Jan 292011

(Ευχαριστώ τον ΣΧ που μου το προώθησε – το κείμενο είναι στα Αγγλικά και από κάτω μεταφρασμένο στα Ελληνικά)

Before the Law (school)

Author: Costas Douzinas*

Published in the Greek Left Review

What is the role of legal education, what does it mean to learn the law? The law teacher’s first duty is to understand and teach the language of justice, the breath, spirit and equity that should move the body of law. A law without justice is dead letter, body without soul, remnants and ruins of an honourable tradition. A law (nomos) worthy of the name nemei and katanemei, distributes and separates. But it does so by placing the requirements of absent justice and ideal equity above the demands of power and abuses of wealth. Justice departs when the law does not meet its own self-professed criteria but much more when the whole law (and its teaching) does not account itself to the altar of justice. It should not be necessary to remind this to the children of Antigone.

Our law courts are adorned with a blind-folded Justitia (the role of the blindfold is to stop her from seeing the concrete characteristics of the person who comes to the law by placing the abstract logic of the institution above the warm glow of justice). The law school on the other hand has at its pules (gates) a wide-eyed dike who looks the other in the face and promises infinite justice. Those who forget this when they teach and practice law become functionaries and accountants of power, not leitourgoi tou kratos dikaiou but servants tou kratous. The distance between the state and the state of law (rechtstaat, rule of law) is always small but when justice exits the law state and law become identical, law the language of a power-crazed sovereign.

But what is justice? We are surrounded by injustice but we don’t often know where justice lies. The most painful witness of our time is the widely-felt belief that justice has miscarried. It has been aborted in the IMF measures and the Athens ghettos, in the unemployed and the salary cuts for the low-paid and pensioners, in the treatment of the refugees in the camps in the Greco-Turkish borders and the wall built to keep the poor out and the Greeks in. Its violent miscarriage is evidenced by the recent decision of the European Court of Human Rights according to which sending refugees back to Greece amounts to torture, inhuman and degrading treatment because of their inhuman living and detention conditions and because Greece virtually never gives political asylum to refugees. Belgium which was condemned for taking Greece as a humane place and sending back an Afghan refugee and the other Europeans will henceforth deal with the Greek government as it deserves: the violator of the basic dignity of the wretched of the earth. There is no a-sylum (lack of violence, absence of abuse) in Greece, the refugees and the immigrants are violated. The University asylum offers a small compensation for this much greater violence.

Justice is miscarried when the Law and University Professors attempt to ‘empty’ the law school from the hunger strikers who took to sleeping there. The emptying of the strikers is the emptying of justice from the house of law. What do the people in the Law School want? To make us take notice of their meagre, poor insignificant existence, to ask for basic labour protections and minimum living conditions. The minimum recognition that they live here, work here but are treated worse than convicts on chain gangs. They are just saying ‘we the invisible, the uncounted and undocumented are next to you and part of what you are and what you are becoming.’ They are people punished not for what they have done (criminality or illegality) but for who they are, not for their evil but for their abject innocence. The Greek sans papiers are homines sacri, persons who as legally non-existent are non-persons and can be treated in the most cruel way by the state or individuals, employers, landlords or the screaming minority in the street.

We will hear of course that Greece is a human rights country. We teach our constitution and rights in the Law School, we have human rights organisations, societies, intellectuals, ministries, ombudsmen and institutions who promote them. They keep telling us that human rights belong to humans on account of their humanity and not of a narrower membership such as nation, state or group. This is a comforting thought. But when we look at the law school immigrants, these claims appear as one of those paradoxical half-truths that litter our ideology. Protesting against the worst abuses today in Greece, asking to be seen, heard and acknowledged in a minimum way, even if they need to die to do it, is the greatest service that these people offer to law and the law school. They are putting professors and students face to face with what they should be teaching and learning but so many times are not. Their sacrifice (sacer facere) will be a making sacred, a bridging of law and the teaching of law with that sense of infinite justice and hospitality, of which we can never say ‘here it is’ ‘we have served it’ ‘now the world is good’.

If they are ‘emptied’ from the house of law, the law which for these few hours and days has been filled with the idea of justice or, rather the protest against absolute injustice, we will never again deserve to teach law there or to pretend that our law and teaching has anything to do with justice.


* Professor of Law and Director of the Birkbeck Institute for the Humanities, University of London

Του Κώστα Δουζίνα

(Μετάφραση Χαρά Κούκη

Από το Greek Left Review

Ποιος είναι ο ρόλος της νομικής παιδείας, τι σημαίνει το να μαθαίνει κανείς το νόμο; Το πρώτιστο καθήκον των δασκάλων του νόμου, είναι να κατανοούν και να διδάσκουν τη γλώσσα της δικαιοσύνης, την αναπνοή, το πνεύμα και την αμεροληψία που θα έπρεπε να κινεί το σώμα του νόμου. Νόμος χωρίς δικαιοσύνη είναι κενό γράμμα, σώμα δίχως ψυχή – υπολείμματα απλώς και ερείπια μιας έντιμης παράδοσης. Ένας δικηγόρος που θέλει να είναι άξιος του ονόματός της, νέμει και κατανέμει. Θέτει τις απαιτήσεις της απούσας δικαιοσύνης και της ιδανικής ισότητας ενώπιον της, πάνω από τα αιτήματα της εξουσίας και των καταχρήσεων του πλούτου.

Η δικαιοσύνη εκλείπει, όχι μόνο όταν δεν πληρούνται τα κριτήρια, που ο ίδιος ο νόμος έχει θέσει στον εαυτό του, αλλά πολύ περισσότερο, όταν το σύνολο της Νομικής (και η διδασκαλία της) δεν λογοδοτεί, η ίδια, στο βωμό της δικαιοσύνης. Δεν θα έπρεπε να χρειάζεται να το θυμίσω αυτό στα παιδιά της Αντιγόνης. Η Θέμιδα, που κοσμεί τα δικαστήρια μας, έχει δεμένα τα μάτια της, ακριβώς για να μην δει τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του προσώπου, που έρχεται ενώπιον του νόμου (τοποθετώντας την αφηρημένη λογική του θεσμού πάνω από τη ζεστή λάμψη της δικαιοσύνης).

Η Νομική σχολή από την άλλη πλευρά, έχει στο σφυγμό της ένα ανάχωμα ορθάνοιχτο, που κοιτάζει τον άλλο στο πρόσωπο και υπόσχεται άπειρη δικαιοσύνη. Εκείνοι, που το ξεχνούν αυτό, όταν διδάσκουν ή ασκούν τη δικηγορία, μετατρέπονται σε λογιστές της εξουσίας και υποχείρια της. Από λειτουργούς του κράτους Δικαίου, μετατρέπονται σε υπηρέτες του κράτους. Η απόσταση μεταξύ Κράτους και Κράτους Δικαίου, είναι πάντοτε μικρή, αλλά όταν η δικαιοσύνη εκπίπτει του νόμου, τότε τα δύο καθίστανται ταυτόσημα – ο νόμος σαν γλώσσα μιας τρελής από δύναμη κυριαρχίας.

Τι είναι, όμως, δικαιοσύνη; Βλέπουμε ότι μας περιβάλει η αδικία, αλλά συχνά δεν γνωρίζουμε που βρίσκεται η δικαιοσύνη. Η πιο οδυνηρή μαρτυρία της εποχής μας, γι’αυτό, είναι η ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι η δικαιοσύνη έχει εκλείψει. Ότι δικαιοσύνη, δεν υπάρχει στα γκέτο της Αθήνας, δεν υπάρχει για τους ανέργους. Ότι ματαιώνεται με την λήψη των μέτρων του ΔΝΤ, τις περικοπές μισθών για τους χαμηλόμισθους και τους συνταξιούχους, ή με την αντιμετώπιση των προσφύγων στα στρατόπεδα του Έβρου και το τείχος, που ετοιμάζεται για να κρατήσει τους φτωχούς εκτός και τους Έλληνες εντός.

Η βίαιη αποβολή της δικαιοσύνης, αποδεικνύεται από την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σύμφωνα με την οποία η αποστολή προσφύγων στην Ελλάδα, ισοδυναμεί με βασανιστήρια, απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση. Αιτία γι’αυτήν την απόφαση είναι η απάνθρωπη διαβίωση και οι συνθήκες κράτησης, καθώς και το γεγονός ότι η Ελλάδα, ουσιαστικά ποτέ, δεν δίνει άσυλο στους αιτούντες πρόσφυγες.

Από το γεγονός, ότι το Βέλγιο καταδικάστηκε, επειδή θεώρησε την Ελλάδα ως ένα ανθρωπιστικό κράτος, στο οποίο μπορεί να αποστείλει πίσω έναν Αφγανό πρόσφυγα και τα υπόλοιπα Ευρωπαϊκά κράτη, που στο εξής θα ασχοληθούν με την ελληνική κυβέρνηση, όπως της αξίζει: σαν τον παραβάτη της στοιχειώδους αξιοπρέπειας των εξαθλιωμένων αυτής της γης. Δεν υπάρχει ασυλία στην Ελλάδα – οι πρόσφυγες και οι μετανάστες συλούνται. Το Πανεπιστημιακό άσυλο, προσφέρει μια ελάχιστη αποζημίωση για αυτή την πολύ μεγαλύτερη σύληση.

Η δικαιοσύνη, θα ναυαγήσει την στιγμή που ο Νόμος και οι πανεπιστημιακοί καθηγητές θα επιχειρήσουν να ‘εκκενώσουν’ την σχολή της Νομικής, από τους απεργούς πείνας που την κατέλαβαν, ώστε να έχουν ένα μέρος να κοιμούνται. Πετώντας έξω τους απεργούς, αυτό που θα πετάξουν έξω από την Σχολή του Νόμου, είναι η δικαιοσύνη. Γιατί, τι είναι ακριβώς αυτό που ζητάνε αυτοί οι άνθρωποι, μέσα στην σχολή της Νομικής? Να μας κάνουν, να προσέξουμε, επιτέλους, την αδύναμη και ασήμαντη ύπαρξη που έχουν για μας. Διεκδικούν τις απαραίτητες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης. Την ελάχιστη δυνατή αναγνώριση ότι ζουν εδώ, εργάζονται εδώ, ωστόσο τους μεταχειρίζονται χειρότερα απ’ ότι σε καταδικασμένους σε ισόβια.

Αυτό που, απλά, λένε είναι: “είμαστε εμείς που δεν μας βλέπετε, δεν μας λαμβάνετε υπόψη, δεν μας δίνετε ταυτότητα, εμείς που είμαστε δίπλα σας και ανήκουμε σε αυτό που είστε και σ’ αυτό που γίνεστε”.

Είναι οι άνθρωποι που τιμωρούνται, όχι γι αυτό που έχουν κάνει (εγκληματικότητα ή παρανομία), αλλά, γι αυτό που είναι. Όχι γιατί κουβαλούν ένα κακό, αλλά για την εξαθλιωμένη τους αθωότητα.

Οι δικοί μας ‘sans papiers’ (χωρίς χαρτιά), είναι οι homines sacri, άτομα που επειδή δεν έχουν νομική υπόσταση, δεν λογαριάζονται ως άτομα και γι αυτό υφίστανται τις χειρότερες βαναυσότητες από κράτη ή άλλους ανθρώπους, εργοδότες, ιδιοκτήτες ή μειοψηφίες, που κραυγάζουν δίπλα τους στον δρόμο.

Θα ακούσουμε και πάλι, τα προφανή, πως η Ελλάδα είναι μια χώρα που σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Επειδή, διδάσκουμε το Σύνταγμα και τις σχετικές διατάξεις στις σχολές της Νομικής, διαθέτουμε πλήθος οργανώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, κοινότητες, διανοούμενους, υπουργεία, συνηγόρους και θεσμούς που τα προάγουν. Αλίμονο. Δεν σταματάνε να μας επαναλαμβάνουν πως τα ανθρώπινα δικαιώματα ανήκουν σε όλους μας επειδή, ακριβώς, είμαστε μέρος της ανθρωπότητας, κι όχι επειδή συνδεόμαστε με κάτι πιο συγκεκριμένο, όπως ένα έθνος, ένα κράτος ή μία ομάδα. Κι αυτό, ακούγεται πραγματικά παρηγορητικό.

Όταν, ωστόσο, γυρίσουμε το βλέμμα στους μετανάστες της νομικής σχολής, οι παραπάνω διακηρύξεις φαντάζουν αντιφατικές και ψευδείς αξίες της ιδεολογίας μας. Καταγγέλλοντας τις χείριστες παραβιάσεις σήμερα στην Ελλάδα, διεκδικώντας το δικαίωμα να γίνουν ορατοί και αντιληπτοί – έστω και ελάχιστα, έστω και με το τίμημα της ζωής τους αυτοί οι άνθρωποι, προσφέρουν την πιο σημαντική υπηρεσία που θα μπορούσαν, στον Νόμο και την Νομική Σχολή. Φέρνουν αντιμέτωπους τους καθηγητές και τους φοιτητές, με όσα θα πρεπε να διδάσκουν και να διδάσκονται, αλλά τις περισσότερες φορές αγνοούν.

Η θυσία τους (sacrificium) σημαίνει ιεροποίηση (sacer facere) και θα ‘ναι πράγματι μια πράξη ιερή – σύνδεση του εγκόσμιου με το άγιο, ένα γεφύρωμα του νόμου και της διδασκαλίας του, με την άπειρη δικαιοσύνη και την ατελεύτητη φιλοξενία, για τις οποίες δεν μπορούμε ποτέ να πούμε, ότι είναι εδώ, ότι τις κατέκτησε τώρα ο κόσμος, κι εμείς μέσα σε αυτόν και ότι άρα, ο κόσμος είναι ‘καλός’.

Αν πετάξουμε έξω αυτούς τους ανθρώπους, από την σχολή όπου διδάσκεται ο Νόμος, ένας νόμος που για ελάχιστες ώρες και μέρες κατακλύστηκε με την ιδέα της δικαιοσύνης, ή, καλύτερα, με την διαμαρτυρία ενάντια στην απόλυτη αδικία, τότε πραγματικά δεν θα μας αξίζει να γυρίσουμε ξανά στον ίδιο χώρο, για να διδάξουμε το Νόμο, ή να υποκρινόμαστε ότι ο νόμος που διδάσκουμε, έχει οποιαδήποτε σχέση με την δικαιοσύνη.

Ο Κώστας Δουζίνας είναι καθηγητής της Φιλοσοφίας του Δικαίου, στο Κολέγιο Birkbeck του Πανεπιστημίου του Λονδίνου

 Leave a Reply