστερου ρόλου.

Χρήση των αντωνυμιών και επιθέτων

«υπέροχος, υπεράνθρωπος, υπερφυσικός, υπερβολικός, υπερώριμος, υπερτροφικός, υπέρλαμπρος»

«Πάρα πολύ όμορφη», «χρυσοχέρα», «δόλια», «είναι άντρες ορμητικοί και γενναίοι, ακατάβλητοι και άτρομοι», «θριαμβευτής» «μορφωμένος» «σπουδαίος»


Παρατηρείται συνεχής χρήση της αρσενικής αντωνυμίας και ιδιαίτερα της κτητικής με αποτέλεσμα να φαίνεται ότι ο κόσμος ανήκει αποκλειστικά σε άντρες. Η χρήση των επιθέτων ενισχύει τα έμφυλα στερεότυπα (π.χ. για τις γυναίκες υπάρχει πληθώρα επιθέτων που αφορούν στην εξωτερική τους εμφάνιση, ενώ για τους άντρες που τονίζουν την γενναιότητα, το θάρρος κ.ά)

Σημασιολογικά στερεότυπα

• Συχνά τα παράγωγα της λέξης άνδρας (π. χ. ανδρείος, παλικάρι, λεβέντης, άντρακλας, ανδραγάθημα ) έχουν θετική σημασία, ενώ τα παράγωγα της λέξης γυναίκα (π. χ. γυναικόπαιδα, γυναικουλίστικο, γυναικοδουλειά) έχουν αρνητική σημασία.
• Υπάρχουν λέξεις ή φράσεις που περιέχουν τη λέξη ”άνδρας” και αποσιωπούν τη συνεισφορά των γυναικών (Π. χ. Ανδραγάθημα, επανδρώνεται).
• Υπάρχουν λέξεις ή φράσεις που περιέχουν τη λέξη ”πατέρας” και αποσιωπούν τη συνεισφορά των γυναικών. (Π. χ. Η γη των πατέρων μας. Το πατρικό μου σπίτι. Οι προπάτορές μας).
• Υπάρχουν λέξεις ή φράσεις που αποκτούν διαφορετική σημασία ανάλογα με το φύλο στο οποίο απευθύνονται. (Π.χ. Νοικοκύρης\ νοικοκυρά).
• Υπάρχουν λέξεις ή φράσεις επαινούν τα γυναικεία επιτεύγματα με όρους που αποδίδονται, κατά κανόνα, στους άνδρες (π. χ. αντράκι, γυναίκα παλικάρι) ή υποτιμούν ή εξευτελίζουν τους άνδρες με όρους που αποδίδονται, κατά κανόνα, στις γυναίκες και στους ομοφυλόφιλους.
• Υπάρχουν λέξεις ή φράσεις που αναπαράγουν στερεότυπες αντιλήψεις για το ρόλο των γυναικών και των ανδρών (π.χ Το καλάθι της νοικοκυράς, κουτσομπόλα, ωραίο φύλο, χρυσοχέρα).
• Υπάρχουν όροι που υποτιμούν και εξευτελίζουν τους άνδρες ή τις γυναίκες.
• Υπάρχουν παροιμίες και ευχές που αναπαράγουν στερεότυπες αντιλήψεις για το ρόλο των γυναικών και των ανδρών. (π.χ. Και με ένα γιό! Δώδεκα γυναίκες, δεκατέσσερις κουβέντες) και στις οποίες δεν γίνεται χρήση του αρσενικού τύπου ως κανόνα.
• Συχνά σε τίτλους και χαιρετισμούς οι γυναίκες παρουσιάζονται ως εξαρτώμενες από τους άνδρες και όχι ως αυτόνομες προσωπικότητες ή δεν αντιμετωπίζονται ισότιμα με τους άνδρες. (π.χ. Ο κύριος Παπαδόπουλος και η σύζυγός του. Ο γιατρός και η γυναίκα του. Η νύφη των Γριβαίων).

Ενδεικτικά αναφέρονται:

«ανδραγαθίες», «Ήταν το παλικάρι της γειτονιάς και ο καλύτερος σύντροφος για τα κάλαντα», «Σαν έφυγε ο αφέντης», «Καημενούλα, Ειρήνη», «Κακομοίρα», «Χαριτωμένη νύμφη Καλυψώ», «Μα πλήθος γυναικούλες, γερόντοι και παιδιά», «παλικάρι», «δόλια», «νοικοκυραίους»


Η χρήση των σημασιολογικών στερεότυπων αντανακλά τη διαφορετική κοινωνική θέση των ανδρών και των γυναικών στην κοινωνία και τις άνισες σχέσεις εξουσίας. Έτσι, τα παράγωγα της λέξης «γυναίκα» έχουν αρνητική σημασία, ενώ τα παράγωγα της λέξης «άνδρας» θετική.

Σεξισμός στη γλώσσα στον τομέα της εκπαίδευσης – Δεν αναγνωρίζεται επίσημα ως θέμα

Όσον αφορά στην αντιμετώπιση του γλωσσικού σεξισμού από τους επίσημους φορείς στην Ελλάδα –γενικά και ειδικότερα στον τομέα της εκπαίδευσης- δεν έχει υπάρξει ως τώρα όχι μόνον καμία συστηματική πρωτοβουλία για την προσαρμογή της γλώσσας στα σύγχρονα κοινωνικοπολιτισμικά δεδομένα, αλλά ούτε καν αναγνώριση του ζητήματος. Ήδη από το 1990 είχε εκδοθεί Σύσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία καλούσε “τις κυβερνήσεις των κρατών μελών να προωθήσουν τη χρήση ενός λεξιλογίου που να αντικατοπτρίζει την αρχή της ισότητας της γυναίκας και του άνδρα.” (Συμβούλιο της Ευρώπης, 1991). Η σύσταση αυτή αγνοήθηκε από όλους τους επίσημους θεσμούς. Δυστυχώς το φαινόμενο του σεξισμού στη γλώσσα περνάει συχνά απαρατήρητο στην Ελλάδα, όχι πάντα από κακή πρόθεση, αλλά γιατί δεν αναγνωρίζεται καν καθώς συμβαίνει πολύ συχνά και θεωρείται αυτονόητο μέσα σε ένα κόσμο βαθιά διχοτομημένο ως προς το φύλο.

Η κοινωνική, επαγγελματική και ηθική ευθύνη των εκπαιδευτικών στο ζήτημα της μη σεξιστικής γλώσσας

Το γεγονός ότι δεν υπάρχει αντιμετώπιση του γλωσσικού σεξισμού από τους επίσημους φορείς στην Ελλάδα –και ειδικότερα στον τομέα της εκπαίδευσης- δεν σημαίνει ότι εμείς οι εκπαιδευτικοί δεν έχουμε κοινωνική, επαγγελματική και ηθική ευθύνη, τόσο σε συλλογικό επίπεδο να προωθήσουμε κανονιστικές παρεμβάσεις στη γλώσσα με στόχο την επανασημασιοδότηση του γλωσσικού συστήματος και την αλλαγή των έμφυλων αναπαραστάσεων και μέσω της γλωσσικής διεπίδρασης, όσο και σε ατομικό επίπεδο. Οι εκπαιδευτικοί, ιδιαίτερα της προσχολικής / πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης -περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον/η επαγγελματία-, κατά τη γνώμη μου, οφείλουν να χρησιμοποιούν μια γλώσσα που να αντανακλά την αναγνώριση της ισότητας ανδρών/γυναικών, καθώς η γλώσσα, εκτός των άλλων λειτουργιών της, αποτελεί και συγκροτησιακό παράγοντα της κοινωνικής πραγματικότητας.

Δεν θα αναφερθώ εδώ στη σχέση γλώσσας και φύλου και στις διαφορετικές κοινωνιογλωσσολογικές/ φεμινιστικές προσεγγίσεις της και στις συνέπειές τους. Απλά θέλω να υποσημειώσω ότι μέσα από τους μηχανισμούς της γλώσσας και της γλωσσικής διεπίδρασης συχνά αποτυπώνεται η ανισότητα της κοινωνικής σχέσης των φύλων, η οποία αντανακλά τη σεξιστική ιδεολογία. Η γλώσσα μας είναι διαποτισμένη από την ιδεολογία της ανισότητας των φύλων ‘’Επικρατέστερο είναι το γένος του κυρίαρχου –επικρατέστερου φύλου’’. Για παράδειγμα, τα αγόρια και τα κορίτσια ‘’διδάσκονται’’ διαφορετικές μορφές επικοινωνίας μέσα από τα σχολικά εγχειρίδια και αποκτούν διαφορετικές εμπειρίες με δύο τρόπους: με τον τρόπο που διδάσκονται να χρησιμοποιούν τη γλώσσα και τον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα τα μεταχειρίζεται (ο ρόλος των γυναικών στη κοινωνική ιεραρχία αντανακλάται με την χρήση περισσότερων εκφράσεων δισταγμού, ευγένειας και ερωτηματικών προτάσεων για να κάνουν δηλώσεις ή προτάσεις, ένα στυλ λόγου που είναι περισσότερο φορτισμένο συναισθηματικά, από το γεγονός ότι διακόπτονται συχνά ή τα σχόλιά τους αγνοούνται, από τη σχέση εξάρτησής τους από τον άνδρα, από την τάση να θεωρείται το αρσενικό η νόρμα κ.α). Επίσης, οι μορφές επικοινωνίας στο σχολείο όχι μόνο αντανακλούν τις αντιλήψεις για τα φύλα αλλά συμβάλλουν και στη συγκρότηση των έμφυλων ταυτοτήτων.

Η εξοικείωση στη χρήση μη σεξιστικής γλώσσας δεν είναι δύσκολο εγχείρημα, συναντά, όμως, αρκετές αντιστάσεις. Ενδεχόμενα, όταν αρχίσετε να τη χρησιμοποιείται στο σχολείο να υπάρξουν ορισμένα αρνητικά σχόλια και αντιδράσεις. Ίσως η αλλαγή θα προκύψει σταδιακά και θα πρέπει να αρχίσει με όρους που χρησιμοποιούνται συχνά και είναι περισσότερο αποδεκτοί. Πάντως στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης στο Α.Π.Θ., από την έναρξη της λειτουργίας του το 1986, γίνεται προσπάθεια χρήσης μη σεξιστικής γλώσσας –παράλληλα με τη θεσμοθέτηση της αντισεξιστικής εκπαίδευσης. Η μη σεξιστική χρήση της γλώσσας γίνεται και από την Κοσμητεία της Παιδαγωγικής.

Υπάρχουν ορισμένες κατευθυντήριες οδηγίες τις οποίες μπορούν να ακολουθούν όσα άτομα πιστεύουν στην αναγκαιότητα της χρήσης μη σεξιστικής γλώσσας που να αντανακλά τη νέα κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα και την ισότητα ανδρών – γυναικών. Π.χ. μη κάνεις χρήση του αρσενικού γένους για να δηλωθούν άτομα και των δύο φύλων, μη χρησιμοποιείς επαγγελματικούς όρους μόνο με θηλυκές ή αρσενικές καταλήξεις, μη χρησιμοποιείς λέξεις / εκφράσεις που υποτιμούν ή εξευτελίζουν τις γυναίκες και τους άνδρες και αναπαράγουν στερεότυπες αντιλήψεις για τους ρόλους των φύλων, μη χρησιμοποιείς με ασύμμετρο τρόπο τίτλους, προσφωνήσεις και χαιρετισμούς ανδρών / γυναικών /παιδιών, απαιτείται προσοχή στη χρήση λέξεων και φράσεων που εμπεριέχουν τη λέξη «άνδρας» και στη χρήση της λέξης «άνθρωπος» κ.ά.

Με τη χρήση σεξιστικής γλώσσας συμβάλλουμε στην αναπαραγωγή της έμφυλης ασυμμετρίας και δεν συμβάλουμε στην αλλαγή της γλώσσας μέσω της χρήσης της. Αυτό προϋποθέτει ότι η ανάδειξη των εκφάνσεων του γλωσσικού σεξισμού και, γενικότερα, των ιδεολογικών μηχανισμών της γλώσσας, καθώς και των τρόπων αντιμετώπισής του, η εξοικείωση στη χρήση μη σεξιστικού λόγου πρέπει να είναι τμήμα της εκπαίδευσης/μετεκπαίδευσης των εκπαιδευτικών.

* Η Δήμητρα Κογκίδου, είναι καθηγήτρια στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΑΠΘ